Παναγιώτης Μαυροειδής
Η καθοδική πορεία των ΗΠΑ δεν μπορεί να περιγραφεί μόνο με όρους γεωπολιτικής ή γεωοικονομίας, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο «εσωτερικός» παράγοντας, δηλαδή η ίδια η εξέλιξη του αμερικάνικου καπιταλισμού και η αυξανόμενη ανικανότητά του να πείθει για το «μεγαλείο» του, τη βέβαιη προοπτική του και το περιβόητο «θεόσταλτο πεπρωμένο» κυριαρχίας στον κόσμο.
Οι ΗΠΑ υπερηφανεύονται ότι συμπληρώνουν 250 χρόνια ιστορίας. Απέχουν από τη συμπλήρωση της χρονικής διάρκειας που απαιτήθηκε για την αντιστροφή της ανοδικής πορείας της Βρετανικής Αυτοκρατορίας (κάπου στο τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου). Μέχρι το 1921, η Βρετανία έλεγχε περίπου το ένα τέταρτο της γης και του πληθυσμού του κόσμου. Ωστόσο, η επιτυχία της παρείχε τα υλικά της παρακμής της. Η διεθνής επέκταση του ελεύθερου εμπορίου και των καπιταλιστικών σχέσεων που καθιέρωσε παγκόσμια επέτρεψε στους ανταγωνιστές της να αναπτυχθούν. Η πτώση της ακολούθησε τον λεγόμενο «νόμο Χέμινγουεϊ». Στο κλασικό του μυθιστόρημα Ο Ήλιος Ανατέλλει Ξανά (1926), ένας χαρακτήρας ονόματι Μάικ ρωτιέται πώς χρεοκόπησε και απαντά: «Στην αρχή σταδιακά, μετά ξαφνικά».
Βρίσκονται σήμερα οι ΗΠΑ σε αυτή τη χρονική και πολιτική στιγμή; Η εικόνα του ημί-τρελου, κυνικού, ακροδεξιού προέδρου τους Τραμπ, ταπεινωμένου ήδη από τον πόλεμο στο Ιράν, νομιμοποιεί το ερώτημα, όπως και την εύλογη απορία: «Μα καλά, έχουν κάποιον καλύτερο; Είτε οι Ρεπουμπλικάνοι στην κυβέρνηση είτε οι Δημοκρατικοί στην αντιπολίτευση;».
Ο Τραμπ, όμως, είναι το αποτέλεσμα, όχι η αιτία. Η υπονόμευση της θέσης των ΗΠΑ στον παγκόσμιο συσχετισμό δύναμης βασίζεται στη σχετική υποχώρηση του μεγέθους, της δομής και της δυναμικής της οικονομίας τους, λόγω εσωτερικών παραγόντων, αλλά και σε συσχέτιση με την άνοδο άλλων καπιταλιστικών οικονομιών. Η ομολογουμένη αδυναμία όχι μόνο κυριαρχίας σε όλο τον κόσμο επί αντιπάλων, αλλά ακόμη και άσκησης ηγεμονικού ρόλου επί των ως τώρα βασικών συμμάχων της λεγόμενης «Δύσης», μαζί και η εκτεταμένη εσωτερική πολιτική απονομιμοποίηση και φθορά του «αμερικανικού ονείρου», αποτελούν «αποδείξεις» αλλά και «μέτρα» της φθίνουσας πορείας.
Κλονισμένη αυτοκρατορία
Η εποχή της οικονομικής παν-κυριαρχίας των ΗΠΑ έχει παρέλθει. Οι καθαρές υποχρεώσεις της αμερικανικής οικονομίας προς τον υπόλοιπο κόσμο είναι διαρκώς αυξανόμενες. Έχει ήδη αρνητική επενδυτική θέση. Οι ξένες οικονομίες κατέχουν περισσότερα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία απ’ ό,τι οι Αμερικανοί επενδυτές σε σχέση με τα ξένα περιουσιακά στοιχεία. Η εξέλιξη του μεριδίου της Αμερικής στην παγκόσμια οικονομία είναι χαρακτηριστική: Από το εντυπωσιακό 50% το 1945 στο 40% το 1960 και στο 25% το 1995, όπου παρέμεινε στάσιμη για αρκετές δεκαετίες. Χρησιμοποιώντας ως δείκτη την αξία αγοραστικής δύναμης (PPP) για το 2026, η Κίνα ηγείται του κόσμου με 20% της παγκόσμιας οικονομικής παραγωγής, οι ΗΠΑ έρχονται δεύτερες με 15%, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση κατατάσσεται τρίτη με 14%. Με όρους ονομαστικών τιμών (ΑΕΠ), η σειρά στην κορυφή είναι αντεστραμμένη με τις ΗΠΑ να κρατούν ακόμη τα πρωτεία, ωστόσο η δυναμική είναι σαφώς υπέρ της Κίνας που έχει μετεωρική άνοδο τα τελευταία χρόνια: Η οικονομία της έχει αναπτυχθεί επτάμιση φορές περισσότερο σε σχέση με την άνοδο των ΗΠΑ.
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία όμως έχει η εξέλιξη της δομής της οικονομίας. Σε ό,τι αφορά ειδικά τη βιομηχανική παραγωγή, οι ΗΠΑ έχουν απωλέσει προ πολλού τη φήμη του βιομηχανικού γίγαντα. Η Κίνα παράγει πάνω από 30% της αξίας βιομηχανικών προϊόντων (από 5% πριν 30 χρόνια), ενώ οι ΗΠΑ (και η ΕΕ) περίπου 15% (από 30%). Διατηρούν ακόμη υπεροχή στην ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης και των ημιαγωγών (με ναυαρχίδα την Nvidia), ωστόσο και εδώ η δυναμική δεν είναι υπέρ τους. Ειδικά στο θέμα των ημιαγωγών, πέρα από την αυτόνομη στρατηγική ανόδου της Κίνας, το «κλειδί» του συσχετισμού μεταξύ τους λέγεται Ταϊβάν και έτσι μια ανατροπή των ευρύτερων γεωπολιτικών ισορροπιών υπέρ της Κίνας στη ΝΑ Ασία, θα αναποδογυρίσει με μιας τα δεδομένα.
Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι οι ΗΠΑ έχουν ήδη γονατίσει. Έχουν την ισχύ του δολαρίου και του στρατού (τριπλάσιες πολεμικές δαπάνες από την Κίνα και μεγαλύτερες αθροιστικά των δαπανών των 20 κρατών με τις υψηλότερες δαπάνες στον κόσμο). Ωστόσο, το μέλλον δεν προοιωνίζεται ιδιαίτερα βιώσιμο για τις ΗΠΑ, αν οι μεν αντίπαλοι παράγουν βιομηχανικά προϊόντα κάθε είδους και ελέγχουν όλο και περισσότερο το παγκόσμιο εμπόριο με αυτά (συντριπτική κυριαρχία της Κίνας, ειδικά αν αφαιρεθούν οι υπηρεσίες, καθώς 145 χώρες έχουν περισσότερες συναλλαγές μαζί της παρά με τις ΗΠΑ), οι δε ΗΠΑ να απαντούν βασικά με κυρώσεις, έλεγχο της ροής χρήματος, επιβολή δασμών και στρατιωτικές επεμβάσεις.
Το νέο Εθνικό Αμυντικό Δόγμα των ΗΠΑ, με αρκετά συμπυκνωμένο τρόπο, ομολογεί την απώλεια παγκόσμιας κυριαρχίας τους με την παλιά μορφή. «Δεν μπορούν οι ΗΠΑ ως Άτλας να σηκώνουν στους ώμους τους όλο τον κόσμο», αναφέρεται χαρακτηριστικά. Υπάρχει παραδοχή αδυναμίας για έλεγχο των εξελίξεων σε όλο τον πλανήτη, γι’ αυτό και υπάρχει μεγαλύτερη εστίαση σε ό,τι αφορά το «Δυτικό ημισφαίριο», που θεωρούν αυλή τους, και σε εντοπισμένες παρεμβάσεις ελέγχου ενεργειακών και άλλων πόρων και δρόμων μεταφοράς τους (πόλεμοι στη Μ. Ανατολή, επέμβαση στη Βενεζουέλα, διαμάχη για Ταϊβάν, Βόρειο Πέρασμα κλπ).
Παράλληλα, υπάρχει ανικανότητα (που προβάλλεται ως συνειδητή άρνηση) άσκησης ηγεμονικού ρόλου για λογαριασμό των στενών συμμάχων στο πλαίσιο της λεγόμενης «Δύσης». Πράγματι, η παγκόσμια κυριαρχία των ΗΠΑ την επόμενη μέρα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (με μοναδικό ανταγωνιστή την ΕΣΣΔ, αλλά πάντα σε δεύτερη θέση), βασίστηκε όχι μόνο στη δική τους οικονομία και τον στρατό, αλλά και στην οικοδόμηση ενός συνεκτικού πλαισίου πολιτικών, οικονομικών και στρατιωτικών συμμαχιών με ανάλογους θεσμούς (ΝΑΤΟ, ΕΕ, ΔΝΤ, ΠΟΕ, Παγκόσμια Τράπεζα κοκ). Στο πλαίσιο αυτής της συμμαχίας αμοιβαίων συμφερόντων των βασικών καπιταλιστικών κρατών, οι ΗΠΑ είχαν σαφώς το πρόσταγμα και την ηγεσία και άρα και τη μεγάλη μερίδα του λέοντος. Οι σχέσεις με τους «εταίρους» τους ήταν πάντα ανισότιμες, συχνά και ληστρικές, ειδικά με τους πλέον αδύνατους.
Σήμερα, ωστόσο, υπάρχει μια πραγματική στροφή. Το δόγμα του Τραμπ MAGA (Κάνουμε πάλι την Αμερική Μεγάλη) και το επίσημο νέο Εθνικό Αμυντικό Δόγμα, θέτουν ως στόχο να είναι οι ΗΠΑ πρώτη και ισχυρότερη χώρα, πρωτίστως για τον εαυτό της, στο πλαίσιο ενός κόσμου «Μεγάλων», που μάλιστα ονοματίζονται ως ΗΠΑ, Κίνα, Ιαπωνία, Ρωσία, Ινδία – χωρίς καν αναφορά στην ΕΕ! Η μετατροπή της Ευρώπης σε πελάτη για το υγροποιημένο φυσικό αέριο των ΗΠΑ, αλλά και η απαίτηση ακόμη και για κατάκτηση της Γροιλανδίας είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα επιβεβαίωσης και σύγχρονης εκδοχής της ρήσης του Κίσινγκερ «το να είσαι εχθρός των Ηνωμένων Πολιτειών είναι επικίνδυνο, αλλά το να είσαι φίλος είναι καταστροφικό». Στο πλαίσιο αυτό, οι αποκλίσεις στρατηγικής στον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας, καθώς και οι τριβές με Καναδά, Γαλλία και άλλες χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ, είναι ενδεικτικές.
Οι αναλύσεις περί καθοδικής πορείας των ΗΠΑ δίνουν και παίρνουν, καθώς αυτή θεωρείται περίπου δεδομένη. Ωστόσο, αυτή περιγράφεται πάντα με όρους γεωπολιτικής ή γεωοικονομίας στην καλύτερη περίπτωση, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο «εσωτερικός» παράγοντας, δηλαδή η εξέλιξη του αμερικάνικου καπιταλισμού και η αυξανόμενη ανικανότητά του να πείθει για το «μεγαλείο» του, τη βέβαιη προοπτική του και το περιβόητο «θεόσταλτο πεπρωμένο» κυριαρχίας στον κόσμο. Οι ΗΠΑ θα μπορούσαν θεωρητικά να είχαν λύσει το «πρόβλημα» με την αντίσταση του Ιράν με τον «κακό τρόπο», δηλαδή τη χερσαία εισβολή όπως είχε απειλήσει ο Τραμπ, με την ταυτόχρονη πρόκληση μιας εσωτερικής ανατροπής που θα βασιζόταν σε πίστη ότι ένας εκλεκτός των ΗΠΑ (πχ ο διάδοχος του Σάχη) και οι ίδιες οι ΗΠΑ θα ήταν καλύτερη επιλογή για τον ιρανικό λαό. Πρακτικά, όμως, δεν μπορούσαν.

Εξαιρετικά επίκαιρη παραμένει η ρήση του Κίσινγκερ, ότι «το να είσαι εχθρός των Ηνωμένων Πολιτειών είναι επικίνδυνο, αλλά το να είσαι φίλος είναι καταστροφικό»
Όχι πλέον. Το 2026 δεν είναι ούτε 1991 ούτε 2003 με τις αντίστοιχες εισβολές στο Ιράκ. Ούτε οι Αμερικανοί πείθονται ότι έχουν λόγο να πολεμήσουν και να πεθάνουν, ούτε υπάρχουν σοβαρά τμήματα πληθυσμού στο Ιράν, ακόμη και αν είναι εχθρικά προς το δεσποτικό θεοκρατικό καθεστώς, που να έχουν αφέλεια περί «προστασίας της ελευθερίας» από τις ΗΠΑ. Οι αιτίες και για τα δύο βρίσκονται όχι μόνο στην κακή εξέλιξη των προηγούμενων εκστρατειών (Αφγανιστάν, Ιράκ, Συρία κλπ), αλλά κυρίως στη δραματική όξυνση του κοινωνικού και δημοκρατικού προβλήματος στις ίδιες τις ΗΠΑ: Εξωπραγματική άνοδος οικονομικής ανισότητας, καθήλωση μισθών, διαλυμένες δομές υγείας, παιδείας, δημόσιες υποδομές σε κακή κατάσταση, μισαλλοδοξία, ρατσισμός, σκοταδιστικές ιδέες και μεταναστοφοβία. Ο μύθος της χώρας των «μεγάλων ευκαιριών», της εύκολης κοινωνικής ανέλιξης, όπου «ακόμη και ο φτωχός και ξυπόλυτος μετανάστης, μπορεί να προοδεύσει και να έχει μια καλή ζωή», έχει συντριβεί προ πολλού. Μόνο το 30% των Αμερικανών συμφώνησε με την επίθεση στο Ιράν, ενώ το 60% θεωρεί ότι η ζωή στις ΗΠΑ είναι χειρότερη σε σχέση με το παρελθόν, αλλά και ότι θα είναι ακόμη χειρότερη 50 χρόνια μετά.
Η διαρκής και αγιάτρευτη κρίση στο ίδιο το πολιτικό σύστημα των ΗΠΑ, αποτελεί μέτρο της αδυναμίας πειθούς των λαϊκών στρωμάτων από τις κυρίαρχες τάξεις. Εκατομμύρια φτωχοδιάβολοι αντιλαμβάνονται πλέον τα παχυλά λόγια περί ελευθερίας και δημοκρατίας, ως απάτη και πρόσοψη συγκάλυψης γυμνών συμφερόντων μιας ασύδοτης πλουτοκρατίας. Στη συγκεκριμένη στροφή της ιστορίας αυτό έχει και αρνητική εκδοχή, προσφέροντας εύφορο έδαφος και για παλιά ή νέα ακροδεξιά ή/και φασιστικά ρεύματα στις ΗΠΑ, λόγω χρόνιας ταύτισης σχεδόν όλων των ρευμάτων της αριστεράς με τους Δημοκρατικούς, δηλαδή με το βαθύ αστικό σύστημα. Όμως, περιέχει και το «υλικό» για μια ταξική και σοσιαλιστική αφύπνιση, που ήδη «σκάει μύτη» με αντιφατικό αλλά ευδιάκριτο τρόπο.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 27-28 Ιουνίου 2026
















