Αιμιλία Καραλή
Η ιστορική μνήμη βρίσκεται σήμερα στο στόχαστρο όλων εκείνων των μηχανισμών που επιδιώκουν μια ανθρωπότητα υποταγμένη στην εκμετάλλευση, την αδικία, τον πόλεμο. Οι θεσμικοί διαχειριστές της κάνουν τα πάντα για να τη φέρουν στα μέτρα τους.
Το 2004 ο Μπάνκσυ δημιούργησε το έργο του Napalm (γνωστό και ως Can’t Beat That Feeling). Σε αυτό απεικονίζονται τρεις φιγούρες. Στο κέντρο του βρίσκεται η Βιετναμέζα Φαν Τι Κιμ Φουκ, όπως φωτογραφήθηκε στα εννιά της χρόνια όταν έτρεχε γυμνή και ουρλιάζοντας από τον πόνο μετά από την επίθεση των Αμερικανών με βόμβες ναπάλμ στο χωριό της, το 1972. Το ένα της χέρι το κρατά ο Μίκυ Μάους της Ντίσνεϊ και το άλλο της ο Ρόναλντ Μακ Ντόναλντ, ο κλόουν-μασκότ της γνωστής εταιρείας φαστ φουντ. Τα γελαστά τους πρόσωπα και το αμέριμνο βάδισμά τους έρχονται σε αντίθεση με το πονεμένο πρόσωπο και το βήμα του πληγωμένου παιδιού. Είναι προφανής η κριτική του καλλιτέχνη στις δυο όψεις της made in USA βιομηχανίας της καταναλωτικής ψυχαγωγίας και της πρόκλησης πολέμων, που χρησιμοποιεί τη μία για να καλύψει την άλλη.
Η εξέλιξη των πραγμάτων όμως δείχνει και μια άλλη πλευρά. Τα δυο σύμβολα της παγκόσμιας πολιτισμικής κυριαρχίας των ΗΠΑ τείνουν να εξαφανίσουν όσα θυμίζει η φωτογραφία της Φαν Τι Κιμ Φουκ. Εδώ και πολλά χρόνια παράγονται στο Βιετνάμ ρούχα και παιχνίδια για τις ανάγκες των εταιρειών Ντίσνεϊ και Μακ Ντόναλντ. Το 2014 η τελευταία άνοιξε -με κοσμοσυρροή- το πρώτο της εστιατόριο στην πόλη Χο Τσι Μινχ, ακολουθώντας το παράδειγμα της Burger King, της KFC και της Starbucks. Το μενού προσαρμοσμένο στις τοπικές προτιμήσεις (όπως κάνει παντού η εταιρεία) προσφέρει ακριβές επιλογές «όπως το McPork με ρύζι και μπέργκερ με σάλτσα BBQ». Έχει «ενδιαφέρον» ότι το κατάστημα βρίσκεται στην οδό Ντιεν Μπεν Φου, που πήρε το όνομά της από την περιοχή όπου έγινε η ιστορική μάχη που τερμάτισε τη γαλλική κυριαρχία στην Ινδοκίνα, με τη νίκη των κομμουνιστών Βιετ Μινχ.
Η επέλαση των αμερικάνικων εταιρειών στο Βιετνάμ εντείνεται. Πόσες επενδύσεις χρειάζονται
για να ξεχαστούν τα εγκλήματα των ΗΠΑ;
Η επέλαση όμως των αμερικάνικων εταιρειών εντείνεται. Οι Financial Times είχαν πρόσφατα ρεπορτάζ για το πολυτελές οικιστικό συγκρότημα και το γήπεδο γκολφ που σχεδιάζει να δημιουργήσει η Trump Organization και τοπικοί συνεργάτες τους στην κοινότητα Τσάου Νιν, της επαρχίας Χουνγκ Γιεν στο Βόρειο Βιετνάμ. Το έργο θεμελιώθηκε το 2025 και θεωρήθηκε από τον τότε πρωθυπουργό της χώρας «σημαντικό για την ενίσχυση των σχέσεων Βιετνάμ-ΗΠΑ και την ενδυνάμωση της εμπιστοσύνης των ξένων επενδυτών, ιδιαίτερα εκείνων από τις Ηνωμένες Πολιτείες». Η υλοποίησή του προϋποθέτει την καταστροφή μεγάλων εκτάσεων οπωροκαλλιεργειών ακόμη και του νεκροταφείου της περιοχής. Αν και αρκετοί κάτοικοι της περιοχής αντιστέκονται -για ηθικούς, ιστορικούς, οικονομικούς και περιβαλλοντικούς λόγους- φαίνεται ότι το σχέδιο θα υλοποιηθεί καθώς υποστηρίζεται και από τη Lung Lo Construction Corp, κατασκευαστική εταιρεία υποδομών που ανήκει στο υπουργείο Άμυνας του Βιετνάμ.
Η χώρα έχει ακόμη τα τραύματα από τα εκατομμύρια νεκρούς της αμερικανικής ένοπλης επίθεσης, από τις ασθένειες και την καταστροφή που προκάλεσαν σε καλλιέργειες και δάση οι ψεκασμοί με πάνω από 50.000 τόνους φυτοκτόνων χημικών και αποφυλλωτικών ουσιών. Πόσες επενδύσεις -και σε όφελος ποιων- χρειάζονται άραγε για να ξεχαστούν όλα αυτά; Η απάντηση μάλλον είναι: όσες χρειάζονται για να σβήσει κάθε ίχνος που θα παραπέμπει σε ιστορίες αντίστασης που κατατρόπωσαν τον δυνάστη παρά τη βιαιότητα και την υπεροπλία του.
Στη θέση τους θα υψώνονται οικοδομικά μεγαθήρια που θα «δοξάζουν» την αλαζονεία του πλούτου και την ταπείνωση των φτωχών. Θα σηματοδοτούν τη νίκη της λήθης πάνω στη μνήμη, θα απογυμνώνουν τους ανθρώπους από την ελπίδα για τη δυνατότητα ενός κόσμου που θα στηρίζεται στην αξιοπρέπεια και τη δημιουργικότητα κάθε μέλους του.
Η ιστορική μνήμη βρίσκεται σήμερα στο στόχαστρο όλων εκείνων των μηχανισμών που επιδιώκουν μια ανθρωπότητα υποταγμένη στην εκμετάλλευση, στην αδικία, στον πόλεμο. Οι θεσμικοί διαχειριστές της και οι πραιτοριανοί τους κάνουν τα πάντα για να την παραναγνώσουν και να τη φέρουν στα μέτρα τους. Γεγονότα, λέξεις, συνθήματα που σηματοδότησαν απελευθερωτικούς αγώνες και προσδοκίες παραποιούνται, κόβονται και ράβονται σε νέα πατρόν που δεν έχουν καμιά σχέση με ό,τι αρχικά τα ενέπνευσε και τα δημιούργησε. Και χωρίς ντροπή περιφέρονται από τους εκφωνητές τους στα παζάρια της εξουσίας, στις οικονομικές και πολιτικές αγορές. Αναζητούν και διαμορφώνουν αγοραστές πρόθυμους να απαλλαγούν από τα μάτια και τ’ αφτιά τους και να μεταλλαχθούν σε κυνικούς ή και κακομοιριασμένους απολογητές ενός άθλιου συστήματος υποσχόμενοι τον εξωραϊσμό του.
Κι αυτό γίνεται πιο εύκολα επιτεύξιμο αν το παρόν καταστεί ανίκανο να αναγνωρίσει τις ρίζες του, όπως έγραφε ο Εντουάρντο Γκαλεάνο. Κι έτσι το «αύριο» θα γίνεται το άλλο όνομα του «σήμερα». Με ό,τι αυτό προϋποθέτει και συνεπάγεται.














