Όταν μια ποιητική συλλογή επιλέγει να βάλει στον τίτλο της την πόλη, έστω και μετέωρη, καταλαβαίνεις ότι αυτό που θα διαβάσεις αφορά κι εσένα. Σε αφορά στον βαθμό που είσαι διαβάτης, πολίτης, κάτοικος ή και εξόριστος σε αυτή την πόλη – όποια κι αν είναι – που πάντα θα σε ακολουθεί.
Πεθαίνω πάνω στα κόκκινα χείλη σου
Κάθε που αναζητώ μέσα στα μάτια σου Εκείνο το ανέσπερο φως
Η αφθαρσία της ύλης, μετεωριζόμενη στο διηνεκές κλεισμένη σφιχτά σε μια παλάμη
χαραγμένη στη γραμμή της ζωής…
Η Μετέωρη Πόλη του Αβραάμ (Μάκη) Γεωργιάδη (εκδόσεις Βακχικόν), μιλάει για τη σύγχρονη μητρόπολη με όρους υπερρεαλιστικούς, χωρίς να είναι απλώς ένα ποιητικό χρονογράφημα της καθημερινότητας. Θα μπορούσε να μιλάει – και πολλές φορές το κάνει – για φανταστικές πολιτείες του μέλλοντος ή του τετελεσμένου μέλλοντά μας, που ξέρουμε ότι θα έχουν υπάρξει, πριν καν τις δούμε.
Μιλάει για αρχαίες πόλεις που απείλησαν τη δόξα μιας αυτοκρατορίας, πριν καταστραφούν, για να ζήσουν αιώνια στον ιστορικό χρόνο – η Καρχηδόνα που κυριεύεται, η Καρχηδόνα που πρέπει να σωθεί.
Μιλάει για το εδώ και το και το σήμερα, με έναν τρόπο που δεν σε δεσμεύει στον χώρο και τον χρόνο, αλλά σε ταξιδεύει, εκεί που θες να πας, με το νήμα των ποιημάτων να είναι ο μίτος της Αριάδνης στον λαβύρινθο.
Η Μετέωρη Πόλη, μιλάει για τις οικείες, προσωπικές στιγμές, που ζούμε σε κλειστά ημιφωτισμένα δωμάτια, μαζί με τον άλλον, όταν σμίγουμε και όταν χωρίζουμε, πάντα με την αίσθηση του προσωρινού, που θα θέλαμε να κρατήσει για πάντα. Κυρίως όμως μιλάει για όσα συμβαίνουν έξω στους δρόμους, όπως τα βιώνει κάποιος που βαδίζει μόνος, αλλά έχει το «μαζί» στο νου του.
«Της πόλης ο μικρόκοσμος, γιρλάντες και βιτρίνες / κορίτσια καθρεφτίζονται. Μέθη και αμφεταμίνες» γράφουν οι πρώτοι δυο στίχοι στο ποίημα «Ο Διαβάτης», που θα μπορούσε να είναι ο καθένας και η καθεμία από εμάς. Δεν είναι το πλέον ενδεικτικό ποίημα του βιβλίου – είναι άλλωστε από τα ελάχιστα που είναι γραμμένα με ομοιοκαταληξία, θα μπορούσε να είναι και τραγούδι.
Το ποίημα Μετέωρη Πόλη, που έδωσε και το όνομα του στη συλλογή, είναι χαρακτηριστικό για το βλέμμα του ποιητή:
Μπαλκόνια κρεμασμένα στα μανταλάκια, γλάστρες που παίρνουν την εκδίκησή τους από τα ξύλινα που διαλαλούν αίμα
Ορτανσίες με γυναικεία στήθη προτεταμένα, βυζαίνουν τον ήλιο
Ο συγγραφέας βαδίζει στην άσφαλτο ή στο πλακόστρωτο των πεζοδρομίων, αλλά κοιτά ψηλά πάνω από τις στέγες των σπιτιών:
Ο τεράστιος μακρύς λαιμός μου αναφύεται
σαν καπνοδόχος, εποπτεύει την πόλη
Η ποίηση του Μάκη Γεωργιάδη είναι βαθιά πολιτική – χωρίς να το φωνάζει – αλλά πρωτίστως είναι βαθιά ανθρώπινη. Η συλλογή διαρθρώνεται σε τέσσερις μικρές ενότητες – από πέντε ως επτά ποιήματα η κάθε μία – που έχουν το δικό τους στίγμα, αλλά δεν μπορούν να ιδωθούν ξέχωρα η μια από την άλλη. Η τελευταία ενότητα είναι ίσως η πιο προσωπική. Μιλάει για τον έρωτα, με έναν τρόπο που δεν τον φυλακίζει σε ιδιωτικά στιγμιότυπα, αλλά τον απελευθερώνει στην ουράνια θάλασσα του πραγματικού.
Αφροδίτη Τζιαντζή













