Ένα… μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Γουίλιαμ Νταφόε. Η διεθνής παραγωγή βασισμένη στο βιβλίο του Πάνου Καρνέζη είναι γυρισμένη στην Ελλάδα και επιχειρεί να αναδείξει τη σαπίλα και την κακοποίηση πίσω από τον μύθο του «Έλληνα κροίσου». Τα καταφέρνει όμως;
Γιάννης Φραγκούλης
Η ταινία αναφέρεται στο πάρτι γενεθλίων που διοργανώνει ο κροίσος Μάρκος Τιμολέοντας για την κόρη του, την Σοφία. Οι αναφορές στο παρελθόν είναι πολύ λίγες. Η διασκευή του μυθιστορήματος έχει γίνει από τον Γιώργο Καρναβά, τον Νίκο Παναγιωτόπουλο και τον σκηνοθέτη Μιγκέλ Ανχελ Χιμένεθ.
Ας δούμε τις δομές του σεναρίου αναλυτικά. Οι σεναριακές αδυναμίες της ταινίας είναι πολλές. Δύσκολο να δεχτούμε ότι ο Νίκος Παναγιωτόπουλος ξαφνικά έχασε την ευστροφία του και έκανε ένα αδύναμο σενάριο. Πολύ πιθανόν η παραγωγή να επέβαλε την τελική δομή του σεναρίου, στην παραγωγή εμφανίζεται ο Γιώργος Καρναβάς. Αυτό που βλέπουμε στην ταινία είναι το τι γίνεται σε μια μέρα από τη ζωή του Μάρκου Τιμολέοντα. Όλα τα αφηγηματικά στοιχεία παραπέμπουν στη ζωή του Αριστοτέλη Ωνάση και σε αυτή της κόρης του Αθηνάς. Το «ελέγχω» είναι στην κυριολεξία «αποφασίζω τι θα γίνει και αυτό θα συμβεί». Έχουμε το ακριβές πρότυπο του πατέρα-αφέντη ή, για να το πούμε καλύτερα, τον αρχετυπικό κακοποιητή Πατέρα.
Υπάρχουν όμως κάποια ερωτήματα: Ποια ήταν η αιτία που ο Τιμολέων απέκτησε αυτόν τον χαρακτήρα; Ποιες ήταν οι δυνάμεις που τον συντήρησαν και τον δυνάμωσαν; Πού βασίστηκε για να γίνει αυτός που έγινε; Γιατί λειτουργεί κακοποιητικά όσον αφορά στην κόρη του; Οι απαντήσεις σε αυτά είναι αποσπασματικές και δεν μπορούν να συνθέσουν τον χαρακτήρα του Τιμολέοντα. Επιπλέον απονευρώνουν την ταινία από τα κοινωνικά και πολιτικά αναφερόμενα, κάνοντας μια ταινία που δεν τολμά να εκφρασθεί ελεύθερα.
Κατ’ εξακολούθηση, η σκηνοθεσία ακολουθεί τη σεναριακή δομή και αυτό που έχουμε είναι μια ταινία που εστιάζει στο πορτρέτο του Τιμολέοντα χωρίς να βλέπει τις παράλληλες σεναριακές δομές που δεν υπάρχουν. Βλέπουμε ότι ήταν προσκολλημένος στον γιό του που πέθανε. Ήθελε έναν άντρα διάδοχο και όχι μια κόρη που δεν μπορεί να διοικήσει. Πάλι το πατριαρχικό πρότυπο επανέρχεται ως κακοποιητής των σχέσεων. Υπονοείται, με κάποιες νύξεις, στο παιδικό του τραύμα και δεν θέλει να μεταφερθεί στην κόρη του, όμως το κάνει. Η βάση του χαρακτήρα του, σύμφωνα με το σενάριο, είναι το πατριαρχικό πρότυπο που λειτουργεί, εδώ, κακοποιητικά.
Δεν υπάρχει κάποια αναφορά στις πολιτικές δομές που τον στήριξαν και τις στήριξε. Ούτε η βούλησή του να κερδίζει περισσότερα θυσιάζοντας ανθρώπινες ζωές υπάρχει, παρά για πολύ λίγο στην αρχή της ταινίας. Ακόμη οι απατεωνιές που έκανε δεν αναφέρονται καθόλου. Απουσιάζει από το σενάριο και από τη σκηνοθεσία όλο το παρασκήνιο που λειτουργεί όσον αφορά στη δόμηση του χαρακτήρα. Έχουμε αυτόν τον άνθρωπο γιατί έτσι είναι. Αυτή η τελεολογία τελματώνει το σενάριο και δημιουργεί τρομερά προβλήματα στον ρυθμό αφού δεν υπάρχουν οι σεναριακές αλλαγές. Από ένα σημείο και έπειτα ο θεατής κουράζεται με την επανάληψη των ίδιων αφηγηματικών μοτίβων που, εδώ, δεν περιέχουν ίχνος δράσης, έτσι ώστε ο ρυθμός είναι ανύπαρκτος.















