Γιώργος Μουρμούρης
Ελικόπτερα, τζετ και γιοτ
Τον Αύγουστο του 1999, ένα ελικόπτερο με επιβάτες τον βουλευτή της ΝΔ Μανώλη Κεφαλογιάννη, τον εκπρόσωπο Τύπου της ΝΔ Άρη Σπηλιωτόπουλο και τον εκδότη της εφημερίδας Εξουσία Μιχάλη Ανδρουλιδάκη προσγειωνόταν στην παραλία του Σαρακίνικου στη Γαύδο. Ο θορυβώδης, απρόσκλητος επισκέπτης, τα πέδιλα του οποίου επικάθησαν στην άμμο του Λιβυκού παρά την ύπαρξη ελικοδρομίου, προκάλεσε την οργή των λουομένων που καταγράφηκε σε βίντεο.
Άλλοι καιροί, άλλα ήθη. Άλλη η κοινωνική αυτοπεποίθηση διαρκούντος του κοινωνικού συμβολαίου της Μεταπολίτευσης, άλλο το αίσθημα κόπωσης και παραίτησης που, παρά τα αγωνιστικά σκιρτήματα, επικρατεί σήμερα.
Έτσι, αυτό που τότε έμοιαζε – και ήταν – προσβολή προς τους λουομένους και την υποβλητικότητα του τοπίου αποτελεί πλέον κανονικότητα, αν και οι απογειώσεις και οι προσγειώσεις των ιδιωτικών αεροσκαφών πραγματοποιούνται στους διαδρόμους και όχι στην άμμο. Το 2024 καταγράφηκαν στην Ελλάδα 42.777 αφίξεις και αναχωρήσεις αεροσκαφών business aviation, αυξημένες κατά 6% έναντι του 2023 – μία ανά 12 λεπτά. Οι προορισμοί υποδηλώνουν τη σύνδεση με τον τουρισμό πολυτελείας: 496 πτήσεις μεταξύ Αθήνας και Μυκόνου, 365 μεταξύ Αθήνας και Σαντορίνης και 276 μεταξύ Αθήνας και Πάρου.
Πρόκειται για άλλο ένα «χόμπι» των υπερπλουσίων, ρυπογόνο για τον πλανήτη και επιβαρυντικό για τους μικρούς προορισμούς. Είναι ενδεικτικό ότι μελέτη του 2024 στο Communications Earth & Environment υπολόγισε τις εκπομπές της ιδιωτικής αεροπορίας το 2023 σε 3,6 τόνους CO₂ ανά πτήση κατά μέσο όρο. Σύμφωνα με ξεχωριστή ανάλυση, ανά επιβάτη τα ιδιωτικά αεροσκάφη εκπέμπουν πέντε έως 14 φορές περισσότερο CO₂ από τις συμβατικές πτήσεις.
Αν σε αυτά προστεθούν τα γιοτ, τα μίνι βαν με τα φιμέ τζάμια, οι βίλες με πισίνες στα άνυδρα νησιά και οι all inclusive παράδεισοι των περιφράξεων και της εργασιακής σκλαβιάς, έχουμε μπροστά μας μερικές από τις χαρακτηριστικότερες εκφάνσεις του τουρισμού πολυτελείας.

Κατά την τελευταία δεκαετία ο τουρισμός πολυτελείας έχει αναδειχθεί σε ένα από τα ταχύτερα αναπτυσσόμενα τμήματα της ελληνικής «βαριάς βιομηχανίας». Είναι ενδεικτικό ότι μεταξύ 2015 και 2024 ο αριθμός των πεντάστερων ξενοδοχείων υπερδιπλασιάστηκε, από 412 σε 835, καταγράφοντας αύξηση 103%, ενώ τα δωμάτιά τους αυξήθηκαν κατά 75%. Την ίδια περίοδο, στο σύνολο του ξενοδοχειακού δυναμικού της χώρας οι μονάδες αυξήθηκαν μόλις κατά 4% και τα δωμάτια κατά 11%. Η τάση συνεχίστηκε το 2024, με τον κύκλο εργασιών των ξενοδοχείων τεσσάρων και πέντε αστέρων να αυξάνεται κατά 9,9%, έναντι 5% στις κατηγορίες ενός έως τριών αστέρων.
Στην κορυφή αυτής της μορφής τουρισμού βρίσκεται το Νότιο Αιγαίο με 311 πεντάστερα ξενοδοχεία το 2024, ενώ ακολουθούν η Κρήτη με 177 και τα Ιόνια Νησιά με 85 – προορισμοί δηλαδή που υφίστανται ασφυκτική πίεση λόγω της λειψυδρίας και των πεπερασμένων αντοχών των νησιωτικών υποδομών. Είναι ενδεικτικό ότι φέτος τον Ιούλιο έξι νησιά της Περιφέρειας του Νοτίου Αιγαίου (η Τήνος, η Αστυπάλαια, η Λέρος, η Πάτμος, η Σύμη και η Κάρπαθος) βρίσκονται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας.
Η υπερανάπτυξη των γιγαντιαίων αυτών υποδομών επιβαρύνει υπέρμετρα ιδίως τα μικρά αλλά δημοφιλή νησιά, όπως η Σαντορίνη όπου, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη ερευνητών του ΕΜΠ και του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, μεγάλες τουριστικές υποδομές, όπως ξενοδοχεία τεσσάρων και πέντε αστέρων, πισίνες και βοηθητικοί χώροι, καταλαμβάνουν το 12%-18% των τεχνητών επιφανειών στις κεντρικές και βόρειες ζώνες του νησιού. Στην περιοχή του Ακρωτηρίου, μάλιστα, το ποσοστό αυτό φτάνει περίπου το 35%. Σε άλλα στοιχεία που καταδεικνύουν ευρύτερα τις συνέπειες του υπερτουρισμού, σε μία από τις ζώνες που εξέτασε η μελέτη η δόμηση μέσα σεπροστατευόμενες περιοχές φτάνει το 12,7%, ενώ το 2023 καταγράφονταν 4.783 καταχωρίσεις στην Airbnb με 10.750 κλίνες.
Αν στα παραπάνω προστεθούν οι πολυτελείς επαύλεις που οικοδομούνται με φρενήρεις ρυθμούς στα νησιά των Κυκλάδων, για τον αριθμό των οποίων δεν υπάρχει επίσημη καταγραφή και οι οποίες συχνά περιβάλλονται από υδροβόρα φυτά όπως το γκαζόν, καθώς και οι μη καταγεγραμμένες πισίνες σε μέρη που υποφέρουν από λειψυδρία, η εικόνα δείχνει τα όρια μιας βιομηχανίας που ξεζουμίζει τους πόρους και τις τοπικές κοινωνίες μέχρι εξαντλήσεως των φυσικών και έμψυχων αποθεμάτων τους, για να μετακινηθεί στη συνέχεια στον επόμενο προορισμό. Όπως δείχνει η περίπτωση της Μαγιόρκα, όπου η ανεξέλεγκτη τουριστική ανάπτυξη επιβάρυνε την υδροδότηση, τη διαχείριση των απορριμμάτων και τις δημόσιες υποδομές, συνέβαλε στην εκτόξευση των ενοικίων και οδήγησε χιλιάδες κατοίκους στους δρόμους, με κεντρικό αίτημα «λιγότερος τουρισμός, περισσότερη ζωή».
Αξίζει να σημειωθεί πάντως πως τα ακριβά ξενοδοχεία δεν απευθύνονται μόνο στους υπερπλούσιους. Πολλοί επισκέπτες τους, όπως γνωρίζουν οι εργαζόμενοι στον τουρισμό, είναι μισθωτοί –και όχι πάντοτε καλά αμειβόμενοι, οι οποίοι συγκεντρώνουν χρήματα επί έναν χρόνο ώστε να περάσουν λίγες μέρες με την αυταπάτη της πολυτέλειας και της ισχύος, που ενίοτε εκδηλώνεται προσβλητικά έναντι των ξενοδοχοϋπαλλήλων.
Μια άλλη παράμετρο του τουρισμού της χλιδής αποτελούν τα γιοτ και τα κότερα που κατακλύζουν τις ελληνικές θάλασσες και ακτές. Σύμφωνα με στοιχεία της Riginos Yachts, η Ελλάδα βρέθηκε το 2024 στην πρώτη θέση παγκοσμίως στις ναυλώσεις πολυτελών μηχανοκίνητων γιοτ άνω των 20 μέτρων, καταλαμβάνοντας το 26% της διεθνούς αγοράς. Περισσότερα από 500 τέτοια σκάφη ναυλώθηκαν στις ελληνικές θάλασσες κατά το ίδιο έτος, αριθμός αυξημένος κατά 8% σε σύγκριση με το 2023.
Ο θαλάσσιος τουρισμός των υπερπλουσίων ευνοείται και από ένα πλαίσιο που επιτρέπει στα μεγάλα γιοτ να παραμένουν αρόδου, ακόμη και δίπλα σε δημοφιλή θέρετρα, χωρίς να καταβάλλουν τέλη ελλιμενισμού, εφόσον βρίσκονται εκτός οργανωμένου λιμένα ή αγκυροβολίου και δεν ισχύει ειδική τοπική χρέωση. Η βασική πανελλαδική επιβάρυνσή τους είναι το Τέλος Πλοίων Αναψυχής και Ημερόπλοιων, το οποίο για σκάφη άνω των 12 μέτρων ανέρχεται σε 8 ευρώ ανά μέτρο τον μήνα. Αυτό σημαίνει ότι ένα ιδιωτικό γιοτ μήκους 50 μέτρων καταβάλλει περίπου 400 ευρώ για έναν μήνα παραμονής στα ελληνικά χωρικά ύδατα, πριν από τυχόν εκπτώσεις.
Στον αντίποδα, στη γειτονική Ιταλία επιβάλλονται πρόσθετες τοπικές χρεώσεις ακόμη και για την παραμονή αρόδου. Στο Εθνικό Πάρκο του αρχιπελάγους La Maddalena στη Σαρδηνία, για παράδειγμα, η πλεύση και η αγκυροβολία στις ζώνες του πάρκου προϋποθέτουν ειδική άδεια, με την ημερήσια χρέωση για γιοτ άνω των 35 μέτρων να φτάνει τα 5 ευρώ ανά μέτρο.

Όπως και στην περίπτωση των ιδιωτικών τζετ, τα μεγάλα ιδίως γιοτ επιβαρύνουν πολλαπλώς το περιβάλλον: Στη μελέτη «Carbon Inequality Kills» του 2024, η Oxfam εξέτασε 23 σούπερ γιοτ ιδιοκτησίας 18 δισεκατομμυριούχων και εκτίμησε το μέσο ετήσιο ανθρακικό αποτύπωμά τους σε 5.672 τόνους ισοδύναμου CO2 ανά σκάφος. Η επιβάρυνση μάλιστα δεν σταματά όταν τα σκάφη ρίχνουν άγκυρα, καθώς εξακολουθούν να λειτουργούν γεννήτριες για τον κλιματισμό, τον φωτισμό και τις υπόλοιπες ανάγκες τους. Αυξάνοντας, σε τοπικό επίπεδο, την ατμοσφαιρική ρύπανση και τον υποθαλάσσιο θόρυβο, τους κινδύνους διαρροών καυσίμων και παράνομων απορρίψεων υγρών αποβλήτων, αλλά και την καταστροφή του βυθού από τις άγκυρες και τις βαριές αλυσίδες οι οποίες τραυματίζουν ή ξεριζώνουν τα λιβάδια Ποσειδωνίας.
Όπως φαίνεται λοιπόν ο τουρισμός των υπερπλουσίων –ή, ακριβέστερα, ο τουρισμός της χλιδής και της προκλητικής κατανάλωσης, μιας και σε αυτόν «εισβάλλουν» ενίοτε και τουρίστες από χαμηλότερα στρώματα, θέλοντας να ζήσουν κάποιες μέρες ως… αφεντικά, αποτελεί μία από τις πλέον επιβαρυντικές μορφές της τουριστικής βιομηχανίας ανά επισκέπτη. Ο αποικισμός της στεριάς, της θάλασσας και του αέρα από το κεφάλαιο και το κέρδος εντείνει τους αποκλεισμούς και τις περιφράξεις, επιβαρύνει τις τοπικές κοινωνίες και ρυπαίνει ανούσια το περιβάλλον την ώρα που ο πλανήτης φλέγεται από την κλιματική κρίση.
Τείχη ακρίβειας για τους πολλούς και εύθραυστες υποδομές

Την ώρα που πολύτιμοι φυσικοί πόροι κατασπαταλώνται για τη μετακίνηση και την καλοπέραση των τουριστών της χλιδής, η πρόσβαση των ντόπιων στους ίδιους πόρους καθίσταται ολοένα και πιο δύσκολη. Με τη μέση πανελλαδική τιμή της απλής αμόλυβδης στις 22 Ιουλίου να βρίσκεται στα 1,988 ευρώ το λίτρο και τα διόδια να αναπροσαρμόζονται ταχύτατα βάσει του πληθωρισμού, ώστε να διασφαλίζονται τα έσοδα των εταιρειών διαχείρισης των αυτοκινητοδρόμων, μια μονή διαδρομή από την Αθήνα έως την Καλαμάτα κοστίζει περίπου 51,70 ευρώ, έως τα Ιωάννινα 105,98 ευρώ, έως τον Βόλο 71,16 ευρώ και έως την Καβάλα 141,22 ευρώ. Πρόκειται για κόστος σε μεγάλο βαθμό ανελαστικό, δεδομένου ότι το διαλυμένο και αναξιόπιστο σιδηροδρομικό δίκτυο δεν αποτελεί ρεαλιστική εναλλακτική παρότι θα μπορούσε να προσφέρει έναν φθηνό, ποιοτικό και φιλικό προς το περιβάλλον τρόπο μεταφοράς, ενώ τα πανάκριβα ΚΤΕΛ είναι για πολλούς συνώνυμα της ταλαιπωρίας.
Όσον αφορά τις ακτοπλοϊκές μετακινήσεις, μια μονή διαδρομή στις 5 Αυγούστου για τέσσερις ενήλικες με ΙΧ και τετράκλινη εσωτερική καμπίνα, χωρίς εκπτώσεις κόστιζε 360,5 ευρώ από τον Πειραιά προς το Ηράκλειο, 461,5 ευρώ προς τα Χανιά, 490 ευρώ προς τη Ρόδο και 366 ευρώ προς τη Μυτιλήνη.
Εκτός από τα καύσιμα, πιέσεις από το γενικευμένο κύμα υπερτουρισμού – κορωνίδα του οποίου αποτελεί ο τουρισμός της χλιδής – υφίστανται και άλλοι φυσικοί πόροι, όπως το νερό. Πέραν των έξι νησιών του Νοτίου Αιγαίου που προαναφέρθηκαν – της Τήνου, της Αστυπάλαιας, της Λέρου, της Πάτμου, της Σύμης και της Καρπάθου, σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας βρίσκονται τρία ακόμη νησιά: η Αλόννησος, το Μεγανήσι και ο Πόρος, καθώς και ο Δήμος Κεντρικής Κέρκυρας και Διαποντίων Νήσων.
Αλλά και τα δίκτυα ηλεκτρισμού δοκιμάζονται από την υψηλή θερινή ζήτηση, κυρίως για ψύξη, ενώ οι υποδομές αποδεικνύονται συχνά ανεπαρκείς: τον Δεκαπενταύγουστο του 2024 η Ίος, η Φολέγανδρος και η Σίκινος έμειναν επί ώρες χωρίς ρεύμα, στο αποκορύφωμα της τουριστικής περιόδου, ενώ τον Ιούλιο του 2025 εκτεταμένες και επαναλαμβανόμενες διακοπές ηλεκτροδότησης σημειώθηκαν στην Τήνο, επηρεάζοντας ακόμη και την κεντρική μονάδα αφαλάτωσης του νησιού.
Ελλείψει δε μιας καλά οργανωμένης δημόσιας συγκοινωνίας ακόμα και μικρά νησιά του Αιγαίου κατά τους θερινούς μήνες αποκτούν κυκλοφοριακό Λεκανοπεδίου, με συμφόρηση και ουρές χιλιομέτρων. Είναι ενδεικτικό ότι μόνο τον Αύγουστο του 2024 αποβιβάστηκαν στη Νάξο 15.833 ΙΧ, επιβαρύνοντας ένα οδικό δίκτυο σχεδιασμένο για άλλη μεγέθη κυκλοφορίας και άλλους ρυθμούς ζωής.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ που κυκλοφόρησε 1-2 Αυγούστου
και θα μείνει στα περίπτερα μέχρι 25/8













