Παναγιώτης Ξοπλίδης
Σε υποχώρηση η αμερικανική «τάξη πραγμάτων»
Η επίθεση ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν έχει περάσει από την ένοπλη φάση της σε μια σύγκρουση η μορφή της οποίας θυμίζει περισσότερο σκακιέρα. Όποια όμως κι αν είναι η εξέλιξη της, η αμερικανική «νέα τάξη πραγμάτων» βρίσκεται σε υποχώρηση. Φυσικά, θα ήταν λάθος να υποτιμηθεί το εύρος των δυνατοτήτων της στρατιωτικής μηχανής των ΗΠΑ, ωστόσο είναι σαφές το στρατηγικό αδιέξοδο τους. Η κρίση είναι πολυεπίπεδη – στρατιωτική, οικονομική, πολιτική, ιδεολογική.
Οι τραγελαφικές δηλώσεις Τραμπ δεν είναι απόρροια της ναρκισσιστικής ρητορικής του, αλλά καλύπτουν μια αδυναμία στις πραγματικές στρατιωτικές επιλογές που διαθέτει. Το ενδεχόμενο μιας ολομέτωπης επίθεσης και ακόμα περισσότερο αυτό μιας χερσαίας εισβολής μοιάζει πλέον απίθανο. Είναι σχεδόν δημόσια δηλωμένη η απροθυμία του Πενταγώνου για κάτι τέτοιο, αμφισβητώντας την αποτελεσματικότητά της, αλλά και τη δυνατότητα να υλοποιηθεί. Υπάρχουν αναφορές ότι έγινε προσπάθεια δημιουργίας προγεφυρώματος σε ιρανικό έδαφος κατά την επιχείρηση διάσωσης Αμερικανού πιλότου, που εγκαταλείφθηκε λόγω του μεγέθους των υλικών απωλειών που υπέστη και της έλλειψης βοήθειας από πιθανούς συμμάχους (ένοπλες κουρδικές ομάδες κ.α).
Την ίδια στιγμή, εντάσεις με τη στρατιωτική ηγεσία υπάρχουν από την αρχή του πολέμου, με υψηλόβαθμους αξιωματούχους να διαφωνούν με την κλιμάκωση της επιχείρησης, μια στάση που τους κόστισε την απώλεια των θέσεων τους. Η καρατόμηση του υπουργού Ναυτικού, Τζον Φέλαν – εν μέσω της κρίσης στο Ορμούζ – είναι αποκαλυπτική όχι μόνο του αδιεξόδου των ΗΠΑ, αλλά και της φύσης του αμερικανικού καπιταλισμού. Ο πολιτικός προϊστάμενος του Ναυτικού δεν διέθετε την παραμικρή εμπειρία από στρατιωτικά ζητήματα. Ήταν όμως δισεκατομμυριούχος, γείτονας του Τραμπ στο Μαρ-α-Λάγκο και ιδιοκτήτης κερδοσκοπικών κεφαλαίων. Η άσκηση πολιτικής με όρους CEO είναι κυρίαρχη τάση στο αστικό σύστημα σήμερα, ωστόσο ο παρασιτισμός του καπιταλισμού γίνεται πλέον κραυγαλέος και τον αναγκάζει να τρώει τις σάρκες του.
Η αμερικανική επιθετικότητα δεν αποτελεί μια ιδιοτροπία του Τραμπ, αλλά πηγάζει από τη θεμελιώδη κρίση του αμερικανικού καπιταλισμού και την ιστορική του παρακμή, την οποία οι ΗΠΑ επιδιώκουν να ξεπεράσουν καταφεύγοντας στον πόλεμο. Η ηγετική δύναμη δεν μπορεί πλέον να επιλύσει τις αντιφάσεις της μέσω του ανταγωνισμού και των συνήθων οικονομικών μηχανισμών της καπιταλιστικής συσσώρευσης, αλλά πρέπει να καταφύγει στη χρήση βίας.
Η παράταση του πολέμου – έστω και σε «ήπια» μορφή – θα μπορούσε να προκαλέσει παγκόσμια ύφεση. Όμως, ποτέ πριν ο κόσμος δεν είχε εισέλθει σε κρίση οποιουδήποτε είδους με τόσο υψηλά ελλείμματα και επίπεδα χρέους. Κατά τη διάρκεια της πετρελαϊκής κρίσης της δεκαετίας του 1970, το μέσο έλλειμμα ήταν 2%, ενώ τώρα έχει υπερδιπλασιαστεί, ενώ το χρέος των μεγάλων οικονομιών έχει εκτοξευθεί από 20% σε 100%. Τα ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου, τα οποία στο παρελθόν χρησίμευαν ως ασφαλές καταφύγιο κατά τη διάρκεια κρίσεων, έχουν ήδη υποτιμηθεί. Αυτό συμβαδίζει με την αύξηση των επιτοκίων λόγω της αναζωπύρωσης του πληθωρισμού, η οποία ρίχνει λάδι στη φωτιά μιας νέας ύφεσης που θα έχει δραματικές συνέπειες για τις φτωχότερες χώρες, με κίνδυνο ακόμα και επισιτιστικής κρίσης. Ακόμα και οι πετρομοναρχίες του Κόλπου βυθίζονται σε αυτόν τον φαύλο κύκλο, εντείνοντας την παγκόσμια αστάθεια και την αδυναμία των ΗΠΑ να εκπληρώνουν τον ρόλο της «εγγυήτριας δύναμης». Στην ίδιες τις ΗΠΑ, οι πετρελαϊκοί κολοσσοί, αλλά και οι γίγαντες Big Tech και Big Data εμφανίζουν τεράστια κέρδη λόγω των πολέμων, ωστόσο για τη βάση της αμερικανικής κοινωνίας το κόστος είναι ασφυκτικό.
Η άσκηση πολιτικής με όρους… CEO μοιάζει να είναι η κυρίαρχη τάση στο αστικό σύστημα σήμερα
Εμφανίζονται, έτσι, σοβαροί τριγμοί, ακόμα και στο εσωτερικό του στρατοπέδου του Τραμπ και του «κινήματος» MAGA. Η κρίση προϋπήρχε, ωστόσο ο πόλεμος στο Ιράν κατέστησε το ρήγμα αγεφύρωτο. Ηγετικές μορφές του ακροδεξιού φάσματος, όπως ο Τάκερ Κάρλσον, ο Στιβ Μπάνον, η Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν, έχουν μεταστραφεί στους δριμύτερους αντιπάλους του Τραμπ, εκφράζοντας την σήψη της αστικής πολιτικής της χώρας και την αδυναμία της να υπηρετήσει οποιοδήποτε ιδεολογικό «όραμα», πέρα από τον κοινωνικό κανιβαλισμό. Είναι ενδεικτικό και ότι ένα τμήμα της διεθνούς ακροδεξιάς στρέφεται ενάντια στο Ισραήλ, όχι λόγω του παραδοσιακού αντισημιτισμού, αλλά λόγω των ολέθριων συνεπειών που έχουν πλέον οι ατέλειωτοι πόλεμοι που περιστρέφονται γύρω από την αδηφάγο σιωνιστική μηχανή. Ο ισχυρισμός ότι η Ουάσιγκτον ωθήθηκε στον πόλεμο από το Ισραήλ είναι βέβαια αρκετά «βολικός» και δεν είναι τυχαίο ότι εκφράζεται και από την ρεφορμιστική αριστερά και τη νέα σοσιαλδημοκρατία που χτίζεται με άξονα τον αντι-τραμπισμό. Συσκοτίζεται, έτσι, η πραγματική αιτία της πολεμικής φάσης του σύγχρονου καπιταλισμού.
Παρ’ όλα αυτά, για πρώτη φορά εμφανίζονται ρήγματα και εντός του στρατοπέδου ΗΠΑ-Ισραήλ, μια εξέλιξη που μπορεί να έχει αλυσιδωτές επιπτώσεις στο μέλλον. Φαίνεται ότι ασκήθηκε πραγματικά πίεση στην κυβέρνηση Νετανιάχου για να σταματήσει η επιχείρηση κατάληψης του νοτίου Λιβάνου μέχρι τον ποταμό Λιτάνι και οι μαζικοί βομβαρδισμοί στη Βηρυτό και σε άλλες περιοχές εκτός πεδίου δράσης της Χεζμπολά. Το Ισραήλ και η φιλοδυτική λιβανέζικη κυβέρνηση βρίσκονται σε διαπραγματεύσεις, στο πλαίσιο του ευρύτερου διπλωματικού παζαριού, όμως είναι πασιφανές ότι ο κοινός στόχος του αφοπλισμού της Χεζμπολά δεν μπορεί να επιτευχθεί. Οι διαστάσεις γενοκτονίας και ολοκληρωτικής καταστροφής που έχουν οι πόλεμοι που διεξάγει το Ισραήλ καθρεφτίζουν την φύση του πολέμου και του ολοκληρωτικού καπιταλισμού της εποχής μας. Δημιουργούν όμως και τους όρους της ανατροπής του. Όλοι αυτοί οι τριγμοί, στρατιωτικοί, διπλωματικοί, κοινωνικοί, δεν θα είχαν αυτή την διάσταση αν δεν υπήρχε η αντοχή της παλαιστινιακής αντίστασης και η δυναμική του διεθνούς λαϊκού κινήματος. Το στρατηγικό αδιέξοδο ΗΠΑ και Ισραήλ μπορεί να γίνει ήττα, αλλά αυτό θα προκύψει μέσα από την πάλη των λαών και όχι με επικλήσεις σε καθεστώτα και ελπίδες σε αναγέννηση της σοσιαλδημοκρατίας.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 25-26 Απριλίου 2026












