Γιάννης Φραγκούλης
Το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης ολοκληρώθηκε με την προβολή της ταινίας «Ο κύριος Κανένας ενάντια στον Πούτιν». Η τελετή λήξης ήταν λιτή και το ραντεβού ανανεώθηκε για τον Μάρτιο του 2027.
Αν το δούμε συνολικά, μπορούμε να πούμε ότι πρόκειται για μια πετυχημένη διοργάνωση. Στο φετινό Φεστιβάλ υπήρχαν τα πάντα: θεατρική παράσταση, εικαστικές εκθέσεις, masterclasses, ειδικές προβολές, παρουσίαση βιβλίου, απονομές τιμητικών βραβείων, ανοιχτές συζητήσεις για τη «γενεαλογία του μέλλοντος». Ίσως, θα έλεγε κανείς, όλα εκτός από τις ίδιες τις ταινίες, με την ειρωνική έννοια της υπερπληθώρας παράλληλων δράσεων.
Το επίπεδο των ταινιών ήταν αρκετά υψηλό. Οι ελληνικές παραγωγές στάθηκαν επάξια δίπλα στις ξένες, γεγονός που δείχνει τη σημαντική άνοδο του ελληνικού ντοκιμαντέρ. Το επόμενο στοίχημα είναι αυτές οι ταινίες να βρουν τον δρόμο τους προς τις κινηματογραφικές αίθουσες και το κοινό τους, καθώς δεν διαθέτουν τηλεοπτική γραφή.
Στα διαγωνιστικά τμήματα, ελληνικές και ξένες ταινίες ανέδειξαν προβληματισμούς γύρω από ζητήματα που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο. Το θέμα της δημοκρατίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων κυριάρχησε σε όλα τα τμήματα του Φεστιβάλ — ένα διακύβευμα κεντρικό για την εποχή μας, το οποίο οι κινηματογραφιστές προσέγγισαν με ιδιαίτερη προσοχή.
Οι γεμάτες αίθουσες και οι συζητήσεις που ακολουθούσαν τις προβολές επιβεβαιώνουν ότι το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ αποτελεί σημείο αναφοράς και ζωντανό χώρο προβληματισμού για τους κινηματογραφόφιλους.
Ενδεικτική είναι η ταινία Στον πυρετό της σαπουνόπερας της Ίνκα Άχτε, που εξετάζει την επιρροή της τηλεόρασης στους ανθρώπους. Γυρισμένη στη Φινλανδία, συνδυάζει τη μελέτη της μαζικής επικοινωνίας με το πολιτικό πλαίσιο της χώρας, συνθέτοντας μια ενδιαφέρουσα ματιά στο παρελθόν και το παρόν. Πολλές ταινίες κινήθηκαν σε αυτή τη διαλεκτική προσέγγιση του θέματος.
Το ντοκιμαντέρ δεν αποτελεί πλέον απλή καταγραφή μιας κοινωνικής ή ψυχολογικής κατάστασης. Διεισδύει στο κοινωνικό πεδίο, ερευνά σε βάθος και προτείνει στον θεατή μια διαφορετική ανάγνωση των φαινομένων.
Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα αν το κράτος θα στηρίξει ουσιαστικά την ελληνική παραγωγή ντοκιμαντέρ, αν θα ενισχύσει δημιουργούς που επιδιώκουν να καλλιεργήσουν έναν ουσιαστικό προβληματισμό στο κοινό και να συμβάλουν στην κατανόηση του κόσμου μας. Ωστόσο, φαίνεται πως το αρμόδιο υπουργείο δεν προκρίνει μια τέτοια πολιτιστική κατεύθυνση — μια κατεύθυνση που θα μπορούσε να επιφέρει ουσιαστικές ανατροπές.
Ελληνικές και ξένες ταινίες ανέδειξαν προβληματισμούς γύρω από ζητήματα όπως η δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα
Ο πολιτισμός δεν μπορεί να περιορίζεται σε ένα τμήμα της κρατικής τηλεόρασης — και αυτό συνιστά μια ανησυχητική εξέλιξη. Παράλληλα, το Φεστιβάλ φαίνεται να ακολουθεί μια αμφιλεγόμενη επιλογή, αποκλείοντας τις ταινίες μικρού μήκους ντοκιμαντέρ. Όσοι ασχολούμαστε με τον κινηματογράφο γνωρίζουμε ότι η μικρού μήκους φόρμα αποτελεί πεδίο πειραματισμού και ανανέωσης της κινηματογραφικής γλώσσας. Πρόκειται για έναν ζωτικό χώρο που διαχρονικά αναζωογονεί τις εθνικές κινηματογραφίες — και η απουσία του από το Φεστιβάλ δημιουργεί εύλογα ερωτήματα.
Αναμένοντας το επόμενο Φεστιβάλ —με την ελπίδα ότι θα είναι ακόμη καλύτερο— δεν έχουμε παρά να ευχηθούμε τα ντοκιμαντέρ να βρουν τη θέση που τους αξίζει και να γεμίσουν τις αίθουσες.
















