Το Νοσοκομείο Σωτηρία του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη είναι ένα μυθιστόρημα που συνδέει τη μνήμη, την Ιστορία και την προσωπική απώλεια. Μέσα από τον χώρο του ιστορικού νοσοκομείου, το παρελθόν και το τώρα συνομιλούν, δημιουργώντας μια αφήγηση για τη ζωή, τον θάνατο και την ελπίδα.
«Ο ήλιος κυκλοδίωκτος,/ως αράχνη, μ’ εδίπλωνε /και με φως και με θάνατον/ ακαταπαύστως» λέει το φάντασμα της μητέρας του αφηγητή-γιού στην ωδή «Εις θάνατον» του Ανδρέα Κάλβου. Τα φαντάσματα όσων έχουν περάσει από το νοσοκομείο «Σωτηρία», οι ιστορίες τους και η ιστορία του, συνδέονται όπως τα μέρη του ιστού της αράχνης, με την ιστορία του Μωυσή Παναγιωτίδη, του πρωταγωνιστή του νέου μυθιστορήματος του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη «Νοσοκομείο Σωτηρία» (εκδ. Κίχλη).
Τα ετερόκλητα γραμματειακά υλικά που διαμορφώνουν το έργο – η μυθοπλασία, τα ιστορικά ντοκουμέντα, τα λογοτεχνικά δοκίμια, οι επιστολές, οι στίχοι των ποιημάτων και των τραγουδιών, οι φιλοσοφικές και πολιτικές αναφορές – είναι συστατικά μέρη ενός πλέγματος που νοηματοδοτεί πολλαπλά την προσωπική και συλλογική ιστορία. Έτσι, όπως ο ίδιος ο αφηγητής διατυπώνει: «το θέμα γλιστρά και διαχέεται, τα πρόσωπα κι οι εποχές περιπλέκονται, η γραφή παρεκκλίνει από τον αρχικό πυρήνα της και ερωτοτροπεί με το πιο βίαιο πρόσωπο της Ιστορίας, με αποτέλεσμα η αφήγηση να θρυμματίζεται σε επιμέρους αφηγήσεις.» Αυτές συγκλίνουν σε μια ενιαία ροή – άλλοτε συνεχή, άλλοτε διακοπτόμενη, άλλοτε ορμητική – όπως κυλάει φυσικά το νερό ενός ποταμού. Ποταμού που το υλικό του εδώ είναι η προσωπική και συλλογική μνήμη, το ατίθασο αλλά και το πάσχον σώμα, οι τόποι διαμονής που αποκτούν τις ιδιότητες και απορροφούν αλλά και εκπέμπουν τα βλέμματα, τα συναισθήματα, τη δημιουργία, τις ελπίδες και την απόγνωση των ανθρώπων που τους «κατοίκησαν».
Το μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος διαδραματίζεται στον θάλαμο 209 του νοσοκομείου Σωτηρία. Σε αυτόν εισέρχεται ο πρωταγωνιστής χωρίς πολλές ελπίδες εξόδου, γιατί είναι βαριά ασθενής από καρκίνο,. Η ζωή του έχει σφραγιστεί από την απροσδόκητη αυτοκτονία της γυναίκας του Αγγελικής, το μεγάλωμα του γιού τους Πέτρου και τη βαριά σκιά του συνονόματου παππού του: κομμουνιστή, εξόριστου και δηλωσία στην Ανάφη, τρελού στη Λέρο και στο Δρομοκαΐτειο, φθισικού στο Νοσοκομείο Σωτηρία, τον οποίο δεν πρόλαβε να γνωρίσει.
Ο χώρος αποτελεί αφορμή να πυκνώσει τον χρόνο που του απομένει, επεκτείνοντας ταυτοχρόνως τον χρόνο της ιστορίας του μυθιστορήματος. Ερευνά αρχικά τα αρχεία του νοσοκομείου προκειμένου να βρει υλικό για να γράψει ένα μυθιστόρημα που σχεδίαζε η γυναίκα του και θα αφορούσε τη ζωή δύο αγαπημένων της ποιητριών: της Μαρίας Πολυδούρη και της Φιλησίας Στάθη- Πουλιοπούλου που άμεσα ή έμμεσα συνδέθηκαν με το νοσοκομείο Σωτηρία. Η πρώτη ως ασθενής για μεγάλο διάστημα, η δεύτερη ως επισκέπτρια, ψάχνοντας -μετά από κάποια λανθασμένη πληροφορία- τον άντρα της, τον Παντελή Πουλιόπουλο.
Μεταξύ μυθοπλασίας και ντοκουμέντων – αυθεντικών κειμένων των ποιητριών, δημοσιευμάτων για το έργο τους, ιστορικών και πολιτικών εγγράφων – παρουσιάζεται η ζωή και η εποχή της δικής τους και των συντρόφων τους.
Η μελέτη των αρχείων τον οδηγεί και σε άλλες διαδρομές. Το έργο αναπλάθει πολύτροπα το διάστημα από την ίδρυση του νοσοκομείου (1902), σχεδόν ταυτισμένου παλιότερα με τη φυματίωση, έως και την Κατοχή. Η «Κόλαση των ζωντανών», όπως το αποκαλούσαν οι ασθενείς, δεν ήταν μόνο πεδίο της απελπισίας και προσμονής του θανάτου, αλλά και των εξεγέρσεων, των διεκδικήσεων, των εκτελέσεων αγωνιστών από τα ναζιστικά στρατεύματα. Τα ίχνη των Ακροναυπλιωτών αλλά και των ενόπλων του Σκόμπυ στα Δεκεμβριανά, τα αποτυπώματα άσημων και περικλεών βρίσκονται ακόμη στους χώρους του κτιρίου. Το παρόν και το παρελθόν βρίσκονται σε διαρκή επικοινωνία για εκείνον που είναι πρόθυμος και ικανός να τα δει και να τα ακούσει.
Το βιβλίο αναδεικνύει πως η στάση απέναντι στον θάνατο καθορίζεται και από τη στάση απέναντι στη ζωή
Από την αρχή κιόλας του έργου τίθεται η σχέση του πρωταγωνιστή με τον θάνατο από την παιδική ως την ενήλικη ζωή και την προσωπική του περιπέτεια. Την τελευταία, όμως, την αντιμετωπίζει με έναν τρόπο ανατρεπτικό, ειρωνικό, χιουμοριστικό μέσα την ανασύνθεση επαναστατικών περιόδων ή μουσικών συναυλιών και συχνά χλευαστικό που ελαφραίνει το βάρος του, μετριάζει τον φόβο του, χωρίς όμως να τον καταργεί. Ενώνεται με τον φόβο των άλλων, των τρελαμένων από τον πόνο του θανάτου οικείων τους, των μοναχών και των ξεχασμένων. Γίνεται έτσι δύναμη και μια υπόσχεση αγάπης.
Η στάση απέναντι στο θάνατο καθορίζεται και από τη στάση απέναντι στη ζωή. Και το μυθιστόρημα του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη είναι κυρίως μια σπουδή για τη ζωή. Αυτή που συμπυκνώνοντας τα σημαντικά της ιστορίας και της τέχνης, ανασύροντας από τη σκόνη του χρόνου τα πολύτιμα αγνοημένα και ταπεινά μετατρέπει έναν χώρο δεμένο με τον θάνατο σε ένα οχυρό της ελευθερίας. Με όλα τα ενδεχόμενα πιθανά και δυνατά. Κυρίως όμως «έμπλεη ποίησης και ιστορίας».
Αιμιλία Καραλή, το κείμενο αποτελεί πύκνωση της εισήγησης στην εκδήλωση για την παρουσίαση του βιβλίου από τις εκδόσεις «Κίχλη» στο βιβλιοπωλείο «Επίκεντρον», στις 10.6.2026
.













