Κώστας Χαριτάκης
«Οι παραγκουπόλεις, όπως και οι χωματερές, συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος των αποβλήτων, οι πρώτες των ανθρώπινων και οι δεύτερες των υλικών». Ιστορίες από την πίσω αυλή της καπιταλιστικής βιτρίνας αφηγείται ο Αντώνης Μαυρόπουλος στο βιβλίο του Waste Side Stories – Απόβλητοι, Απόβλητα και Μεταβολικά Ρήγματα, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τόπος. Και δεν μένει σε αυτό, αλλά τις συνθέτει σε μια βαθιά κριτική της καπιταλιστικής ανάπτυξης και του οικομοντερνισμού.
Η τριπλή περιβαλλοντική κρίση (κλιματική αλλαγή, απώλεια βιοποικιλότητας και συσσώρευση ρύπανσης) συμπυκνώνει όλες τις αντιθέσεις και τα αδιέξοδα του καπιταλισμού, στη σημερινή ολοκληρωτικά καταστροφική εποχή του. Αυτό προκύπτει αν αναζητήσουμε τις βαθύτερες ιστορικές αιτίες όλων των πλευρών της κρίσης, αν ενώσουμε τα κομμάτια του παζλ του «περιβαλλοντικού προβλήματος», και κυρίως αν ρίξουμε φως στις διασυνδέσεις του με το «κοινωνικό πρόβλημα», οι οποίες παραμένουν καλυμμένες κάτω από το χαλί του κυρίαρχου αναπτυξιακού μοντέλου. Αυτό επιχειρεί το βιβλίο του Αντώνη Μαυρόπουλου, υποβάλλοντας σε ανελέητη κριτική όλες τις προσπάθειες να παρουσιαστεί η περιβαλλοντική κρίση ως δήθεν «τεχνικό ζήτημα», ως πρόβλημα «επιστημονικής διαχείρισης», ως γενικό και αφηρημένο αποτέλεσμα της «ανθρώπινης παρέμβασης», αποκομμένο από τα χαρακτηριστικά των ιστορικά συγκεκριμένων κοινωνιών στα πλαίσια των οποίων κυοφορήθηκε.
Διά μέσου αυτής της ανάλυσης, ανακύπτει τελικά ένα ευρύτερο και βαθύτερο διακύβευμα που αφορά τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, όπως έχει εξελιχθεί ιστορικά στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης (δηλαδή, του καπιταλισμού) και όπως προδιαγράφεται υπό τις υλικές απαιτήσεις και τις ιδεολογικές ιαχές της νέας αρπαχτικής εποχής του. Στον πυρήνα αυτής της σχέσης βρίσκεται η «βούληση για κυριαρχία» επί της φύσης που εξαπέλυσαν, εγκαθίδρυσαν και ισχυροποίησαν οι βιομηχανικές επαναστάσεις, έχοντας στο πλευρό τους την επιστήμη και την τεχνολογία, με διαρκή στόχο την αέναη κερδοφορία από την «παραγωγική αξιοποίηση» της φύσης και τη μετατροπή της σε τροφοδότη πρώτων υλών και ενέργειας ενός αδηφάγου παραγωγικού και καταναλωτικού μοντέλου.
Με τα λόγια του συγγραφέα: «Όλα τα σύγχρονα περιβαλλοντικά προβλήματα μπορούν να ανιχνευθούν από τις απαρχές των βιομηχανικών επαναστάσεων. Κάθε διαδοχική φάση βιομηχανοποίησης των κοινωνιών μας δημιουργούσε ένα νέο κύμα περιβαλλοντικών προβλημάτων, εντείνοντας τη ρύπανση, την απώλεια βιοποικιλότητας, τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και, τελικά, συνεισέφερε στη σημερινή τριπλή περιβαλλοντική κρίση. Μια συνοπτική σύγκριση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων κάθε βιομηχανικής επανάστασης αναδεικνύει μια σοβαρή ποιοτική μεταβολή. Η ρύπανση εξελίχθηκε από τοπική (19ος αιώνας, νέφος σε πόλεις) σε περιφερειακή (αρχές 20ού αιώνα, ρυπασμένα ποτάμια, όξινη βροχή), και τελικά σε παγκόσμια (τέλη 20ού, κλιματική αλλαγή, τρύπα όζοντος). Στην εποχή μας, η ρύπανση τείνει να γίνει ολιστική-καθολική και επηρεάζει κάθε πτυχή του φυσικού κόσμου, από τα βάθη των ωκεανών μέχρι την ανώτερη ατμόσφαιρα».
Η συνέχιση της «ανάπτυξης» μέσω ενός ακόμη βαθύτερου εξορυκτισμού και μιας καθολικότερης τεχνολογικής παρέμβασης οδηγεί αναπόφευκτα στην πλανητική καταστροφή
Το πρόβλημα είναι ότι αυτός ο τύπος σχέσης με τη φύση έχει φτάσει στα όριά του, δημιουργώντας και συσσωρεύοντας πλέον περιβαλλοντικές ζημιές που δεν μπορούν να απορροφηθούν από τους φυσικούς κύκλους που υποβαστάζουν τη ζωή. Και ότι η κλίμακα αυτού του προβλήματος είναι τέτοια, ώστε καμιά επιμέρους αλλαγή, πολιτική ή τεχνολογία δεν μπορεί να το απαντήσει. Και, ακόμη περισσότερο, ότι η συνέχιση της «ανάπτυξης» μέσω ενός ακόμη βαθύτερου εξορυκτισμού και μιας καθολικότερης τεχνολογικής παρέμβασης οδηγεί αναπόφευκτα στην πλανητική καταστροφή.
Τι παράγει, όμως, αυτή η «ανάπτυξη»; Όπως, κατά τον Μαρξ, ο καπιταλισμός δεν παράγει μόνο προϊόντα-εμπορεύματα αλλά ταυτόχρονα και τον ίδιο τον «εργάτη» ως κοινωνικό προϊόν, έτσι και η «ανάπτυξη» δεν δημιουργεί μόνο οικονομική μεγέθυνση, μετρούμενη με όρους ΑΕΠ, αλλά ταυτόχρονα «γεννάει συνεχώς νέους φτωχούς και αποκλεισμένους, με συστημικό και μόνιμο τρόπο, και μάλιστα ο αριθμός τους αυξάνεται ακόμη και στην περίοδο ανεπανάληπτης οικονομικής ανάπτυξης. Πρόκειται, κυριολεκτικά, για τους απόβλητους του συστήματος, δηλαδή ανθρώπους που πετιούνται έξω από την επίσημη οικονομία και κοινωνική οργάνωση, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που τα απόβλητα πετιούνται έξω από τις βιομηχανίες που τα παράγουν και τα σπίτια μας.
Οι παραγκουπόλεις, όπως και οι χωματερές, συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος των αποβλήτων, οι πρώτες των ανθρώπινων και οι δεύτερες των υλικών».
Γίνεται, έτσι, φανερό ότι ο τύπος της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση οδηγεί και σε έναν συγκεκριμένο τύπο σχέσης του ανθρώπου με τον άνθρωπο. Η «βούληση για κυριαρχία» επί της φύσης μετουσιώνεται σε «υπερβουλιμία για εκμετάλλευση» του ανθρώπου, και τα δύο μαζί συγκροτούν τον πυρήνα των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων που στηρίζονται και αναπαράγονται από την «ανάπτυξη». Όπως επισημαίνει ο συγγραφέας: «Η κατανόηση της σύνδεσης μεταξύ των αποβλήτων (waste) και της πρακτικής του “wasting” (δηλαδή, της σπατάλης, του ξεζουμίσματος και της υποτίμησης ολόκληρων περιοχών, ανθρώπων, κοινοτήτων και εθνών) αποτελεί κλειδί για την κατανόηση του σύγχρονου καπιταλισμού».
Είναι, όμως, αυτός ο τύπος σχέσης με τη φύση, και άρα και ανθρώπου με άνθρωπο, ο μόνος δυνατός για τις κοινωνίες μας; Για τον συγγραφέα δεν αποτελούν εναλλακτικούς δρόμους ούτε μια επιστροφή σε κάποια φαντασιακή «αγνή» προκαπιταλιστική ενότητα ανθρώπου-φύσης ούτε η τεχνολογική αισιοδοξία του οικομοντερνισμού. «Η πραγματική πρόκληση είναι η ίδια η καπιταλιστική λογική: το ρήγμα δεν μπορεί να αποκατασταθεί χωρίς ριζική μεταβολή στις δομές παραγωγής, κατανάλωσης και αναδιανομής».
Μπορούμε να «ανακαλύψουμε» πολλές διαφορετικές δυνατότητες αν απεγκλωβιστούμε από την αντίληψη του πλούτου που μας έχουν εντυπώσει οι τελευταίοι αιώνες του αστικού τρόπου ζωής. «Απαιτείται μία ριζική αλλαγή στο τι θεωρούμε “πλούτο”: από την ποσοτική συσσώρευση χρηματικής αξίας στην ανάπτυξη των ανθρώπινων δυνατοτήτων, ποιοτικών κοινωνικών σχέσεων και οικολογικής ισορροπίας. Αυτό σημαίνει τη μετάβαση από μια οικονομία βασισμένη στην ανταλλακτική αξία σε μια οικονομία βασισμένη στις αξίες χρήσης. […] Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να δημιουργήσουμε έναν πλούτο που θα είναι βιώσιμος και δίκαιος για όλους».
Σε έναν κατακερματισμένο (παρά την παγκοσμιοποίηση) κόσμο όπως ο σημερινός, όπου τα πάντα εμφανίζονται ως «θραύσματα» (πληροφορίες, σχέσεις, προϊόντα), και όπου το αποτύπωμα της παραγωγής τους, των διασυνδέσεών τους και της πραγματικής χρησιμότητάς τους παραμένει βαθιά απροσπέλαστο (ποιος, πώς και γιατί παράγει;), η ολιστική προσέγγιση και η συνθετική (διεπιστημονική) ανάλυση τούτου του βιβλίου δεν είναι απλώς χρήσιμα· είναι απαραίτητα μέσα του αναγκαίου όσο ποτέ αναστοχασμού πάνω σε ό,τι θεμελιώνει και δομεί την καπιταλιστική νεωτερικότητα.












