Γιώργος Μουρμούρης
▸Πόρισμα «κόλαφος», αγνοήθηκαν οι καταγγελίες των εργαζομένων, ο κίνδυνος παραμένει
Απαρχαιωμένα συστήματα ελέγχου, «χρυσοφόρες» συμβάσεις αναβάθμισης που σέρνονται επί χρόνια, σοβαρές ελλείψεις προσωπικού και διοικητικό μπάχαλο, πίεση για «να βγει η δουλειά» και μια πολιτική ηγεσία που κωφεύει στις προειδοποιήσεις των εργαζομένων και λοιδορεί τις διεκδικήσεις τους. Οι ομοιότητες της κατάστασης στην αεροναυτιλία με εκείνη που χαρακτήριζε τον ελληνικό σιδηρόδρομο λίγο πριν το έγκλημα στα Τέμπη δεν θα μπορούσαν να είναι περισσότερες.
Μετά από χρόνια προειδοποιήσεων των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας για «Τέμπη του αέρα» λόγω του απαρχαιωμένου εξοπλισμού αεροναυτιλίας, και παρά τα επανειλημμένα προειδοποιητικά σημάδια – όπως οι αλλεπάλληλες βλάβες σε κρίσιμα συστήματα ραντάρ, με το τελευταίο σοβαρό περιστατικό να καταγράφεται στις 19 Αυγούστου στο «Ελευθέριος Βενιζέλος» – η εγκληματική αδιαφορία της κυβέρνησης οδήγησε στις 4 Ιανουαρίου στο ολικό μπλακ άουτ στο FIR Αθηνών. Και μπορεί τα χειρότερα να αποφεύχθηκαν χάρη στον επαγγελματισμό ελεγκτών και πληρωμάτων, ωστόσο οι κίνδυνοι παραμένουν – και, όπως όλα δείχνουν, θα παραμείνουν για χρόνια.
Σύμφωνα με το πόρισμα της επιτροπής διερεύνησης που διόρισε η ίδια η κυβέρνηση, λίγο πριν τις 9 το πρωί της 4ης Ιανουαρίου εκδηλώθηκε εκτεταμένο φαινόμενο συνεχούς θορύβου που μπλόκαρε σχεδόν όλες τις επιχειρησιακές συχνότητες φωνής, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων εκτάκτου ανάγκης. Παράλληλα παρουσιάστηκαν δυσλειτουργίες σε τηλεπικοινωνιακά κυκλώματα εδάφους-εδάφους και σε ζεύξεις δεδομένων. Η επικοινωνία μεταξύ ελεγκτών και πληρωμάτων κατέστη εξαιρετικά δυσχερής, γεγονός που οδήγησε, για λόγους ασφάλειας, στο κλείσιμο του FIR Αθηνών με επιβολή «zero rate» στις 9.58 π.μ. Η πλήρης αποκατάσταση των επικοινωνιών επήλθε μόλις αργά το απόγευμα.
Ο «ψηφιακός θόρυβος» αποδίδεται σε δυσλειτουργία που προέκυψε από τη συνεργασία πολλών επιμέρους συστημάτων και συνδέσεων διαφορετικής ηλικίας και τεχνολογίας, τα οποία χρησιμοποιεί η Υπηρεσία Πολιτική Αεροπορίας (ΥΠΑ) για τις επικοινωνίες φωνής. Ο ακριβής εντοπισμός της αιτίας δεν κατέστη δυνατός, καθώς τα απαρχαιωμένα αυτά συστήματα δεν διαθέτουν μηχανισμούς καταγραφής και παρακολούθησης της λειτουργίας τους. Πρόκειται για εγγενή αδυναμία της τεχνολογίας SDH, στην οποία βασίζεται το σύστημα επικοινωνιών της ΥΠΑ και η οποία, σύμφωνα με επίσημες ενημερώσεις του ΟΤΕ, έχει τεθεί εκτός τεχνικής υποστήριξης ήδη από το 2019, χωρίς δυνατότητα παροχής αξιόπιστων εγγυήσεων λειτουργίας.
Κομβικό στοιχείο του πορίσματος αποτελεί και η πολύωρη καθυστέρηση στη διάγνωση του προβλήματος, η οποία αποδίδεται στην απουσία ενιαίας εποπτείας του δικτύου και στην κακή συνεργασία μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων. Ενώ τα τηλεπικοινωνιακά κυκλώματα εμφανίζονταν ως «λειτουργικά» στα συστήματα ελέγχου του ΟΤΕ, στην πράξη εξέπεμπαν ανεξέλεγκτα από πολλαπλούς πομπούς της ΥΠΑ, μπλοκάροντας τις ραδιοεπικοινωνίες στο FIR Αθηνών – γεγονός που καθυστέρησε τη διάγνωση και την αποκατάσταση του προβλήματος. Όπως άλλωστε τονίζεται, το συμβάν εκδηλώθηκε σε συνθήκες αυξημένης επιχειρησιακής πίεσης και περιορισμένης διαθεσιμότητας προσωπικού στην ΥΠΑ.
Η Ένωση Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας Ελλάδας χαρακτήρισε το πόρισμα δικαίωση των πολυετών καταγγελιών της για τον απαρχαιωμένο εξοπλισμό και τα προβλήματα στη διοικητική δομή, υπογραμμίζοντας ότι τα χειρότερα απετράπησαν χάρη στον επαγγελματισμό των ελεγκτών και στην έγκαιρη απόφαση για κλείσιμο του εναέριου χώρου.
Παρά ταύτα, το πόρισμα ξεκαθαρίζει ότι δεν είναι δυνατή η παροχή ουσιαστικών εγγυήσεων για την απρόσκοπτη λειτουργία του υφιστάμενου συστήματος επικοινωνιών. Με άλλα λόγια, ένα μπλακ άουτ μπορεί να επαναληφθεί ανά πάσα στιγμή, καθώς το ίδιο απαρχαιωμένο σύστημα θα παραμείνει σε λειτουργία για τουλάχιστον την επόμενη τριετία, καθώς τα κρίσιμα έργα αναβάθμισης παραμένουν σε εκκρεμότητα. Χαρακτηριστική είναι η σύμβαση για το σύστημα επικοινωνιών και καταγραφής φωνής (VCRS) ύψους 4,7 εκατ. ευρώ, η οποία επτά χρόνια μετά την υπογραφή της εξακολουθεί να βρίσκεται «στον αέρα», με την ολοκλήρωσή της να μετατίθεται πλέον για το τέλος του 2028.
Και παρότι οι κίνδυνοι είναι πλέον γνωστοί, οι χωρητικότητες – δηλαδή ο αριθμός αεροσκαφών που καλούνται να διαχειρίζονται οι ελεγκτές – επανήλθαν άμεσα στο 100%, χωρίς να προηγηθεί η απαιτούμενη εκτίμηση ασφαλείας. Το μόνο που άλλαξε μετά το μπλακ άουτ στο FIR Αθηνών ήταν ο «αποκεφαλισμός» του διοικητή της ΥΠΑ. Και το «κερασάκι στην τούρτα»; Το κτήριο του Κέντρου Ελέγχου Περιοχής Αθηνών/Μακεδονίας, από όπου ελέγχεται το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού εναέριου χώρου, εξακολουθεί να λειτουργεί εντός του εργοταξίου του Ελληνικού!
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 17-18 Ιανουαρίου 2026
















