Ιωάννα Θώμου
Το μετεμφυλιακό κράτος επέλεξε τη λήθη και τη διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας, ώστε να διαμορφώσει τη συλλογική μνήμη. Ποια συζήτηση πυροδοτεί η αποδοχή από τις ελληνικές αρχές πως οι εκτελεσθέντες στην Καισαριανή ήταν πατριώτες, αντιστασιακοί, κομμουνιστές, και εκτελέσθηκαν γι’ αυτό που ήταν;
Οι διακόσιοι της Καισαριανής αποκτούν πρόσωπο και ανάστημα μετά την αποκάλυψη των φωτογραφιών της συλλογής ντε Κράενε/Χόιερ, που τελικά φτάνουν τις 262. Λίγες ώρες μετά τη δημοσιοποίηση τους και τη διαδικτυακή διακίνησή τους, το κόστος των φωτογραφιών εκτοξεύθηκε. Οι 200 που εκτελέσθηκαν στην Καισαριανή ήταν κομμουνιστές πολιτικοί κρατούμενοι στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, κατά κύριο λόγο μέλη του ΚΚΕ.
Δεν είναι η πρώτη φορά που αποκαλύπτεται φωτογραφικό αρχειακό υλικό των ναζί. Ήταν πάγια τακτική των ίδιων να κρατούν αρχείο, τόσο για να το αποστέλλουν στα κεντρικά και να διαπιστώνεται από τις αρχές πως έχουν φέρει εις πέρας τις διάφορες αποστολές τους, όσο και για δικό τους προσωπικό αρχείο, αποδεικνύοντας, έτσι, την κτηνωδία η οποία λάμβανε χώρα.
Γιατί, όμως, ξέσπασε τέτοια αντιμαχία στον δημόσιο διάλογο; Τι σημαίνει για την εθνική αφήγηση και το ίδιο το ελληνικό κράτος το ίδιο το Υπουργείο Πολιτισμού, μετά τη γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Νεοτερών Μνημείων, να κηρύξει το σύνολο των φωτογραφιών μνημείο («…λόγω της ιδιαίτερης ιστορικής αξίας της, ως τεκμήριο διαμόρφωσης αντιλήψεων και στάσεων με εργαλείο την εικόνα, από την πλευρά των προπαγανδιστικών μηχανισμών των στρατευμάτων Κατοχής, στην Ελλάδα…»). Πού ορίζεται σήμερα ο άξονας μνήμης και λήθης και τι όντως μπορεί να πυροδοτήσει η αποδοχή από τις ελληνικές αρχές πως οι εκτελεσθέντες στην Καισαριανή ήταν πατριώτες, αντιστασιακοί, κομμουνιστές, και εκτελέσθηκαν γι’ αυτό που ήταν. Το ελληνικό μετεμφυλιακό κράτος επέλεξε τη λήθη και τη διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας, ώστε να διαμορφώσει τη συλλογική μνήμη.
Όπως αναφέρεται από τον Μορίς Χαλμπβάκς, ο οποίος ήταν και ο ίδιος θύμα των ναζί και πέθανε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, «η ανάμνηση είναι σε μεγάλο βαθμό μια ανακατασκευή του παρελθόντος με τη βοήθεια δεδομένων που δανειζόμαστε από το παρόν, ανακατασκευή την οποία έχουν προετοιμάσει άλλες ανακατασκευές που έχουν δημιουργηθεί σε προηγούμενες εποχές κι απ’ όπου η εικόνα του παρελθόντος έχει προκύψει ήδη παραλλαγμένη». Το ελληνικό κράτος βάσισε την ίδια του την ύπαρξη σε μια συνολική ανακατασκευή της ιστορικής αλήθειας, και συνεχίζει ως προς αυτό.
Το ελληνικό κράτος βάσισε την ίδια του την ύπαρξη σε μια συνολική ανακατασκευή της ιστορικής αλήθειας, και συνεχίζει ως προς αυτό
Κανένα μουσείο -από τα χιλιάδες που συντηρεί στην Ελλάδα, και πολυδιαφημίζει- δεν αναφέρει την κοινωνική σύσταση του ελληνικού κράτους μετά την ίδρυσή του, την πολυγλωσσία, το πλήθος οθωμανικών μνημείων που υπήρχε ως λογική απόρροια της κοινωνικής σύστασης του ελληνικού εθνικού κράτους. Δεν αναφέρει πουθενά για την πολιτική κατεύθυνση των προσφύγων από τη Μικρά Ασία, τη δικτατορία Μεταξά και γιατί υπήρχε κόσμος ήδη μέσα σε στρατόπεδα πριν από την Κατοχή. Ακόμη, δεν αναφέρεται πότε «γιορτάζουμε την απελευθέρωση από την κατοχή» και τι απέγιναν όσοι αντιστάθηκαν στα γερμανικά κατοχικά στρατεύματά; Ποιοι συνεργάζονταν με τους Γερμανούς και ποιοι αντιστέκονταν;
Και να φτάσουμε στο επίμαχο ερώτημα, το οποίο προκύπτει εύλογα από την κουβέντα που έχει ανοίξει. Όταν το ίδιο το υπουργείο κηρύσσει μνημείο τις φωτογραφίες των 200 στην Καισαριανή είναι δεδομένο πως πρέπει να το διαφυλάξει, να το μελετήσει (!) και να είναι προσβάσιμο στο κοινό. Πού, λοιπόν, θα φυλαχθεί, ποιος διαφυλάσσει πως θα μελετηθεί -και από ποιόν- και πού θα εκτεθεί;
Το ελληνικό κράτος επέλεξε πολύ συνειδητά τη λήθη στη συλλογική μνήμη για το πότε τελείωσε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και δεν γιορτάζει την 12η Οκτώβρη. Δεν μιλά για τα Δεκεμβριανά και φυσικά δεν αναφέρεται στο τι συνέβη από το ’45 έως το ’50 στην Ελλάδα. Ποιοι ήταν οι αντιστασιακοί στην Κατοχή και ποιοι ήταν Δωσίλογοι;
Και ας πούμε πως δευτερεύουσα σημασία έχει η δημιουργία ενός μουσείου Εθνικής Αντίστασης (που δεν έχει!). Η αποδοχή και καταγραφή της ιστορικής αλήθειας είναι σημαντικότερη, και οι φωτογραφίες έρχονται να ταράξουν την κατασκευασμένη λήθη, όπως είναι λογικό να συμβαίνει. Το εθνικό αρχείο μνημείων/ ιστορικό αρχείο έχει ψηφιοποιήσει μέρος αρχαιολογικού και ιστορικού υλικού και είναι προσβάσιμο στο κοινό. Εκεί, λοιπόν, που υπάρχει μια ολόκληρη σελίδα για τις συλλογές του Τατοΐου και τα βασιλικά ανάκτορα (χωρίς να αναφέρεται πουθενά το δημοψήφισμα που έδιωξε τη βασιλεία από τη χώρα), εκεί, λοιπόν, η ιστορική μνήμη καλεί να τοποθετηθεί όχι μόνο το υλικό που τεκμηριώνει την εκτέλεση από τα κατοχικά στρατεύματα των 200 αγωνιστών, εκεί πρέπει να είναι αναρτημένα και δημοσιοποιημένα τα ιστορικά αρχεία του κράτους, προσβάσιμα, χωρίς να περιχαρακώνουν ή να αποκρύπτουν την ιστορική αλήθεια, με σαφή πολιτική στάση. Αντιστέκονταν και εκτελέστηκαν γι’ αυτό που ήταν!
Η συντήρηση του στρατοπέδου του Χαϊδαρίου πάει χέρι χέρι με την ίδρυση μουσείου Εθνικής αντίστασης, τη συντήρηση της Μακρονήσου, του Γεντί Κουλέ κλπ. Όσο το ελληνικό κράτος θέλει να δίνει υπέρογκα ποσά για τη συντήρηση ανακτόρων, τόσο αυτές οι φωτογραφίες επιτάσσουν το ελληνικό κράτος να ασχοληθεί με τον ελέφαντα στο δωμάτιο και να σταματήσει να αποκρύπτει την ιστορική αλήθεια.
Στην αντιπαράθεση που έχει ανοίξει μετά τη δημοσιοποίηση των φωτογραφιών, διάφοροι αναθεωρητές της ιστορίας αναφέρουν πως η δημοσιοποίησή τους απλά εντείνει τη συγκινησιακή φόρτιση και την πολιτική χειραγώγηση. Κάθε άλλο, θα λέγαμε. Είναι ένα τεκμήριο από το παρελθόν, που εμβαθύνει στη βαθύτερη ιστορική γνώση.
Ήταν ήρωες οι 200 και τι σχέση έχουν με τους σημερινούς κομμουνιστές; Θα παραθέσουμε, λοιπόν, ένα «τσιτάτο» από τον Βάρναλη, το οποίο «τεκμηριώνεται» από τις φωτογραφίες που ήρθαν στο φως: «Όχι με λόγια, με έργα τ’ Άδικο πολέμα!». Ο αγώνας για την καθιέρωση της ιστορικής αλήθειας είναι αδιάκοπος.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 28 Φεβρουαρίου -1 Μαρτίου 2026
















