Γιάννης Γκλαρνέτατζης
Υπάρχει μια διαδεδομένη άποψη πως στην Ελλάδα δεν υπήρξαν ποτέ φασιστικές οργανώσεις, ενώ ακόμα και το καθεστώς Μεταξά χαρακτηρίζεται ως «ιδιάζον αυταρχικό». Αυτό δεν ισχύει, ούτε γενικά, ούτε πολύ περισσότερο στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης. Η κυριότερη φασιστική οργάνωση της πόλης ήταν η Εθνική Ένωση «Ελλάς», τα τρία Έψιλον, που διέθετε συγκροτημένο παραστρατιωτικό σώμα, τους «Χαλυβδόκρανους», καθώς και οργανωμένη νεολαία, τους «Άλκιμους». Η πιο γνωστή δράση της ΕΕΕ ήταν ο εμπρησμός του Κάμπελ τον Ιούνιο του 1931, στο πλαίσιο ενός συνόλου αντισημιτικών επιθέσεων σε εβραϊκούς οικισμούς.
Πριν τη δεκαετία του 1990 κυκλοφορούσε ένα ανέκδοτο που έλεγε ότι «στην Ελλάδα δεν είμαστε ρατσιστές, δόξα τω Θεώ δεν έχουμε μαύρους». Παρομοίως έχει πολλές φορές ακουστεί ή γραφεί, από ιστορικούς, πολιτικούς ή απλώς δημοσιολογούντες, ότι στην Ελλάδα δεν υπήρξαν ποτέ φασιστικές οργανώσεις, ενώ ακόμα και το καθεστώς Μεταξά χαρακτηρίζεται ως «ιδιάζον αυταρχικό» και άλλα παρόμοια. Αυτό δεν ισχύει, γενικώς, και πολύ περισσότερο στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης. Κατά τον 21ο αιώνα, πλέον, έχουν ήδη δημοσιευτεί αρκετά κείμενα που αναδεικνύουν και τεκμηριώνουν τη δράση φασιστικών οργανώσεων κατά τα χρόνια του Μεσοπολέμου στη συμπρωτεύουσα.
Προεξάρχουσα, βέβαια, μεταξύ τους ήταν η ΕΕΕ (Εθνική Ένωση «Ελλάς»), που διέθετε συγκροτημένο παραστρατιωτικό σώμα, τους «Χαλυβδόκρανους», καθώς και οργανωμένη νεολαία, τους «Άλκιμους». Η πιο γνωστή δράση της ήταν ο εμπρησμός του Κάμπελ (29/6/1931), ο οποίος όμως δεν ήταν μια μεμονωμένη ενέργεια αλλά εντάσσονταν σ’ ένα σύνολο αντισημιτικών επιθέσεων σε εβραϊκούς οικισμούς. Εκείνες τις εβδομάδες στο πλευρό των τριεψιλιτών είχαν βρεθεί, λόγω και έργω, κι άλλες οργανώσεις όπως η Εθνική Παμφοιτητική Ένωσις (ΕΠΕ), η Εθνική Οργάνωσις «Παύλος Μελάς», το Εθνικό Σώμα Υπαξιωματικών Παλαιών Πολεμιστών, οι Εθνικαί Λεγεώνες, ο Σύνδεσμος Εφέδρων Αξιωματικών Μακεδονίας και η Ένωσις Εφέδρων Υπαξιωματικών Μακεδονίας-Θράκης. Στον ίδιο χώρο κινούνταν κι η Αντικομμουνιστική Ένωση «Η Πατρίς» και το, φασιστικής κατεύθυνσης, σωματείο Οίκος των Ιταλών, που αποτελούσαν και τη μεγαλύτερη ξένη παροικία στην πόλη.
Οι αστυνομικές αρχές δεν προσπαθούσαν καν να αποκρύψουν τη συνεργασία τους με τη φασιστική συμμορία
Οι τριεψιλίτες μετά την αθώωση όλων των κατηγορουμένων για το πογκρόμ στο Κάμπελ από το Κακουργιοδικείο Βέροιας συνέχισαν το έργο τους στρεφόμενοι εναντίον των εργατικών συνδικάτων και του κομμουνισμού. Έτσι στις 11 Αυγούστου 1932 πυροβολούν κατά των γραφείων του συνδικάτου καπνεργατών με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό ενός καπνεργάτη. Έξι μέρες αργότερα επιτίθενται στα γραφεία του σωματείου οικοδόμων με πιστόλια και γκλομπς, σκοτώνοντας τον Χαρίτωνα Σταμπουλίδη και τραυματίζοντας βαριά άλλο ένα άτομο. Ως αυτουργοί καταγγέλλονται από τον αυτόπτη μάρτυρα Μάρκο Βαφειάδη οι αδελφοί Μελεμενλή, οι οποίοι όμως προέβαλαν ως άλλοθι ότι την ώρα της επίθεσης βρίσκονται στο 8ο αστυνομικό τμήμα παρέα μ’ έναν ενωματάρχη και δύο χωροφύλακες! Έτσι αφέθηκαν ελεύθεροι. Οι αστυνομικές αρχές δεν προσπαθούσαν καν να αποκρύψουν τη συνεργασία τους με τη φασιστική συμμορία.
Οι αδελφοί Θεόδωρος, Παναγιώτης κι Ιωάννης Μελεμενλής κατάγονταν από τη Σμύρνη με τον πρώτο να έχει διατελέσει κάποια περίοδο πρόεδρος του Σωματείου Αρβυλοποιών «Η Μακεδονία». Βλέπουμε, λοιπόν, παρέμβαση των φασιστικών ομάδων στα συνδικάτα. Οι τρεις αυτοί αδελφοί είναι μεταξύ των παρακρατικών που «παρεμβαίνουν» και στα γεγονότα του Μάη 1936, καθώς στις 6 Μάη πυροβολούν εναντίον συγκέντρωσης απεργών τσαγκαράδων, εργατών που κινούνταν δηλαδή στον ίδιο επαγγελματικό χώρο, προκαλώντας τραυματισμούς και διαφεύγοντας χάρις στην επέμβαση του ιππικού, ήτοι της έφιππης χωροφυλακής.
Τρεις μήνες αργότερα τους ξαναβρίσκουμε στην τελετουργική καύση των «κομμουνιστικών» βιβλίων, που έγινε μπροστά στον Λευκό Πύργο στις 16 Αυγούστου, ελάχιστες μέρες μετά την κήρυξη της δικτατορίας από τον Μεταξά. Συγκεκριμένα οι Θεόδωρος και Παναγιώτης παρίστανται στην τελετή ως μέλη της αντιπροσωπείας των Εθνικών Εργατικών Σωματείων της ΕΕΕ (άλλη μια ένδειξη της προσπάθειας παρέμβασης των φασιστών στον συνδικαλισμό). Όπως σημειώνει εφημερίδα της εποχής στην καύση των εντύπων, εκτός από την προαναφερόμενη αντιπροσωπεία, «συνεκεντρώθη ότι εκλεκτόν εις εθνικήν συνείδησιν και πατριωτισμόν έχει να επιδείξη η Μακεδονική πρωτεύουσα». Έχουμε, λοιπόν, και λέμε: η Ένωσις Υπαξιωματικών και Στρατιωτών Παλαιών Πολεμιστών, η Ένωσις Εφέδρων Συμπολεμιστών «Ο Βασιλεύς Γεώργιος», η Βασιλική Παράταξις, η Εθνική Παμφοιτητική Ένωσις, η Φοιτητική Φάλαγξ της Ε.Ε.Ε., η Εθνική Νεολαία της Ελλάδος, οργανώσεις Μακεδονομάχων, Αναπήρων Πολέμου, Πατριωτικού Μετώπου, το Διοικητικόν Συμβούλιον της Ε.Ε.Ε. μετά του προέδρου κ. Γ. Πούλου […] αστυνομική δύναμις, τελούσα υπό τα αμέσους διαταγάς των κ.κ. Μωϋσάκου διευθυντού και Αγαπητού υποδιευθυντού της αστυνομίας Θεσσαλονίκης. Επίσης παρέστησαν οι κ.κ. Τσαούσης διοικητής της Γεν. Ασφαλείας, Μαυρουδής της Ειδ. Ασφαλείας, οι Αστυνόμοι κ.κ. Αρβανιτάκης, Ρωμαντζής και άλλοι.
Έχει γραφεί ότι το καθεστώς Μεταξά διέλυσε τις διάφορες παρακρατικές οργανώσεις, όπως την ΕΕΕ, πράγμα που είναι σωστό από τεχνικής απόψεως, αλλά χωρίς κάποιες διευκρινίσεις, νομίζω πως οδηγεί σε λανθασμένες εντυπώσεις. Όπως δείχνει η τελετή καύσης των βιβλίων το καθεστώς δεν ήταν εχθρικό απέναντι σ’ αυτές τις οργανώσεις. Απλώς, στη συνέχεια, ενσωμάτωσε τα στελέχη τους στις δομές του, κάτι που έδινε μεγαλύτερο έλεγχο στην κυβέρνηση κι έγινε ασμένως δεκτό από τους διάφορους παρακρατικούς φασίστες, που έγιναν πλέον κρατικά όργανα με τη βούλα. Οι τρεις αδελφοί Μελεμενλή, για παράδειγμα, διετέλεσαν υψηλόβαθμοι φαλαγγίτες της Εθνικής Οργανώσεως Νεολαίας, της πιο συγκροτημένης οργάνωσης της δικτατορίας του Μεταξά, ελλείψει ενός οργανωμένου, από τα πριν, ισχυρού φασιστικού κόμματος. Και βεβαίως, αμέσως μετά τη γερμανική εισβολή κι οι τρεις έτρεξαν να ενταχθούν στην ανασυγκροτημένη, από τον Γ. Πούλο, ΕΕΕ καθώς και στο Ελληνικό Εθελοντικό Σώμα που συγκρότησε ο απότακτος αντισυνταγματάρχης και το οποίο εντάχθηκε οργανικά στη Βέρμαχτ. Για τη δράση τους ανταμείφθηκαν με την απόκτηση περιουσιών Εβραίων που εξοντώθηκαν στο Άουσβιτς.
Μεταπολεμικά, το 1947, καταδικάστηκαν αρχικά από το Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων ερήμην σε θάνατο (ο Παναγιώτης) και σε τρις ισόβια (ο Ιωάννης), αλλά συνέχισαν να προσφέρουν «ανεκτιμήτους υπηρεσίας Εθνικής Ασφαλείας […] εντελώς ανιδιοτελώς»(!), όπως ανέφερε κάποιος διοικητής αστυνομικού τμήματος, στη διάρκεια του Εμφυλίου. Έτσι όταν εμφανίστηκαν «αυτοβούλως» στις δικαστικές αρχές, καταδικάστηκαν (26/6/1952) σε δωδεκαετή κάθειρξη αλλά αποφυλακίστηκαν πολύ σύντομα, ο Ιωάννης τον Αύγουστο του 1953 κι ο Παναγιώτης τον Φεβρουάριο του 1954. Ο τρίτος αδελφός, Θεόδωρος, δεν στάθηκε τόσο τυχερός. Καταδικάστηκε, βέβαια, σε θάνατο το 1947, ερήμην κι αυτός, αλλά επειδή τον είχαν πυροβολήσει μέλη της ΟΠΛΑ με αποτέλεσμα να πεθάνει στις 10/6/1944 στο Γερμανικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, το οποίο βρισκόταν στην Παλιά Φιλοσοφική Σχολή.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 9-10 Μαΐου 2026
















