Γεράσιμος Λιβιτσάνος
Τι πραγματικά σημαίνει η απόφαση του Κυριάκου Μητσοτάκη για Εξεταστική και όχι Προανακριτική στην βουλή
Μια κυνική και προκλητική επιχείρηση «θαψίματος» του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ «στήνει» η κυβέρνηση Μητσοτάκη μετά την απόφασή της να προτείνει σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής αντί να διερευνηθούν μέσω προανακριτικής οι ποινικές ευθύνες των Μάκη Βορίδη και Λευτέρη Αυγενάκη. Παράλληλα όμως «δίνει σήμα» εφησυχασμού και για άλλους πρωτοκλασάτους υπουργούς που σύντομα θα βρεθούν πιθανότατα στην ίδια θέση.
Το γιατί μια εξεταστική επιτροπή συνιστά «κουκούλωμα» είναι απλό: Αντί να διερευνηθούν οι υπογραφές των δύο υπουργών σε αποφάσεις με τις οποίες μοιράζονταν κοινοτικές επιδοτήσεις σε ημέτερους, θα γίνει μία «γενικού περιεχομένου» έρευνα για τις δομές διάθεσης αυτών των κονδυλίων τα τελευταία 30 χρόνια. Αυτή άλλωστε είναι και η διαφορά μιας Εξεταστικής από μία Προανακριτική επιτροπή της βουλής.
Επίσης οι εργασίες της εξεταστικής επιτροπής θα διαρκέσουν τόσο ώστε να παρέλθει η προθεσμία της 6ης Οκτωβρίου. Στο χρονικό αυτό σημείο όποιο τυχόν αδίκημα του Μάκη Βορίδη παραγράφεται, συμπαρασύροντας και το αντίστοιχο του Λευτέρη Αυγενάκη. Έτσι ακόμη και η δυνατότητα η Εξεταστική Επιτροπή να οδηγήσει σε Προανακριτική Επιτροπή θα «ακυρωθεί».
Η Εξεταστική Επιτροπή που είναι βέβαιο πως θα εγκριθεί λόγω κοινοβουλευτικών συσχετισμών θα είναι ελεγχόμενη από την κυβερνητική πλειοψηφία. Έτσι ούτε καν θα «ακουμπήσει» την πολιτική συρρίκνωσης των μικρών παραγωγών που υλοποίησε η Ε.Ε. «Στρατεύοντας» σε αυτόν τον στόχο τα κριτήρια των επιδοτήσεων και αφήνοντας ταυτόχρονα περιθώριο στην εκάστοτε κυβέρνηση (που εφάρμοζε αυτή την πολιτική) να «κάνει τα δικά της» διαμοιράζοντας κονδύλια σε ημετέρους. Αρκεί να μην το… παρακάνει.
Η τακτική της κυβέρνησης είναι αποτέλεσμα όχι μόνον διαχείρισης ενός «καραμπινάτου» σκανδάλου, αλλά και εσωτερικών συσχετισμών. Το Μέγαρο Μαξίμου -ανακοινώνοντας μια προσωπική απόφαση του Κυριάκου Μητσοτάκη- έδωσε ένα σαφές μήνυμα: Ότι δεν πρόκειται να «κάψει» τα κυβερνητικά στελέχη που κατά καιρούς στήριξαν τον πρωθυπουργό και εφάρμοσαν με συνέπεια τις κεντρικές κατευθύνσεις. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Λευτέρης Αυγενάκης και Μάκης Βορίδης, βρέθηκαν – σε διαφορετικές περιόδους- να είναι στενοί συνεργάτες του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Αποδέκτες του μηνύματος είναι όλα τα στελέχη που βρέθηκαν σε υπουργικούς θώκους. Ανάμεσα τους και αυτά που διαχειρίστηκαν τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης. Αφού αυτό είναι το νέο πεδίο ερευνών που έχει ανοίξει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, η οποία πλέον έχει μόνιμη παρουσία στην Ελλάδα και σύντομα αναμένεται να στείλει μία ακόμη δικογραφία στην Βουλή.
Αν συνυπολογίσει μάλιστα κανείς πως ο «σκληρός πυρήνας» των υπουργών του Κυριάκου Μητσοτάκη βρέθηκε στο επίκεντρο της διαχείρισης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, κατανοεί πως η στάση του Μεγάρου Μαξίμου είναι καθοριστική για την συνοχή της Νέας Δημοκρατίας. Άλλωστε ο Μάκης Βορίδης που βρέθηκε στο επίκεντρο του «Σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ», όπως και κάποιοι υπουργοί που θα εμπλακούν σε τυχόν δικογραφία για το Ταμείο Ανάκαμψης είναι βασικοί «παίκτες» στο εσωτερικό της ΝΔ. Άρα καθοριστικοί για τις συμμαχίες που θα ορίσουν την σταθερότητα της σημερινής, αλλά και την επόμενη ηγεσία της.
Το βασικό πολιτικό συμπέρασμα που προκύπτει από αυτές τις εξελίξεις είναι πως η εφαρμογή των αντιλαϊκών πολιτικών που εκπορεύονται από τις Βρυξέλλες και «εξειδικεύονται» από τα κόμματα της αστικής διαχείρισης… «πάνε πακέτο» με την «ρεμούλα». Ιδίως όταν αυτή αξιοποιείται και για ενίσχυση της πολιτικής επιρροής στις τοπικές κοινωνίες.
Πόσο μάλλον σε ένα κυβερνητικό σχήμα με τα χαρακτηριστικά της κυβέρνησης Μητσοτάκη: Εκεί όπου το περίφημο «επιτελικό κράτος» αποδείχθηκε ότι ήταν κατά κύριο λόγο ένας μηχανισμός αυστηρού ελέγχου των σχέσεων που διαμορφώνονταν ανάμεσα στην κυβέρνηση και το εγχώριο κεφάλαιο. Έχοντας ως «εργαλείο» την διαχείριση του δημόσιου (και κοινοτικού) χρήματος.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 19-20 Ιουλίου
















