Γιώργος Παυλόπουλος
Με τη νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας, την οποία δημοσιοποίησε πριν μερικές μέρες, ο πρόεδρος των ΗΠΑ διατυπώνει τη στρατηγική του για τη θέση της μέχρι σήμερα μοναδικής υπερδύναμης σε έναν κόσμο που αλλάζει γρήγορα και βίαια. Αναγνωρίζει, πρακτικά, πως οι νέες ισορροπίες αποτελούν μια μη αντιστρεπτή διαδικασία, ξεκαθαρίζει ωστόσο ότι η Αμερική θα διατηρήσει το προβάδισμα έναντι όλων.
1823-2025: Τι (δεν) έχει αλλάξει σε δύο αιώνες
Πριν από 202 χρόνια, τον Δεκέμβριο του 1823, ο τότε πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής – ενός νεαρού κράτους το οποίο δεν μετρούσε ούτε 50 χρόνια ύπαρξης – διατύπωνε το πλαίσιο που θα καθόριζε την εξωτερική πολιτική τους. Ήταν το περίφημο «Δόγμα Μονρόε», το οποίο σε γενικές γραμμές καθόρισε τη σχέση των ΗΠΑ με τον υπόλοιπο κόσμο και τη θέση τους σε αυτόν για τον επόμενο ένα περίπου αιώνα – μέχρι, δηλαδή, να ξεσπάσει ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο οποίος άλλαξε ριζικά το τοπίο και τους συσχετισμούς.
Την περασμένη εβδομάδα, ο Ντόναλντ Τραμπ έδωσε στη δημοσιότητα τη νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ, επιχειρώντας να επανακαθορίσει τον ρόλο και τη θέση τους στον σημερινό κόσμο. Έναν κόσμο ο οποίος είναι μεν εντελώς διαφορετικός, ταυτόχρονα όμως αναδεικνύει σημαντικές αναλογίες με την ταραγμένη περίοδο του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα. Κι αν ο ίδιος ο Τραμπ, κάνοντας λόγο για «επαναβεβαίωση και επιβολή του Δόγματος Μονρόε στο Δυτικό Ημισφαίριο», φαντασιώνεται ένα μοντέλο συνύπαρξης με τις αναδυόμενες δυνάμεις στο οποίο η χώρα του θα εξακολουθήσει να είναι κυρίαρχη, η ιστορία έχει δείξει πως σε καμία περίοδο των ανθρώπινων κοινωνιών το σκηνικό και οι ισορροπίες δεν έχουν αλλάξει ειρηνικά.
«Ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός, αλλά και η τάση για (πολεμική τελικά) διαμόρφωση μιας ξεκάθαρης ιεραρχίας οικονομικής, πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος (με ανάδειξη κυρίαρχου ηγεμόνα), αποτελεί «νόμο» του καπιταλισμού, αλλά και τη θεμέλια βάση του κινδύνου του πολέμου που αναγεννιέται διαρκώς εντός του», όπως σημειώνουν οι προγραμματικές θέσεις της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης.
Οι ΗΠΑ στη νέα τάξη πραγμάτων

«Οι μέρες κατά τις οποίες οι Ηνωμένες Πολιτείες σήκωναν στους ώμους τους ολόκληρη την παγκόσμια τάξη, σαν Άτλαντας, έχουν παρέλθει», αναφέρει με απόλυτη σαφήνεια η νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας που φέρει τη σφραγίδα του Ντόναλντ Τραμπ και του επιτελείου του. Προκειμένου δε να μην υπάρξει αμφιβολία ότι μια νέα εποχή έχει ξεκινήσει, σημειώνει: «Οι στρατηγικές της Αμερικής μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου έχουν αποτύχει (…) Οι ελίτ της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής έπεισαν τους εαυτούς τους ότι η μόνιμη αμερικανική ηγεμονία σε ολόκληρο τον κόσμο εξυπηρετεί καλύτερα από οτιδήποτε άλλο τα συμφέροντα της χώρας μας. Όμως, τα ζητήματα άλλων χωρών μας αφορούν μόνο στην περίπτωση που οι ενέργειές τους απειλούν άμεσα τα συμφέροντά μας».
Σε αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζεται, πιθανότατα, η πιο σημαντική ομοιότητα του «Δόγματος Τραμπ» με το «Δόγμα Μονρόε», το οποίο ανέφερε χαρακτηριστικά: «Στους πολέμους μεταξύ των ευρωπαϊκών δυνάμεων που αφορούν δικά τους ζητήματα δεν έχουμε ποτέ λάβει μέρος, ούτε συνάδει με την πολιτική μας να κάνουμε κάτι τέτοιο. Μόνο όταν τα δικαιώματά μας πληγούν ή απειληθούν σοβαρά, τότε αντιδρούμε ή προετοιμαζόμαστε για την άμυνά μας».
Προφανώς, η εικόνα στον παγκόσμιο «χάρτη» είναι σήμερα διαφορετική. Τη θέση των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, οι οποίες κυριαρχούσαν στις αρχές του 19ου αιώνα και αμφισβητούσαν – με πρώτη τη Μεγάλη Βρετανία – την ίδια την ύπαρξη των ΗΠΑ, έχει πάρει σήμερα η Κίνα. Η αναδυόμενη υπερδύναμη του 21ου αιώνα η οποία απειλεί την Αμερική με ένα διαφορετικό τρόπο: Δίνοντας τέλος στην παντοκρατορία της, διαταράσσοντας τις ζωτικής σημασίας εφοδιαστικές αλυσίδες και απειλώντας να την αποκλείσει από πολύτιμες πηγές πρώτων υλών και κερδοφορίας.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να είναι κυρίαρχες στο Δυτικό Ημισφαίριο, κάτι που αποτελεί όρο για την ασφάλεια και την ευημερία μας
Απέναντι σε αυτό το δεδομένο, ο Λευκός Οίκος – πρακτικά, δηλαδή, το κεφάλαιο και η αστική τάξη της Αμερικής – επιχειρεί να χαράξει τη δική του στρατηγική, η οποία διακρίνεται τόσο από αμυντικά όσο και από επιθετικά στοιχεία. Έτσι, όπως άλλωστε αποτυπώνεται εύγλωττα στα αποσπάσματα του κειμένου που παρατέθηκαν, αναγνωρίζει ουσιαστικά ότι δεν είναι πλέον σε θέση να καθορίζει τις εξελίξεις σε κάθε γωνιά του πλανήτη, ούτε όμως να παίζει τον ρόλο του «παγκόσμιου χωροφύλακα».
Από αυτή τη σκοπιά, μια από τις διατυπώσεις-κλειδί του νέου δόγματος είναι η παρακάτω: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να επιτρέψουν σε κανένα έθνος να καταστεί τόσο ισχυρό που να βρεθεί σε θέση να απειλήσει τα συμφέροντά μας (…) Ακριβώς όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες απορρίπτουν την λανθασμένη παραδοχή ότι μπορούν οι ίδιες να κυριαρχήσουν διεθνώς, οφείλουμε να αποτρέψουμε την παγκόσμια, σε ορισμένες δε περιπτώσεις και την περιφερειακή, κυριαρχία άλλων».
Ταυτόχρονα, στο ίδιο κείμενο, ξεκαθαρίζεται πως για να είναι εφικτός ο παραπάνω στόχος, πρέπει να διασφαλιστεί με κάθε τρόπο και μέσο – ακόμη και με «αιτιολογημένες επεμβάσεις» – ότι οι ΗΠΑ θα βρίσκονται διαρκώς και σε όλα τα επίπεδα (οικονομικό, τεχνολογικό, στρατιωτικό) ένα βήμα πιο μπροστά από τους Κινέζους, καθώς και από όλους τους υπόλοιπους ανταγωνιστές τους. Κι αυτό είναι κάτι που επίσης διατυπώνεται με τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών: «Επιδιώκουμε να διαθέτουμε την πιο ισχυρή βιομηχανική βάση παγκοσμίως (…) να παραμείνουμε η πιο προηγμένη επιστημονικά και τεχνολογικά και η πιο καινοτόμα χώρα». «Θέλουμε να συγκροτήσουμε, να εκπαιδεύσουμε, να εξοπλίσουμε και να αναπτύξουμε τις πιο ισχυρές, θανάσιμες και προηγμένες τεχνολογικά ένοπλες δυνάμεις, για να προστατεύσουμε τα συμφέροντά μας», τονίζεται επίσης – με τη διασύνδεση ανάμεσα στα παραπάνω να είναι ευθεία: «Η οικονομία μας αποτελεί το θεμέλιο της θέσης μας διεθνώς και το αναγκαίο στήριγμα για τον στρατό μας».
Στο συγκεκριμένο φόντο και καθώς θεωρείται πλέον δεδομένο ότι ο κόσμος χωρίζεται εκ νέου σε στρατόπεδα και σε ανταγωνιστικά κέντρα αποφάσεων, το «Δόγμα Τραμπ» ορίζει μία ακόμη προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ: Την κατοχύρωση της απόλυτης και άνευ όρων ηγεμονίας των ΗΠΑ στην αποκαλούμενη Δύση – η οποία, τηρουμένων των αναλογιών, επιχειρείται να θωρακιστεί όπως οι νεαρές ΗΠΑ την εποχή του Μονρόε.
«Επιδιώκουμε να διασφαλίσουμε ότι το Δυτικό Ημισφαίριο θα παραμείνει ευλόγως σταθερό και με καλή διακυβέρνηση (…) θα παραμείνει ελεύθερο από ξένες παρεμβάσεις ή ξένη ιδιοκτησία ζωτικών πόρων και υποδομών, καθώς και ότι θα υποστηρίζει τις κρίσιμες εφοδιαστικές αλυσίδες, ενώ παράλληλα θέλουμε να διασφαλίσουμε τη διαρκή πρόσβασή μας σε κρίσιμες στρατηγικές περιοχές», αναφέρει. Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο αντιμετωπίζεται και η Ευρώπη – δηλαδή ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός, όπως αυτός εκφράζεται κυρίως μέσα από το οικοδόμημα της ΕΕ.
Με απλά λόγια: Προκειμένου να πάρει σάρκα και οστά ο κόσμος τον οποίο έχει φανταστεί και σχεδιάσει ο Τραμπ, αποκτά στρατηγική σημασία για τον ίδιο και τις ΗΠΑ η ανάσχεση και, αν είναι δυνατόν, η αντιστροφή της πορείας καπιταλιστικής ολοκλήρωσης της Ευρώπης, σε πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο. Είναι ένας από τους βασικούς λόγους που κάνουν τον ίδιο, τον αντιπρόεδρό του και συνολικά το κίνημα MAGA (Κάνουμε Ξανά Μεγάλη την Αμερική) να υποστηρίζουν τα εθνικιστικά, ευρωσκεπτικιστικά και ακροδεξιά κόμματα, τα οποία εύκολα μπορούν να υιοθετήσουν την παρακάτω θέση του δόγματός του: «Η θεμελιώδης μονάδα του κόσμου είναι και θα παραμείνει το έθνος-κράτος (…) Υποστηρίζουμε τα κυρίαρχα δικαιώματα των εθνών, ενάντια στις επεμβάσεις των πλέον παρεμβατικών διεθνικών οργανισμών, που υπονομεύουν την έννοια της κυριαρχίας».
Την ίδια στιγμή, φροντίζει να υπονομεύσει τις σημερινές ηγεσίες, κατηγορώντας τις ότι, κυρίως μέσω της μετανάστευσης και της αλλοίωσης της πολιτιστικής ταυτότητας, οδηγούν την Ευρώπη στον αφανισμό εντός των επόμενων δύο δεκαετιών. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν δίστασε, μάλιστα, να εξαπολύσει νέους «τόμαχοκ» εναντίον τους με συνέντευξή του στο Politico, στην οποία τις χαρακτήρισε ως αδύναμες και αφερέγγυες – φαίνεται δε πως το αφήγημά του πιάνει τόπο, όπως αποτυπώνεται σε σχετικές δημοσκοπήσεις.
Φυσικά, η προσπάθεια Τραμπ δεν περνά απαρατήρητη στις Βρυξέλλες, το Βερολίνο, το Παρίσι και άλλες πρωτεύουσες. Είναι, εξάλλου, ο λόγος που κάνει τους Ευρωπαίους να σημαίνουν συναγερμό, καθώς συνειδητοποιούν πλέον πως απειλείται με καταστροφή το μεγαλύτερό τους (αν και ατελέσφορο, μέχρι σήμερα) επίτευγμα – με δράστη, κατά ένα ειρωνικό τρόπο, τον πάλαι ποτέ σύμμαχο που είχε στηρίξει μεταπολεμικά την οικοδόμηση της ΕΕ: τις ΗΠΑ, οι οποίες θεωρούσαν πως τότε εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους και τη σύγκρουσή τους με την ΕΣΣΔ.
Το δίλημμα, λοιπόν, που καλούνται να αντιμετωπίσουν έχει χαρακτήρα ζωής ή θανάτου. Είτε θα υποταχθούν στο «Δόγμα Τραμπ», με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό είτε θα επιχειρήσουν να σηκώσουν κεφάλι. Στη δεύτερη περίπτωση, ο πόλεμος στην Ουκρανία και η συνέχισή του (έστω και σε δεύτερο χρόνο) τους προσφέρει μια πρώτης τάξης ευκαιρία.

Οι ΗΠΑ, η Ευρώπη και η Ουκρανία
Γιατί αυτός ο πόλεμος έχει ζωτική σημασία για την ΕΕ
Οι πρόσφατες εξελίξεις στην Ουκρανία, παρ’ ότι δεν έχουν μέχρι στιγμής ξεκαθαρίσει το τοπίο, επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές. Τόσο για τις επιδιώξεις του «Δόγματος Τραμπ» όσο και για τις ανησυχίες και τις προθέσεις των Ευρωπαίων «προθύμων» – και, φυσικά, για τις νέες τραγωδίες που περιμένουν τον λαό της συγκεκριμένης χώρας, σε όποια πλευρά και αν βρίσκεται.
Το σίγουρο είναι ότι αυτή την περίοδο βρίσκεται σε εξέλιξη ένα πρωτοφανές διπλωματικό παζάρι, στο οποίο μετέχουν όλοι οι εμπλεκόμενοι στον πόλεμο. Ο καθένας, ωστόσο, με διαφορετικές προτεραιότητες. Οι μεν ΗΠΑ, εκτιμώντας – ορθώς σε μεγάλο βαθμό – ότι δεν έχουν πλέον να κερδίσουν κάτι σημαντικό από αυτό τον πόλεμο, επιδιώκουν να τον τελειώσουν περίπου στο σημείο που βρίσκεται. Το κάνουν, μάλιστα, τρέφοντας και μια κρυφή ελπίδα: ότι ικανοποιώντας αρκετές από τις απαιτήσεις της Ρωσίας, η οποία θεωρείται πολύ πιο σημαντική από την Ουκρανία, θα καταφέρουν να αποτρέψουν την πλήρη και οργανική ένταξή της στο στρατόπεδο της Κίνας, η οποία έτσι θα καθιστούνταν παντοδύναμη.
Οι Ευρωπαίοι, από την άλλη, μοιάζουν να έχουν ποντάρει τα ρέστα τους σε αυτή την αναμέτρηση (και δευτερευόντως στον Ζελένσκι, τον οποίο είναι έτοιμοι να «πουλήσουν» ανά πάσα στιγμή). Το κάνουν δε και στο πλαίσιο της προσπάθειάς τους να αντέξουν την πίεση και να αναβαθμιστούν διεθνώς και για να εξυπηρετήσουν τις επιδιώξεις τους στο εσωτερικό της ΕΕ. Να δώσουν, δηλαδή, τέλος σε ένα μοντέλο που κυριάρχησε επί δεκαετίες, διασφαλίζοντας την αναγκαία για το κεφάλαιο «κοινωνική ειρήνη», αλλά τώρα αντιμετωπίζεται ως αναχρονιστικό και ως «βαρίδι» για τα συμφέροντα του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, σε ένα περιβάλλον αδυσώπητου ανταγωνισμού εντός του ολοκληρωτικού, πολεμικού καπιταλισμού της εποχής μας.
Η Μέση Ανατολή και το στοίχημα με την Κίνα
«Η επιλογή την οποία πρέπει να αντιμετωπίσουν όλες οι χώρες είναι εάν θέλουν να ζήσουν σε ένα κόσμο κυρίαρχων κρατών και ελεύθερων οικονομιών του οποίου θα ηγείται η Αμερική ή σε ένα παράλληλο κόσμο στον οποίο θα επηρεάζονται από χώρες οι οποίες βρίσκονται στην απέναντι πλευρά». Το παραπάνω απόσπασμα από το «Δόγμα Τραμπ» είναι επίσης αποκαλυπτικό και επιβεβαιώνει πως, αργά ή γρήγορα, οι πάντες θα κληθούν να επιλέξουν στρατόπεδο και να το αποδείξουν ενεργά, καθώς η εποχή της «ουδετερότητας» και της «αθωότητας» τελειώνει.
Αυτό είναι, πρακτικά, το δίλημμα που τίθεται ωμά σε όλους. Όπως έγινε, για παράδειγμα, με τα καθεστώτα της Μέσης Ανατολής, μια περιοχή για την οποία τονίζεται πως «θα εμποδιστεί η κυριαρχία οποιασδήποτε ανταγωνιστικής δύναμης» – εξηγώντας, ανάμεσα στα άλλα, την ταχύτητα με την οποία εγκατέλειψαν τους Παλαιστίνιους. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τον Ειρηνικό, μια ζώνη στην οποία ο Τραμπ αναγνωρίζει πρακτικά ότι θα κρίνει το «παιχνίδι» με την Κίνα.
Αυτό, άλλωστε, τον αναγκάζει να υιοθετεί σκληρή στάση, η οποία οδηγεί σε πολεμική αναμέτρηση – έστω κι αν την αποκηρύττει. «Αποτελεί πρόκληση για την ασφάλεια να δοθεί η δυνατότητα σε κάθε ανταγωνιστή να ελέγξει τη Θάλασσα της Νότιας Κίνας», σημειώνεται, ενώ έμφαση δίνεται και στην Ταϊβάν. Η σημασία της, τονίζεται, έγκειται «εν μέρει στην κυριαρχία της στον τομέα της παραγωγής ημιαγωγών, κυρίως όμως στο γεγονός ότι προσφέρει άμεση πρόσβαση στη Δεύτερη Νησιωτική Αλυσίδα και χωρίζει τη βορειοανατολική και τη νοτιοανατολική Ασία σε δύο διακριτά θέατρα».
Πόσο πιο καθαρά να το διατυπώσει;
















