Το «μνημόνιο κατανόησης» που ανακοίνωσαν ότι θα υπογράψουν την Παρασκευή Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν δημιουργεί ελπίδες για – προσωρινό έστω – τερματισμό του πολέμου. Η Παρασκευή, ωστόσο, απέχει ακόμη πολύ και η εμπειρία έχει δείξει ότι πολλά μπορούν να αλλάξουν ως τότε.
Για να μην ξεχνιόμαστε, ο πόλεμος αυτός ξεκίνησε με την απόφαση ΗΠΑ και Ισραήλ να βομβαρδίσουν το Ιράν – το οποίο, με τη σειρά του, απάντησε εξαπολύοντας τα δικά του πλήγματα εναντίον τους. Άρα, τα άμεσα εμπλεκόμενα μέρη είναι τρία, εκ των οποίων όμως μόνο τα δύο διαπραγματεύτηκαν και κατέληξαν στην όποια συμφωνία.
Το Ισραήλ, από την πλευρά του, πέρα από το γεγονός ότι επιχείρησε πολλάκις να τινάξει στον αέρα τη διαδικασία, ξεκαθάρισε από την πρώτη στιγμή πως δεν δεσμεύεται για τίποτα. Αντιθέτως, μάλιστα, το κράτος-τρομοκράτης διεμήνυσε στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο πως δεν προτίθεται να αποχωρήσει ούτε από τη Γάζα, ούτε από τον νότιο Λίβανο ούτε από τη Συρία.
Τα παραπάνω σημαίνουν, πολύ απλά, ότι οι συγκρούσεις (οι οποίες πρακτικά δεν σταμάτησαν ποτέ) μπορούν να αναζωπυρωθούν ανά πάσα στιγμή. Πολύ περισσότερο καθώς, δικαίως, η Τεχεράνη, η Χεζμπολάχ και η παλαιστινιακή αντίσταση δηλώνουν πως δεν θα σταματήσουν όσο οι δυνάμεις κατοχής δεν αποχωρούν.
Εξάλλου, τα πιο δύσκολα θα έρθουν μετά την Παρασκευή, εφόσον το μνημόνιο υπογραφεί. Και θα αφορούν το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, τις πολεμικές αποζημιώσεις, τα Στενά του Ορμούζ και συνολικά τον ρόλο του στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Ακόμη και σε αυτό το θολό φόντο, πάντως, ένα είναι απολύτως σαφές: Οι ΗΠΑ και ο Τραμπ γνώρισαν μια ταπείνωση στην περίπτωση του Ιράν, καθώς δεν κατάφεραν να πετύχουν κανέναν από τους αρχικούς στόχους που είχαν θέσει. Και όχι μόνο αυτό, αλλά εξαναγκάζονται να οδηγηθούν σε μια συμφωνία η οποία ουσιαστικά ικανοποιεί όλες τις απαιτήσεις του.
Πρακτικά, όπως είπε ο ίδιος ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, όσα έχουν γίνει γνωστά δεν διαφέρουν ουσιαστικά από τη συμφωνία που είχε υπογράψει εκείνος με την Τεχεράνη, το 2015, με τη συμμετοχή και Γερμανίας, Γαλλίας, Βρετανίας και Ρωσίας. Τη συμφωνία, δηλαδή, που ο Τραμπ είχε καταγγείλει ως καταστροφική και αποτυχημένη, για να αναγκαστεί τώρα να υπογράφει μία παρόμοια.
Σε αυτό το φόντο, είναι επίσης σαφές ότι οι ΗΠΑ χάνουν κι άλλο έδαφος στο πλαίσιο του παγκόσμιου καπιταλιστικού οικοδομήματος. Παρά την αδιαμφισβήτητη ισχύ και επιρροή τους – πολιτική, οικονομική και, κυρίως, στρατιωτική – αυτό που κατάφεραν να κάνουν είναι μια… τρύπα στο νερό. Αποδεικνύοντας στους συμμάχους τους στον Περσικό ότι δεν είναι τόσο ισχυρές για να τους προστατεύουν και στους μεγάλους ανταγωνιστές τους, κυρίως την Κίνα, ότι δεν είναι ανίκητες.
Αν αυτό το τελευταίο το συνειδητοποιήσουν και οι λαοί, τότε ένας κόσμος αντίστασης, εξεγέρσεων και ανατροπών ανοίγεται μπροστά μας.
Γιώργος Παυλόπουλος











