Μπάμπης Συριόπουλος
Κόμματα με… ονοματεπώνυμο
Κόμματα χωρίς οργανώσεις, αρχηγοί χωρίς κόμματα, «ούτε αριστερά – ούτε δεξιά» αλλά σταθερά στον αστικό μονόδρομο
Τους τελευταίους μήνες στις δημοσκοπήσεις καταγράφεται η πρόθεση ψήφου για τρία ανύπαρκτα κόμματα για τα οποία το μόνο που ξέρουμε είναι ο ενδεχόμενος αρχηγός τους (Τσίπρας, Σαμαράς, Καρυστιανού) και για τη φυσιογνωμία και την πολιτική κατεύθυνση των οποίων, το μόνο που μπορούμε να υποθέσουμε ή να μαντέψουμε εξαρτάται από το παρελθόν, το επάγγελμα, τις απόψεις, την προσωπικότητα, τις σχέσεις, απόψεις και «περιβάλλον» αυτών των υποψήφιων αρχηγών. Είναι σίγουρα μια πρωτόγνωρη κατάσταση της οποίας πρέπει να αναζητήσουμε τις απαρχές και τις αιτίες της.
Τα κόμματα που ο κόσμος τα ξέρει με το όνομα του αρχηγού τους έχουν πια εγκατασταθεί στην πολιτική ζωή της χώρας μας. Για συντομία παραθέτουμε τα ονόματα των αρχηγών: Ζωή Κωνσταντοπούλου, Στέφανος Κασσελάκης, Κυριάκος Βελόπουλος, Αφροδίτη Λατινοπούλου. Ανάλογα παραδείγματα είχαμε και στο παρελθόν, το βραχύβιο κόμμα του Δημήτρη Αβραμόπουλου (ΚΕΠ, 2001-2002) ή το «Ποτάμι» του Σταύρου Θεοδωράκη (2014-2019). Συχνά αυτοί οι αρχηγοί διακηρύσσουν την υπέρβαση των «παλιών διαχωριστικών γραμμών», για τον Βελόπουλο «δεν υπάρχει αριστερά και δεξιά», η Κωνσταντοπούλου δηλώνει ότι «δεν κοιτάμε ούτε δεξιά ούτε αριστερά, κοιτάμε μπροστά» ενώ η για την Καρυστιανού «δεξιά» και «αριστερά» είναι «χαρακτηρισμοί που ταιριάζουν στο παλιό πολιτικό σύστημα».
Αυτές οι εξελίξεις έχουν την αφετηρία τους στην έκλειψη των μαζικών κομμάτων που εκπροσωπούσαν ταξικά συμφέροντα με περισσότερη ή λιγότερη σαφήνεια, κυρίως των μαζικών εργατικών κομμάτων με ισχυρές κομματικές οργανώσεις και οργανική -και όχι μόνο συγκυριακή και εκλογική- σχέση με τις μάζες και το κίνημα. Η ήττα του κομμουνιστικού κινήματος, η πλήρης ενσωμάτωση της σοσιαλδημοκρατίας στην αστική πολιτική, η υποχώρηση του πολιτικού ρόλου του εργατικού κινήματος έστρωσαν το έδαφος ώστε οι πολιτικές κατευθύνσεις των μεγάλων κομμάτων να κινούνται γύρω από ένα δεδομένο κέντρο, αυτό των γενικών στρατηγικών προϋποθέσεων για την καπιταλιστική κερδοφορία, των οικονομικών και πολιτικοστρατιωτικών συμμαχιών της κάθε αστικής τάξης και των «διεθνών υποχρεώσεών» της.
Η διαχείριση γίνεται όλο και περισσότερο τεχνοκρατική υπόθεση ειδικών, επιτροπών σοφών, «ανεξάρτητων αρχών» και κυρίως υπερεθνικών μη εκλεγμένων οργάνων. Έτσι τα κόμματα μοιάζουν όλο και περισσότερο μεταξύ τους, οι αντίπαλες τάξεις συνωθούνται στη «μεσαία τάξη» και οι πολιτικές διαφορές και συγκρούσεις κινούνται εντός της «συνέχειας του κράτους». Έτσι διαμορφώνονται κόμματα που δεν εκπροσωπούν λαϊκά και εργατικά συμφέροντα προς το κράτος αλλά αντίστροφα διαχέουν την αστική κρατική πολιτική προς τις λαϊκές μάζες· για τα κόμματα αυτά συχνά χρησιμοποιούνται οι όροι «κόμματα-καρτέλ» ή «κόμματα του κράτους».
Γι αυτά ακριβώς τα κόμματα οι ενεργές κομματικές οργανώσεις γίνονται άχρηστο βάρος, οι οπαδοί γίνονται απλοί ψηφοφόροι και για τα κομματικά μέλη το μόνο που απομένει είναι η εκλογή του αρχηγού σε μια ψευδαίσθηση συμμετοχής και δημοκρατίας. Ο αρχηγός περιβάλλεται έτσι από αδιαμφισβήτητο κύρος έναντι των συλλογικών οργάνων του κόμματος. Το ΠΑΣΟΚ εγκαινίασε αυτή τη διαδικασία με την εκλογή του (μοναδικού υποψήφιου!) Γ. Παπανδρέου το 2004, η ΝΔ ακολούθησε το 2009 με τον Α. Σαμαρά. Στον ΣΥΡΙΖΑ η ολοκληρωτική του μεταστροφή σε κόμμα του αστικού ευρωατλαντικού τόξου συμβάδισε με μια ανάλογη πορεία, όπου τον Μάη του 2022 ο Τσίπρας εκλέχτηκε από τα μέλη των 3 ευρώ με 99,12% καθώς ήταν ο μοναδικός υποψήφιος. Η κατάληξη ήταν να εκλεγεί το 2023 αρχηγός ένας άγνωστος επιχειρηματίας από τις ΗΠΑ που δεν ήταν μέχρι τότε ούτε καν μέλος του κόμματος, ο Σ. Κασσελάκης.

Αν η «συνέχεια του κράτους» και η τεχνοκρατική διαχείριση ταιριάζει στα κόμματα κυβερνητικής διαχείρισης σε περιόδους σχετικής ομαλότητας, σε εποχές κρίσης, γενικευμένης αβεβαιότητας και κοινωνικής δυσαρέσκειας εμφανίζονται οι «αντισυστημικοί» ηγέτες και ανάλογα κόμματα που -φαινομενικά σε πλήρη αντίθεση με τα «κόμματα καρτέλ»- διακηρύσσουν την πλήρη αντίθεσή τους με την μέχρι τώρα κυβερνητική διαχείριση και το «παλιό πολιτικό σύστημα» και τους εκπροσώπους του· αρχηγοί και κόμματα -υπαρκτά ή εκκολαπτόμενα- που μιλάνε στο όνομα αφηρημένων αξιών (δικαιοσύνη, τιμιότητα, κάθαρση, αξιοκρατία…), παλεύουν ενάντια στη διαφθορά και στη φαυλότητα, επικαλούνται και απευθύνονται στα συναισθήματα και τα βιώματα και όχι στη συνείδηση και στη σκέψη.
Τελικά, όταν η συζήτηση ξεφεύγει από συγκεκριμένα θέματα διαφθοράς και κάθαρσης, οι απαντήσεις αναμένονται από τις γνωστές «επιτροπές σοφών», από «ανθρώπους της αγοράς»…
Βέβαια, οι ομοιότητες είναι περισσότερες από τις διαφορές. Η σιωπή σε σχέση με τις στρατηγικές κατευθύνσεις της αστικής πολιτικής δεν μπορεί να σημαίνει τίποτα άλλο εκτός από την αποδοχή τους. Οι προηγούμενες κυβερνήσεις, οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι, τα σκάνδαλα και η διαφθορά μπορεί να καταγγέλλονται αλλά η ένταξη στην ΕΕ και οι αποφάσεις της, η ΚΑΠ, η δημοσιονομική προσαρμογή, η απογείωση των εξοπλιστικών δαπανών, η εθνική ενότητα στον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό, η ένταξη στο ΝΑΤΟ και η παρουσία των αμερικανονατοϊκών βάσεων μένουν στο απυρόβλητο. Για το έγκλημα των Τεμπών, πέρα από τις δικαιολογημένες καταγγελίες για συγκάλυψη και το αίτημα για τιμωρία των ενόχων, ούτε η Κωνσταντοπούλου ούτε η Καρυστιανού έχουν ζητήσει καταγγελία της οποιασδήποτε σύμβασης με την Hellenic Train και ενιαίο δημόσιο σιδηρόδρομο.
Τελικά όταν η συζήτηση ξεφεύγει από συγκεκριμένα θέματα διαφθοράς και κάθαρσης οι απαντήσεις αναμένονται (πχ. από τη Μαρία Καρυστιανού) από τις γνωστές «επιτροπές σοφών», από «ανθρώπους της αγοράς» με γνώση και εμπειρία… Τελικά, όλα τα ρυάκια καλά είναι αρκεί να καταλήγουν στην ίδια κοίτη.
«Αριστερόμετρα» και ξεπερασμένες διαχωριστικές γραμμές
Ο διαχωρισμός ανάμεσα σε «δεξιά» και «αριστερά» είναι η αντανάκλαση -συχνά με διαθλασμένο και ψευδεπίγραφο τρόπο- της ταξικής διαίρεσης της κοινωνίας, των αντίθετων ταξικών συμφερόντων και επιδιώξεων που είναι αδύνατο να συμβιβαστούν. Δεν αρκεί αυτή η παραδοχή αλλά είναι σίγουρα αναγκαία. Η υποτιθέμενη υπέρβαση αυτού του διαχωρισμού όχι μόνο οδηγεί στην υποταγή στην καπιταλιστική βαρβαρότητα αλλά ανοίγει τον δρόμο και στην μασκαρεμένη «αντισυστημική» ακροδεξιά.
Εμφανίζονται πολλοί εκπρόσωποι της κυβερνητικής, «ρεαλιστικής» και υποταγμένης αριστεράς να αγανακτούν με τη σειρά τους για την ευκολία με την οποία μιλά κάποιος επίδοξος σωτήρας στις μέρες μας για «ξεπερασμένες ταμπέλες» που έχουν χάσει το νόημά τους. Ωστόσο έχουν συμβάλλει κι οι ίδιοι με λόγια και με έργα σ’ αυτή την κατάσταση. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ συνέβαλλε πρώτα απ’ όλα με τα έργα της -πχ. οικοδομώντας τον επιθετικό άξονα Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ (ο ίδιος ο Τσίπρας συναντήθηκε με τον «Μπίμπι», όπως τον αποκαλούσε φιλικά, Νετανιάχου)- σβήνοντας τις διαχωριστικές γραμμές. Πόσες φορές η απάντηση σε οποιαδήποτε εξ’ αριστερών κριτική είτε στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είτε σε άλλα αριστερά κόμματα και οργανώσεις είναι ότι δεν χρειαζόμαστε «αριστερόμετρα»;
Κατ’ αυτούς ο όρος αριστερά πρέπει να παραμένει εξ’ ορισμού αόριστος. Οι έννοιες όμως ορίζονται αναγκαστικά και θετικά και αρνητικά. Αν δεν μπορούμε να πούμε πότε ένα κόμμα ή μια πολιτική πράξη δεν είναι αριστερά, τότε η ίδια η «αριστερά» μένει ένας όρος χωρίς νόημα, με συμβολικό μόνο φορτίο, «ένα πουκάμισο αδειανό». Τέτοια πουκάμισα εύκολα τα παίρνει ο αέρας του ακροδεξιού κυνισμού.
Παναγιώτης Ξοπλίδης
Η ευρωπαϊκή εικόνα: Κόμματα ΙΧ του ηγέτη με αριστερή αναφορά
Η εμφάνιση αρχηγικών, προσωποκεντρικών κομμάτων δεν είναι νέο φαινόμενο, ωστόσο τα τελευταία χρόνια αυτό δεν αφορά μόνο την αστική πολιτική, αλλά και την αριστερά. Η οικονομική και κοινωνική κρίση πήρε και τη μορφή κατάρρευσης ενός κραταιού πολιτικού συστήματος που διατήρησε την κοινωνική ειρήνη για δεκαετίες. Η κρίση εκπροσώπησης στις ευρωπαϊκές χώρες έφερε στο προσκήνιο πλήθος νέων κομμάτων που εμφανίζονται ως «αντισυστημικά», «ενάντια στη διαφθορά», «κόντρα στο υπάρχον κατεστημένο». Σχεδόν όλα είναι προσωποπαγή, συχνά ως «ιδιόκτητα» του αρχηγού με περιορισμένη (ως ανύπαρκτη) εσωκομματική δημοκρατία, αδύναμους ή προσχηματικούς συλλογικούς θεσμούς και περιθωριοποίηση εσωτερικών διαφωνιών.
Το μοντέλο αυτό, δυστυχώς δεν αφορά μόνο την ακροδεξιά. Όλο και περισσότερο αναπαράγεται διεθνώς στην αριστερά, ανατρέποντας τις δομές, την στρατηγική και τακτική που ήταν στοιχεία των κομμουνιστικών, αριστερών, ακόμα και ρεφορμιστικών κομμάτων. Η πολιτική υποκαθίσταται από το «ύφος» του ηγέτη, η ταξική πάλη από τη «χαρισματική σύγκρουση» του αρχηγού, ενώ η μαζική δουλειά στην κοινωνική βάση δίνει τη θέση της στην «επικοινωνία». Οι βάσεις της αριστεράς για αιώνες, η συλλογικότητα, η χειραφέτηση, η συμμετοχή, εκφυλίζονται από την προβολή του «ηγέτη», ο οποίος πολλές φορές θυμίζει περισσότερο CEO επιχείρησης, ακόμα και σε κόμματα που «ορκίζονται» στη ριζοσπαστικοποίηση.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την θολότητα ή απουσία θέσεων για κρίσιμα ζητήματα της εποχής, όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία, η ΕΕ, το ΝΑΤΟ, οι καπιταλιστικοί ανταγωνισμοί. Ο ριζοσπαστισμός ως «τακτική» συγκρούεται με τη «στρατηγική» της κυβερνησιμότητας, καταλήγοντας στον «ρεαλισμό». Η αριστερά μετατρέπεται έτσι σε άκακο κατοικίδιο της αστικής πολιτικής.
Κρίση πολιτικής εκπροσώπησης
Η κρίση εκπροσώπησης στις ευρωπαϊκές χώρες έφερε στο προσκήνιο πλήθος νέων «αντισυστημικών» κομμάτων. Σχεδόν όλα είναι προσωποπαγή, συχνά ως «ιδιόκτητα» του αρχηγού με περιορισμένη (ως ανύπαρκτη) εσωκομματική δημοκρατία. Το μοντέλο αυτό, δυστυχώς, δεν αφορά μόνο την ακροδεξιά ή το ακραίο κέντρο. Όλο και περισσότερο αναπαράγεται διεθνώς στην αριστερά, ανατρέποντας όχι μόνο την πολιτική, αλλά και τη φυσιογνωμία των αριστερών δυνάμεων.
Στη Γαλλία, το πολιτικό εργαστήρι της Ευρώπης, η «ανασύνθεση» της αριστεράς κινείται τα τελευταία 20 χρόνια γύρω από το πρόσωπο του Ζαν Λικ Μελανσόν. Η Ανυπόταχτη Γαλλία είναι το πρότυπο «κόμματος γύρω από τον ηγέτη». Ο ρόλος των μελών, των συνεδρίων, των εκλεγμένων οργάνων είναι σχεδόν συμβολικός, καθώς ο Μελανσόν έχει τον τελικό λόγο για τις βασικές πολιτικές κατευθύνσεις ή ζητήματα όπως οι συμμαχίες και η κατάρτιση ψηφοδελτίων. Η εμφάνιση του κόμματος ως «κίνημα» διευκολύνει τελικά μια χαλαρή εσωτερική δημοκρατία με απουσία συλλογικών μηχανισμών επεξεργασίας πολιτικών θέσεων. Η στρατηγική της Ανυπόταχτης Γαλλίας προσαρμόζεται στο ύφος του Μελανσόν, με έμφαση στις «αξίες της Γαλλικής Δημοκρατίας» και του ρεπουμπλικανισμού, την «εθνική κυριαρχία», την πρόκριση της εκλογικής επιτυχίας έναντι των δυνατοτήτων ρήξης. Όσον αφορά τις θέσεις για την ΕΕ, η αοριστία περί «ανυπακοής» θολώνει τα νερά για ένα ζήτημα όπου ο ρόλος του γαλλικού καπιταλισμού είναι δομικός.
Ακόμα πιο οδυνηρή είναι η περίπτωση του κόμματος της Σάρα Βάγκενκνεχτ στη Γερμανία. Παρά την εκλογική αποτυχία που οδήγησε στην παραίτηση από την αρχηγία, το κόμμα («Συμμαχία») φέρει ακόμα το όνομα της ίδιας, BSW – Bündnis Sahra Wagenknecht! Η πολιτική του ταυτότητα ταυτίζεται σχεδόν πλήρως με τη δημόσια εικόνα, τον λόγο και τις θέσεις της. Η οργανωτική του δομή είναι απόλυτα προσωποπαγής με ελάχιστες ανοιχτές διαδικασίες βάσης και αποφάσεις που λαμβάνονται από κλειστό κύκλο γύρω από την ηγεσία. Μοιάζει περισσότερο με πολιτικό brand παρά με κόμμα κι έτσι άνοιξε ο δρόμος για να τοποθετηθεί η ίδια «εκτός του πλαισίου αριστεράς-δεξιάς» με υιοθέτηση θέσεων για «καλύτερο καπιταλισμό», «ορίων στη μετανάστευση» και νομιμοποίηση της ακροδεξιάς αφήγησης. Απέναντι της, το Die Linke βάσισε την ανασυγκρότηση του στην υπερπροβολή της «χαρισματικής» Χάιντι Ράιχινεκ με τατουάζ της Ρόζας Λούξεμπουργκ αλλά απουσία θέσεων για ΕΕ, ΝΑΤΟ, ιμπεριαλιστικό πόλεμο…

Στην Αγγλία, οι διεργασίες στην αριστερά περιστρέφονται γύρω από το πρόσωπο του Τζέρεμι Κόρμπιν, αρχικά εντός των Εργατικών με την αποτυχία αλλαγής ενός κόμματος που είναι δομικά δεμένο με το βρετανικό κεφάλαιο και ιμπεριαλισμό. Τα όρια τα έβαλε το θέμα της ΕΕ (που μπήκε άμεσα κι όχι διακηρυκτικά), του ΝΑΤΟ, του πυρηνικού οπλοστασίου και αναδεικνύονται ήδη και στο Your Party που λίγο έλλειψε να διαλυθεί πριν συγκροτηθεί, με επίδικο την σύγκρουση του Κόρμπιν με την Ζάρα Σουλτάνα.
Παρόμοια είναι η εμπειρία και σε άλλες χώρες, με την «προσωποποίηση» της πολιτικής να αποδυναμώνει τη συλλογική δράση, οδηγώντας σε παθητικοποίηση. Η ρητορική «λαός vs ελίτ» απαιτεί «ηγέτες» και συσκοτίζει την ταξική σύγκρουση, καθιστώντας τα κόμματα ευάλωτα σε αρχηγικούς χειρισμούς ενσωμάτωσης στην αστική πολιτική.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 31 Ιανουαρίου – 1 Φεβρουαρίου 2026
















