Ενημέρωση: Όπως έγινε γνωστό το βράδυ της Τετάρτης οι ΗΠΑ σε μια ακόμα προκλητική ενέργεια προχώρησαν στην ακινητοποίηση και κατάληψη ενός τάνκερ έξω από τις ακτές της Βενεζουέλας με τον Τραμπ να επαίρεται ότι είναι «το μεγαλύτερο που έχει κατασχεθεί ποτέ» στέλνοντας μήνυμα κλιμάκωσης.
Παναγιώτης Ξοπλίδης
Το στρατιωτικό, διπλωματικό και ενεργειακό παιχνίδι βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, είναι ανοιχτό και απρόβλεπτο. Ωστόσο, η υπεράσπιση του λαού της Βενεζουέλας θα πρέπει να είναι κεντρικό και αδιαπραγμάτευτο αίτημα για το διεθνές κίνημα. Κι αυτό, πέρα από κάθε αναφορά σε γεωπολιτικές συμμαχίες και ζητήματα «δημοκρατίας» εντός της χώρας.
Η διακίνηση ναρκωτικών δεν είναι παρά ένα πρόσχημα, όπως ακριβώς ήταν τα – ανύπαρκτα – όπλα μαζικής καταστροφής στο Ιράκ.
Η εκστρατεία των Ηνωμένων Πολιτειών κατά της Βενεζουέλας κλιμακώνεται καθημερινά με στόχο την ανατροπή ή τον συμβιβασμό του καθεστώτος Μαδούρο, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για αρπαγή του τεράστιου φυσικού πλούτου της χώρας. Οι ΗΠΑ έχουν ήδη αναπτύξει 15.000 στρατιώτες και δώδεκα πολεμικά πλοία στις ακτές της Καραϊβικής, ανάμεσά τους και το μεγαλύτερο αεροπλανοφόρο τους, απειλώντας με επιθέσεις στο εσωτερικό της Βενεζουέλας ή ακόμα και στρατιωτική εισβολή. Προοίμιο είναι η βύθιση περισσότερων από είκοσι σκαφών, με αποτέλεσμα 83 νεκρούς, που παρουσιάζονται ως διακινητές ναρκωτικών, αν και πολλοί από αυτούς είναι φτωχοί ψαράδες.
Σε μια από αυτές τις επιθέσεις, μάλιστα, έντεκα μέλη του πληρώματος ενός σκάφους σκοτώθηκαν, συμπεριλαμβανομένων δύο επιζώντων που εκτελέσθηκαν σε δεύτερο γύρο πυροβολισμών, ενώ ήταν γαντζωμένοι στα συντρίμμια. Οι εξωδικαστικές εκτελέσεις βρίσκονται εκτός πλαισίου νομιμότητας, ωστόσο η εντολή δολοφονίας επιζώντων συνιστά έγκλημα πολέμου, κάτι που προκάλεσε σύγκρουση στο εσωτερικό του Πενταγώνου με τον επικεφαλής του υπουργείου Πολέμου (όπως έχει πλέον μετονομαστεί το υπουργείο Άμυνας), Πιτ Χέσγκεθ, να αποποιείται των κατηγοριών ότι έδωσε ο ίδιος προσωπικά την εντολή.
Το σίγουρο είναι πως μετά την γενοκτονία στη Γάζα και την ασυλία των εγκλημάτων του Ισραήλ, το διεθνές δίκαιο και οι κανόνες πολέμου έχουν γίνει προφανώς κουρελόχαρτα. Οι απειλές στρατιωτικής επέμβασης είναι απροκάλυπτες και δεν απαιτούν ούτε κάποιο προπέτασμα καπνού. Ο Χέσγκεθ ανακοίνωσε, άλλωστε, την έναρξη της επιχείρησης «Νότιο Δόρυ», που δεν περιορίζεται στη Βενεζουέλα, καθώς σύμφωνα με τον ίδιο, ολόκληρο το Δυτικό Ημισφαίριο «είναι η γειτονιά της Αμερικής και θα το προστατεύσουμε». Οι ΗΠΑ πάντα θεωρούσαν την Λατινική Αμερική ως «αυλή» και «μαλακό υπογάστριό» τους και δεν κρύβουν ότι στόχος είναι να ανατραπεί η κινεζική επέκταση στην περιοχή.
Η άμεση πίεση κατά της Βενεζουέλας ολοκληρώνεται με την επανενεργοποίηση στρατιωτικών βάσεων στο Πουέρτο Ρίκο, την αποστολή πολεμικών αεροσκαφών στο Ελ Σαλβαδόρ και κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με το Τρινιντάντ και Τομπάγκο, σε απόσταση αναπνοής από το Καράκας. Την τελευταία εβδομάδα, ο Λευκός Οίκος διέταξε επίσης το κλείσιμο του εναέριου χώρους της Βενεζουέλας, με απειλές προς τις αεροπορικές εταιρίες να περιορίσουν τις πτήσεις τους, μια ενέργεια που επίσης περιφρονεί κάθε έννοια διεθνούς δικαίου. Ο δε χαρακτηρισμός των καρτέλ ναρκωτικών ως τρομοκρατικών οργανώσεων αξιοποιεί ένα μηχανισμό προπαγάνδας που έχει στηθεί τις τελευταίες δεκαετίες, πολύ πριν την εμφάνιση του Ντόναλντ Τραμπ στην πολιτική.
Η διακίνηση ναρκωτικών δεν είναι, φυσικά, τίποτα περισσότερο από ένα πρόσχημα, όπως ακριβώς ήταν τα – ανύπαρκτα – όπλα μαζικής καταστροφής στο Ιράκ. Ο Τραμπ είναι απλά τόσο κυνικός, ώστε να δίνει την ίδια στιγμή χάρη στον πρώην πρόεδρο της Ονδούρας, Χουάν Ορλάντο Ερνάντες, ο οποίος είχε καταδικαστεί στις ΗΠΑ για συνεργασία με καρτέλ ναρκωτικών! Επίσης, είχε καταστείλει βάναυσα μια λαϊκή εξέγερση κατά της εκλογικής νοθείας που τον έφερε στην εξουσία το 2017 και τώρα αξιοποιείται ώστε να επηρεαστούν ξανά οι εκλογές που διεξήχθησαν στη χώρα του.
Υπενθυμίζεται ότι ο Τραμπ εκβίασε τον λαό της Ονδούρας με διακοπή βοήθειας «αν δεν ψηφίσει σωστά». Όταν ανακοινώθηκαν, λοιπόν, τα πρώτα αποτελέσματα, που δείχνουν απόλυτη σχεδόν ισοψηφία μεταξύ του κεντρώου Σαλβαδόρ Νασράλα και του ακροδεξιού Νάσρι Ασφούρα (από το κόμμα του ναρκέμπορου Ερνάντες), ο Τραμπ προειδοποίησε ότι «θα επικρατήσει κόλαση» αν δεν επικρατήσει ο προστατευόμενος του. Στο ίδιο πλαίσιο, ο Αμερικανός πρόεδρος απειλεί επίσης με επίθεση την Κολομβία, ασκεί πίεση για την απελευθέρωση του Μπολσονάρο στη Βραζιλία (συνδέοντας το ύψος των δασμών με την εξέλιξη της νομικής δίωξης του), ενώ προσπάθησε να επαναφέρει μα στρατιωτική βάση στο Εκουαδόρ, η οποία απορρίφθηκε σε πρόσφατο δημοψήφισμα.
Αναμφίβολα, όμως, κεντρικός στόχος των ΗΠΑ είναι ο Μαδούρο. Εκτός της στρατιωτικής απειλής, διεξάγεται μια υπόγεια διπλωματική εκστρατεία, μέρος της οποίας φανερώνεται με διαρροές αμφίβολης αξιοπιστίας. Τα αμερικανικά ΜΜΕ αναφέρουν το περιεχόμενο μιας τηλεφωνικής συνομιλίας μεταξύ Τραμπ και Μαδούρο, στην οποία ο πρόεδρος των ΗΠΑ φέρεται να του έδωσε τελεσίγραφο να παραιτηθεί από την εξουσία.
Προ των πυλών η ιμπεριαλιστική επέμβαση των ΗΠΑ
Το καθεστώς της Βενεζουέλας, αν κι είχε χάσει σημαντικό μέρος της λαϊκής στήριξης που απολάμβανε στα πρώτα χρόνια του τσαβισμού, διαθέτει ακόμα ισχυρά ερείσματα στα φτωχά στρώματα, αλλά και στον στρατό και σε μια νέα αστική τάξη ντόπιων ολιγαρχών. Από την πλευρά της, η ακροδεξιά αντιπολίτευση είναι περισσότερο αγαπητή στα… σαλόνια των ΗΠΑ και της ΕΕ, παρά εντός της Βενεζουέλας. Η αρχηγός της, βραβευμένη με Νόμπελ Ειρήνης (!) Μαρία Κόρίνα Μασάδο, ενθαρρύνει χωρίς ντροπή επιθέσεις εναντίον της χώρας της, λέγοντας ότι αν αναλάβει την εξουσία, η Βενεζουέλα θα γίνει «ενεργειακός κόμβος», προσφέροντας συμφωνίες αξίας 1,7 τρισ. δολαρίων σε πολυεθνικές. Αλλά και ο Μαδούρο, αν και έχει στρατηγική συμμαχία με την Κίνα και τη Ρωσία, ποτέ δεν επιχείρησε να συγκρουστεί με τις αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρίες και κυρίως με τη Chevron, δηλώνοντας πρόσφατα ότι «η Chevron βρίσκεται στη Βενεζουέλα εδώ και 102 χρόνια και θέλω να είναι εδώ για άλλα 100 και να λειτουργεί χωρίς προβλήματα».
Το στρατιωτικό, διπλωματικό και ενεργειακό παιχνίδι είναι ανοιχτό και απρόβλεπτο, ωστόσο η υπεράσπιση του λαού της Βενεζουέλας θα πρέπει να είναι κεντρικό και αδιαπραγμάτευτο αίτημα για το διεθνές κίνημα, πέρα από κάθε αναφορά σε γεωπολιτικές συμμαχίες και ζητήματα «δημοκρατίας». Ο χαρακτηρισμός του «δικτάτορα» για τον Μαδούρο, από όλους τους ηγέτες των Δημοκρατών Σοσιαλιστών (DSA) στις ΗΠΑ, είναι ενδεικτικός της ρηχότητας της πολιτικής τους παρέμβασης. Ιδιαίτερα σε μια στιγμή που βασικό ζητούμενο θα πρέπει να είναι ο κοινός αγώνας του λαού στους δρόμους τους Καράκας με αυτόν στους δρόμους των αμερικανικών μητροπόλεων, όπου οι Λατίνοι εργάτες μετανάστες γνωρίζουν επίσης την απειλή στρατιωτικής επέμβασης.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 6-7 Δεκεμβρίου
















