Θοδωρής Μαγκλάρας
Ο νέος στόλος του Global Sumud Flotilla προς τη Γάζα αποτελεί μια κρίσιμη και σημαντική πρωτοβουλία, η οποία έρχεται ως συνέχεια αλλά και ως τομή των προηγούμενων αποστολών. Ακολουθεί το νήμα του στόλου δεκάδων σκαφών που έπλευσαν τον Σεπτέμβριο με σκοπό να σπάσουν τον ναυτικό αποκλεισμό του κράτους-δολοφόνου του Ισραήλ, του March to Gaza και του Convoy Sumud (που επαναλαμβάνεται μαζικά αυτές τις μέρες), καθώς και όλων των αντίστοιχων πρωτοβουλιών. Κοινός πυρήνας αυτών είναι η αγωνιστική αποφασιστικότητα και πεποίθηση, πως στα χνάρια της ηρωικής αντίστασης του παλαιστινιακού λαού, οι λαοί όλου του κόσμου μπορούν να σταματήσουν τη γενοκτονία και να ανατρέψουν τα ιμπεριαλιστικά σχέδια των ΗΠΑ και του Ισραήλ.
Οι εκατοντάδες αγωνιστές και αγωνίστριες από όλο τον κόσμο που θα βρεθούν στα σκάφη κουβαλούν όλη τη συσσωρευμένη εμπειρία, τη γνώση και την έμπνευση των προηγούμενων αποστολών, αλλά και την επίγνωση των αυξημένων απαιτήσεων και δυσκολιών της συγκεκριμένης απόπειρας. Η τομή που επιχειρείται αυτή τη φορά δεν έγκειται απλώς στον πρωτοφανή αριθμό σκαφών και πληρωμάτων, σχεδόν διπλάσιων σε σχέση με την προηγούμενη φορά, ούτε στον όγκο των ποσοτήτων ανθρωπιστικής βοήθειας που θα επιχειρηθεί να μεταφερθεί στον λαό της Γάζας. Προκύπτει κατ’ αρχάς από τον χαρακτήρα της εποχής εντός της οποίας θα συμβεί.
Από τις πρώτες στιγμές της γενοκτονίας από το σιωνιστικό κράτος-δολοφόνο ήταν σαφές, πως η Γάζα αποτελεί ένα κυνικό πείραμα για τον τρόπο διεξαγωγής των πολέμων του κεφαλαίου στη νέα περίοδο, ένα νέο υπόδειγμα απροκάλυπτης ωμότητας και ολέθρου, προκειμένου επάνω στα ερείπια και τα νεκρά σώματα των Παλαιστινίων να χτιστούν οι Ριβιέρες και οι φορολογικοί παράδεισοι των καπιταλιστών, που δεν έχουν πλέον την ανάγκη και την πολυτέλεια να κρύβουν τους σκοπούς τους πίσω από τη χρονοβόρα υποκρισία της διπλωματικής γλώσσας. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν και στον Λίβανο σφραγίζει το πέρασμα σε μια νέα πολεμική εποχή, η οποία ορίζεται από την προσπάθεια των ΗΠΑ να αξιοποιήσουν την στρατιωτική τους υπεροπλία, καθώς και του Ισραήλ που λειτουργεί σαν λυσσασμένο, αιμοδιψές αγρίμι, προκειμένου να ανακόψουν την άνοδο της Κίνας στο παγκόσμιο οικονομικό και πολιτικό σύστημα.
Δεν είναι σωστές οι αναγνώσεις, που προσεγγίζουν τη νέα αυτή περίοδο με όρους στείρας γεωπολιτικής και δημοσιολογίας, αέναης ανάλυσης των ενδοκαπιταλιστικών ανταγωνισμών και συσχετισμών. Τέτοιες προσεγγίσεις συνηγορούν τελικά υπέρ εκείνων των αφηγήσεων που είτε αξιώνουν την πλήρη σύμπλευση με τα σχέδια των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ υπό το πρόσχημα της «ασφάλειας», της «σταθερότητας», της «υπεράσπισης των εθνικών συμφερόντων», δηλαδή των συμφερόντων των καπιταλιστών, είτε καταλήγουν σε λογικές που αρνούνται κάθε έννοια διεθνισμού και επαναστατικής πολιτικής και προωθούν την ταύτιση των λαϊκών αναγκών με τα συμφέροντα του αναδυόμενου πόλου της Κίνας και των συμμάχων της.
Χωρίς βιαστικές εκτιμήσεις και προβλέψεις για το μέλλον, είναι σαφές, ότι η πολεμική αυτή εποχή δεν χαρακτηρίζεται μόνο από οξυμένη επιθετικότητα των ιμπεριαλιστών, αλλά και από λαϊκές αντιστάσεις. Η αντίσταση του ιρανικού λαού έχει δημιουργήσει τεράστια προβλήματα μέχρι στιγμής στα σχέδια ΗΠΑ-Ισραήλ, όπως φυσικά κι αυτή της ηρωικής παλαιστινιακής αντίστασης, με εκατομμύρια Παλαιστινίους να μένουν στη γη τους παρά την εξελισσόμενη γενοκτονία. Η πάλη των λαών είναι εκείνη που μπορεί να σφραγίσει τελικά τις εξελίξεις και να μετατρέψει την εποχή των πολέμων σε εποχή εξεγέρσεων και επαναστάσεων.
Ο νέος στόλος αποκτά ανώτερη σημασία, γιατί διεξάγεται σε περίοδο παροξυσμού των πολέμων αποτελεί κρίσιμη πλευρά στην οικοδόμηση ενός μαζικού και επικίνδυνου αντιπολεμικού κινήματος. Η ατομική και κυρίως συλλογική γενναιότητα εκατοντάδων αγωνιστών που θα πλεύσουν προς τη Γάζα γνωρίζοντας τους αυξημένους κινδύνους της κατάστασης που επικρατεί στην περιοχή, αναδεικνύει την ανάγκη ακόμα πιο μαζικών, ακόμα πιο ανατρεπτικών, ακόμα πιο διεθνιστικών πρωτοβουλιών. Εάν το τωρινό αντιπολεμικό κίνημα δεν είναι επαρκές για να επιβάλλει την απεμπλοκή της χώρας από τον πόλεμο, την έξοδο από το ΝΑΤΟ και το κλείσιμο όλων των βάσεων, τότε είναι καθήκον ειδικά της επαναστατικής και κομμουνιστικής Aριστεράς να συμβάλλει με όλες τις δυνάμεις, έτσι ώστε το εργατικό κίνημα και η νεολαία να γίνουν ο κορμός του αντιπολεμικού κινήματος που έχει ανάγκη η εποχή.
Η αυτονόητη υλική και πολιτική στήριξη του στόλου και των πληρωμάτων και η εξάντληση κάθε μέσου για την επιτυχία του, οφείλει να συνδεθεί με νέες πολιτικές πρωτοβουλίες που να ανοίγουν δρόμους στην παραπάνω κατεύθυνση.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 2-3 Μαϊου














