Δημήτρης Τζιαντζής
Ειδικά στη μεταπολεμική περίοδο, η ποπ κουλτούρα και η βιομηχανία της προσωπικής ζωής αποτέλεσαν αποτελεσματικά «όπλα μαζικής κατανάλωσης» και χειραγώγησης στη μάχη για ιδεολογική ηγεμονία.
Στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης λέγαμε ότι «στους δρόμους γεννιούνται οι συνειδήσεις». Στις ΗΠΑ, ωστόσο, πίστευαν ότι οι συνειδήσεις γεννιούνται στα εφηβικά δωμάτια. Η λογική ήταν πως αν καταφέρεις να κατακτήσεις τις καρδιές –και τα πορτοφόλια– των εφήβων, τότε μπορείς να κατακτήσεις όλο τον κόσμο.
Ο πολιτισμός αποτέλεσε, έτσι, κεντρικό στοιχείο της αντιπαράθεσης της μεταπολεμικής περιόδου. Οι ΗΠΑ προώθησαν τον Τζέιμς Ντιν, τον Έλβις Πρίσλεϊ, το Lets twist again, τον Τζάκσον Πόλοκ και τον αφηρημένο εξπρεσιονισμό. Οι Σοβιετικοί, με τη σειρά τους, πόνταραν στη ρωσική πρωτοπορία, τον Νουρέγιεφ, τον Αϊζενστάιν, το μπαλέτο και την κλασική μουσική.
Η CIA από τη δεκαετία του 1950 κατάλαβε καλύτερα τη σημασία της εξαγωγής των «δυτικών αξιών» και επένδυσε πολύ σημαντικά κεφάλαια σε αυτό τον ακήρυχτο πόλεμο των πολιτισμών. Σε αυτό το πλαίσιο, χρηματοδότησε και το διαβόητο «Συνέδριο για την Πολιτιστική Ελευθερία» (CCF) που είχε παρουσία σε πάνω από 35 χώρες. Για την ιστορία αυτή, που δεν κατάφερε να στεριώσει στην Ελλάδα, αξίζει να διαβάσετε το εξαιρετικό βιβλίο του Στρατή Μπουρνάζου Η ιστορία μιας ματαίωσης: το CCF και ο Πολιτισμικός Ψυχρός Πόλεμος στην Ελλάδα (1950-1967).
Το CCF χρηματοδοτούσε και ενίσχυε ποικιλοτρόπως καλλιτέχνες και δράσεις που στήριζαν την «αμερικανική κουλτούρα». Στο πλαίσιο της «πολιτιστικής διπλωματίας», με τη βοήθεια των εγχώριων αμερικανόφιλων, δημιούργησε ένα δίκτυο στο οποίο συμμετείχαν δεκάδες πρώην αριστεροί διανοούμενοι, προσωπικότητες των ΜΜΕ, δημοσιογράφοι και καλλιτέχνες. Όπως σημειώνει ο Μπουρνάζος, το CCF δεν ήταν απλή μαριονέτα των μυστικών υπηρεσιών, αλλά ένας οργανισμός που διατηρούσε έναν βαθμό αυτονομίας, με φιλελεύθερο χαρακτήρα, ο οποίος μάλιστα ήθελε να εγγράφεται στον χώρο της Αριστεράς. Παράλληλα, λειτουργούσε και ο σταθμός της αμερικανικής βάσης στο Ελληνικό που χρηματοδοτούνταν από το υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ με σκοπό επίσημα την ψυχαγωγία του αμερικανικού στρατιωτικού προσωπικού και του προσωπικού των βάσεων, αλλά και τη γνωριμία των ντόπιων με τον «αμερικανικό τρόπο ζωής».
Από τα Levi’s ως τον Σούπερμαν και τον Τζέιμς Ντιν και από τα McDonald’s ως τους Metallica, η επέλαση της δυτικής κουλτούρας υπήρξε σαρωτική και καταλυτική.
Η Δύση είχε σαφή υπεροχή στη μουσική βιομηχανία, το σινεμά, τα τσιγάρα, τα νεανικά στέκια, τα Levi’s, τα αυτοκίνητα. Οι νέοι της Ανατολικής Γερμανίας έβρισκαν αφορμή για να ταξιδέψουν στο Δυτικό Βερολίνο, να δουν τον Επαναστάτη χωρίς Αιτία και να αποκτήσουν πρόσβαση σε δυτικά αγαθά που αποτελούσαν «απαγορευμένο καρπό»» για τις λεγόμενες Λαϊκές Δημοκρατίες. Μαζί με τον Τζέιμς Ντιν, βέβαια, παρακολουθούσαν και τη διοχετευμένη δυτική και αντισοβιετική προπαγάνδα στα επίκαιρα, που έδειχνε «όλα όσα τους έκρυβαν» στην άλλη πλευρά του «Σιδηρούν Παραπετάσματος».
Τα κυκλώματα μαυραγοριτών σε όλη την ανατολική Ευρώπη, που πουλούσαν δυτικά μοδάτα καταναλωτικά προϊόντα, αποτέλεσαν «πεδίο δόξης λαμπρόν» και για τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ που φρόντισαν –και μέσω αυτών– να αποκτήσουν δίκτυο πληροφοριοδοτών εντός της ΕΣΣΔ. Το φαινόμενο αυτό αναδεικνύει η λετονική σειρά Σοβιετικά τζιν που εμφανίζει τα αμερικανικά Levi’s ως σύμβολο «ελευθερίας και αντίστασης» για τη σοβιετική νεολαία.
Πέρα από τα στερεότυπα και την προπαγάνδα των νικητών, όμως, ακόμα και η ριζοσπαστική νεολαία της μεταπολεμικής Δυτικής Ευρώπης που αμφισβητούσε τον λεγόμενο καπιταλισμό της παρακμής, δεν μπορούσε να ξεβγάλει από πάνω της «όλη τη σκουριά», τα καταναλωτικά κατάλοιπα και τη διάβρωση από το κυρίαρχο καταναλωτικό lifestyle. Χαρακτηριστική είναι η φράση του ριζοσπάστη κινηματογραφιστή Ζαν-Λικ Γκοντάρ για «τα παιδιά του Μαρξ και της Coca-Cola», με την οποία περιγράφει μια βασική αντίφαση της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής νεολαίας. Από τη μια ελκύεται από το απελευθερωτικό όραμα μια άλλης κοινωνίας και, από την άλλη, δεν μπορεί να απαλλαγεί από την Coca-Cola που αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό σύμβολο της αμερικανικής καταναλωτικής κουλτούρας της διαφήμισης και του εμπορευματοποιημένου τρόπου ζωής.
Η δύναμη της Coca-Cola, άλλωστε, φάνηκε δεκαετίες αργότερα από το πολιτιστικό σοκ που ακολούθησε το άνοιγμα του πρώτου καταστήματος McDonald’s στη Μόσχα στις 31 Ιανουαρίου 1990, στο πλαίσιο της περεστρόικα του Γκορμπατσόφ. Περισσότεροι από 30.000 άνθρωποι είχαν στηθεί και περίμεναν με τις ώρες σε μια ουρά χιλιομέτρων για να εξυπηρετηθούν με κατεψυγμένα μπέργκερ. Το σουρεαλιστικό σκηνικό αξιοποιήθηκε από τις ΗΠΑ ως σημάδι του ανοίγματος στη Δύση και σύμβολο του τέλους εποχής, λίγο πριν τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Το φαινόμενο ήταν μια πλευρά της ευρύτερης «μακντολναντοποίηση της κοινωνίας» και εντασσόταν στην απόπειρα πολιτιστικής ομογενοποίησης της πρώιμης εποχής της παγκοσμιοποίησης.
Μετά από ενάμιση χρόνο, στις 28 Σεπτεμβρίου 1991, στο αεροδρόμιο Τούσινο της Μόσχας οι Αμερικανοί σούπερ σταρ των Metallica εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στην ΕΣΣΔ, στο πλαίσιο του φεστιβάλ Monsters of Rock. Η «μεγαλύτερη συναυλία όλων των εποχών», όπως χαρακτηρίστηκε από τα ΜΜΕ της εποχής, έγινε μόλις έναν μήνα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Αυγούστου του 1991, που επιτάχυνε τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Σε ένα σκηνικό πολιτικής αστάθειας και με τον στρατό να περιπολεί τους δρόμους, η δωρεάν συναυλία διοργανώθηκε από μια συνεργασία της αμερικανικής Time Warner (με την «ενθάρρυνση» της αμερικανικής διπλωματίας) με την αναδυόμενη ρωσική ολιγαρχία, υπό την αιγίδα της «Πόλης της Μόσχας». Ήταν μια από τις μεγαλύτερες ανοιχτές συναθροίσεις όλων των εποχών, ενώ στην εμφάνιση των Metallica, που ήταν τότε το πιο δημοφιλές συγκρότημα στον κόσμο, οι περισσότεροι στρατιώτες που περιπολούσαν τους δρόμους έβγαλαν τη στολή και ενώθηκαν με το διψασμένο για σκληρή δυτική ροκ κοινό.
Βέβαια, στην πορεία, η γοητεία των McDonald’s και των «δυτικών τζιν» ξέφτισε. Κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε στη Ρωσία όταν η μεγαλύτερη αλυσίδα ταχυφαγείας αποσύρθηκε από τη ρωσική αγορά μετά την έναρξη του πολέμου με την Ουκρανία. Ακόμα και στην Ελλάδα με φάρσα έμοιαζε η έναρξη του νέου McDonald’s στο The Mall στο Μαρούσι τον Μάιο, με την παρουσία της Κίμπερλι Γκιλφόιλ που «έκοψε την κορδέλα». Η τραμπική πρέσβειρα των ΗΠΑ συνέδεσε το άνοιγμα του φαστφουντάδικου με τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ που επενδύουν στην Ελλάδα και φέρνουν «δουλειές και την αμερικανική κουλτούρα» στους Έλληνες.
Όλα τα στοιχεία, πλέον, δείχνουν υποχώρηση των ΗΠΑ στο πολιτιστικό πεδίο. Το ποσοστό των αμερικανικών ταινιών στο παγκόσμιο box office υποχώρησε από το 92% στο 66% τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Πάνω από τα μισά πιο δημοφιλή τραγούδια στο Spotify είναι μη αγγλόφωνα. Ακόμα και η αμερικανική νεολαία στρέφεται από τον Σούπερμαν και τους Εκδικητές στα γιαπωνέζικα manga και anime. Η δε εμμονή των ΗΠΑ να αποκτήσουν τον έλεγχο του TikTok εντάσσεται στην προσπάθεια ανακοπής αυτής της πορείας φθοράς.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 27-28 Ιουνίου 2026















