Γιώτα Ιωαννίδου
Ακούμε συχνά για «σύγχρονες, επικερδείς επενδύσεις» και «ορθή διαχείριση του περιβάλλοντος και της πολιτιστικής κληρονομιάς». Εύηχες λέξεις για μια πολιτική που βιάζει και καταπατά, που καθιστά ιστορικούς τόπους και κοινωνικά αγαθά πεδία επιχειρηματικών κερδών και τόπους επίδειξης πλούτου και εξουσίας.
΄Εχει πολιτισμό σήμερα η τάξη της ιδιωτικής ιδιοκτησίας εκτός από την επιδίωξη «ιδιοκτησίας» του πολιτισμού; Ανοικτές είναι ακόμα οι πληγές στην καταματωμένη Γάζα, που ο Τραμπ ήθελε να κάνει Ριβιέρα σκοτώνοντας τους κατοίκους της∙ παρόμοια σχέδια εξελίσσονται στη γειτονική Αλβανία. Η οικογένεια Τραμπ-Κούσνερ με ντόπιους ολιγάρχες και ανά τον κόσμο δισεκατομμυριούχους, έχουν ξεκινήσει να περιφράσσουν τη νήσο Σαζάν. Στην Ελλάδα ζεύγος επώνυμων δεξιώνεται καλεσμένους για το γάμο του, με φουα γκρά και σαμπάνια, στον προμαχώνα της Ζεματίστρας, στο Νιόκαστρο της Πύλου. Ενώ στην «ανάπλαση του Ελληνικού», υψώνεται ο Riviera Tower, το ψηλότερο κτήριο της χώρας με πολυτελή διαμερίσματα, «μια καμπουριασμένη φιγούρα που μολύνει με τη σκιά της την Ακρόπολη, την πρωτεύουσα, το θαλάσσιο μέτωπο… ως τεχνητή στύση ευνούχου, ένα τεράστιο μεσαίο δάκτυλο σηκωμένο προς τους κατοίκους του λεκανοπεδίου σύγχρονους και παρελθόντες», όπως το χαρακτήρισε εύστοχα ο Θωμάς Τσαλαπάτης στην Εφημερίδα των Συντακτών.

Φυσικά όλα αυτά και πολλά άλλα που έγιναν ή προγραμματίζονται ανά την Ελλάδα, από τα κυβερνητικά χείλη και όλο το αστικό προσωπικό χαρακτηρίζονται ως καινοτομία, «σύγχρονη, επικερδής επένδυση και ορθή διαχείριση του περιβάλλοντος και της πολιτιστικής κληρονομιάς». Εύηχες λέξεις για μια πολιτική που βιάζει και καταπατά, που καθιστά ιστορικούς τόπους και κοινωνικά αγαθά όχι μόνο πεδία επιχειρηματικών κερδών αλλά και τόπους επίδειξης πλούτου και εξουσίας, εν τέλει κενότητας… αλλά και σημάδι της αστικής πεποίθησης ότι όλα τους ανήκουν, σε έναν κόσμο που τελικά απλά …τους φιλοξενεί και τους ανέχεται.
Η ταύτιση του «είμαι» με το «κατέχω», ειδικά στην εποχή του πολεμικού καπιταλισμού και της πολύπλευρης κρίσης του, όπου η βαρβαρότητα έχει πια αδίστακτα τεθεί σε δημόσια θέα, γεννά ασχήμια και αποφορά. Δεν υπάρχει η αίσθηση του κοινού αγαθού και του σεβασμού του. Όταν η κοινωνία ορίζεται ως άθροισμα ατόμων, άξιων και ανάξιων, με βάση την οικονομική τους επιφάνεια, η αγορά και ο ανταγωνισμός ρυθμίζουν τα πάντα. Όσο περισσότερα «κατέχει» κάποιος έναντι των λιγότερων που κατέχουν οι υπόλοιποι, τόσο πιο πολλά θεωρεί ότι «είναι».
«Ο άνθρωπος αγωνιά για την κάλυψη των υλικών αναγκών του αλλά και την ηθική επικύρωση της ύπαρξής του», γράφει ο Κίμων Ρηγόπουλος. Για τον απλό άνθρωπο στον καπιταλισμό αυτό σημαίνει εκμετάλλευση της εργασίας του και πολλαπλή αποξένωση, αν δεν τη συνειδητοποιήσει και δεν την αντιπαλέψει. Για αυτούς όμως που λεηλατούν την εργασία των άλλων και τον πλούτο που παράγουν, οι υλικές ανάγκες «καλύπτονται» από απληστία, δολοφονική αρπαγή, αδίστακτο ανταγωνισμό και αισθηματική ατροφία. Η ηθική επικύρωση της ύπαρξης γίνεται από τη βαρβαρότητα του δυνατού και όχι το μεγαλείο του δίκιου και την ομορφιά του κοινού καλού. Με αισθητική τηλεπλασιέ ξεπουλάνε ό,τι δεν τους ανήκει και ευτελίζουν ό,τι ακουμπούν προσπαθώντας απεγνωσμένα να πάρουν από την ομορφιά και τη γοητεία του.
«Ο σύγχρονος πολιτισμός πάσχει από ατροφική συνείδηση και γι αυτό ενθρονίζει την ευτέλεια ως απόλυτη αξία και μέτρο, δηλαδή σιτίζεται παρασιτικά από τα ελλείμματα της ιστορικής του προοπτικής», συνεχίζει ο Κίμωνας.
Η ταύτιση του «είμαι» με το «κατέχω», ειδικά στην εποχή του πολεμικού καπιταλισμού και της πολύπλευρης κρίσης του, γεννά ασχήμια και αποφορά
Ο αρχαίος τόπος, το φυσικό περιβάλλον, δεν είναι απλά μια έκταση γης, εμπορικής αξίας ή ένα όμορφο φεγγάρι σε αρχαία μάρμαρα, ντεκόρ για τα σουαρέ των πλουσίων. Παράγει ιστορικούς ψιθύρους αλλοτινών πολιτισμών, ποικιλομορφία και ομορφιά ζωής και ανθρώπινων αναζητήσεων. Συνομιλεί με τα θροΐσματα των φύλλων, της συλλογικής μνήμης και των αισθημάτων. Μέσα από αυτά ο άνθρωπος μπορεί να κοιτάζει τον εαυτό του, σε ένα κόσμο που ο ίδιος δημιούργησε. Δεν είναι μνήμη νεκρή, ντεκόρ ματαιοδοξίας για πόζες άδειων ανθρώπων, ο «εφιάλτης της Περσεφόνης», όπου εκεί που «φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα…τώρα τσιμέντα… άδεια κορμιά, σιδερικά …΄και ελάσματα».
Πρόκειται για υλικά ίχνη ενός παρελθόντος, που εγγράφεται στο παρόν μας και μπορεί να αποτελέσει πηγή γνώσης, έμπνευσης και καλλιέργειας για ένα μέλλον κοινωνικής χειραφέτησης. Πρόκειται για έναν πολιτισμό που οφείλουμε να διαφυλάξουμε και να αναπτύξουμε, μέσα σε ένα βόρβορο καπιταλιστικής βαρβαρότητας όλων των μορφών, αν θέλουμε να έχει ελπίδα η ανθρωπότητα. Για να είναι ο νους και οι αισθήσεις μας «αληταριό που όλο θα δραπετεύει» και θα οξειδώνει τα άδεια κελύφη που ενδεδυμένα τον πλούτο και την αλαζονεία τους, παριστάνουν τους ανθρώπους ενώ δανείζονται ξένη ουσία για να τα γεμίσουν…
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 13-14 Ιουνίου 2026












