Μαίρη Κωτσοπούλου
Η εικόνα της ελεγχόμενης κατεδάφισης των τριών γιγαντιαίων καδοφόρων εκσκαφέων της ΔΕΗ στη Μαυροπηγή Κοζάνης, οι οποίοι κατέρρευσαν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, δεν αποτελεί μια απλή «απόσυρση παλαιού εξοπλισμού». Πρόκειται για το πιο κραυγαλέο, οπτικό σύμβολο της βίαιης, αντεργατικής απολιγνιτοποίησης και της πλήρους παράδοσης του ενεργειακού τομέα στα νύχια των ιδιωτικών μονοπωλίων.
Αυτά τα μηχανήματα-μεθήλικες, που επί δεκαετίες αποτελούσαν την καρδιά της εγχώριας παραγωγής, δεν ανήκαν σε καμία ιδιωτική διοίκηση και σε κανέναν «επενδυτή». Φτιάχτηκαν (και πληρώθηκαν) από τη δουλειά και τον κόπο των ανθρώπων της περιοχής και αποτελούσαν δημόσια περιουσία. Σήμερα, αυτή η δημόσια περιουσία τεμαχίζεται και μετατρέπεται σε υλικά scrap, τροφοδοτώντας άμεσα την κερδοφορία των ιδιωτικών εργολαβικών συμφερόντων που ανέλαβαν την αποσυναρμολόγηση, εργολάβοι της αποσυναρμολόγησης.
Η εσπευσμένη και βίαιη απολιγνιτοποίηση, που προωθείται μεθοδικά από την κυβέρνηση, την Ευρωπαϊκή Ένωση και το κεφάλαιο, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την προστασία του περιβάλλοντος. Πρόκειται για ένα γιγαντιαίο κόλπο με στόχο την απαξίωση της εγχώριας παραγωγικής βάσης, ώστε στη θέση της να στηθεί ένα κερδοσκοπικό πάρτι των ιδιωτών, βασισμένο στο πανάκριβο εισαγόμενο φυσικό αέριο και στο real estate των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), οι οποίες παραδίδονται «πακέτο» στα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα.

Πίσω από την υποκριτική ρητορική περί «πράσινης ανάπτυξης» και «κλιματικής ευαισθησίας», κρύβεται η μεθοδευμένη διοχέτευση τεράστιων κονδυλίων και επιδοτήσεων προς τους επιχειρηματικούς ομίλους, οι οποίοι «φυτεύουν» ανεμογεννήτριες και καθρέφτες σε κάθε βουνό και δημόσια γη που παραδίδεται στην κερδοφορία τους. Κάθε δημόσια υποδομή που ανατινάζεται ή απαξιώνεται, βαθαίνει την εξάρτηση της χώρας από τον τζόγο του Χρηματιστηρίου Ενέργειας. Η «πράσινη μετάβαση» των ολιγαρχών μεταφράζεται άμεσα σε λογαριασμούς-φωτιά, σε κομμένο ρεύμα στα νοικοκυριά και σε αμύθητα υπερκέρδη για το εγχώριο ενεργειακό καρτέλ.
Πίσω από την υποκριτική ρητορική περί «πράσινης ανάπτυξης» και «κλιματικής ευαισθησίας», κρύβεται η μεθοδευμένη διοχέτευση τεράστιων κονδυλίων και επιδοτήσεων προς τους επιχειρηματικούς ομίλους
Αυτή η ισοπέδωση των υποδομών έρχεται να σφραγίσει μια δραματική πραγματικότητα που βιώνει η Δυτική Μακεδονία τα τελευταία χρόνια. Η περιοχή βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πρωτοφανές μεταβατικό σοκ και μια βίαιη μετατόπιση του παραγωγικού της πυρήνα, καθώς οι λιγνιτικές μονάδες και τα ορυχεία κλείνουν το ένα μετά το άλλο, όπως συνέβη πρόσφατα και με τον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Το περιβόητο αφήγημα της «Δίκαιης Μετάβασης» έχει αποδειχθεί στην πράξη μια επικοινωνιακή φούσκα και μια μεγάλη πολιτική κοροϊδία, αφήνοντας πίσω του μια περιοχή σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Η Δυτική Μακεδονία καταγράφει σταθερά τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας στη χώρα, η οποία πλήττει την τοπική κοινωνία, οδηγώντας σε υποανάπτυξη, οικονομικό μαρασμό και ερημοποίηση. Η έλλειψη οποιουδήποτε ουσιαστικού σχεδίου για τη δημιουργία σταθερών θέσεων εργασίας έχει πυροδοτήσει ένα μεγάλο κύμα μαζικής μετανάστευσης, στερώντας από την περιοχή τη νέα γενιά και το επιστημονικό της δυναμικό, που αναζητούν διέξοδο μακριά από τον τόπο τους.
Οι κοινωνικές συνέπειες είναι πλέον μη αναστρέψιμες. Αφού πρώτα ξερίζωσαν ολόκληρα χωριά για τις ανάγκες των ορυχείων, όπως την ίδια τη Μαυροπηγή, τώρα καταδικάζουν ολόκληρες πόλεις, όπως την Κοζάνη, την Πτολεμαΐδα και τη Φλώρινα, στη φτώχεια, μετατρέποντας τη Δυτική Μακεδονία σε μια απέραντη, οικονομικά νεκρή ζώνη. Η καταστροφή σταθερού δημόσιου πλούτου αποτελεί σύμφυτο χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού συστήματος όταν αυτό αναζητά νέες αγορές. Για το κεφάλαιο, η ισοπέδωση του παλιού είναι ο μόνος τρόπος για να ανοίξουν νέα πεδία κερδοφορίας για τους λίγους. Οι «άριστοι» μάνατζερ της πλήρως ιδιωτικοποιημένης ΔΕΗ πανηγυρίζουν πάνω στα ερείπια, εμφανίζοντας τη λεηλασία ως «εκσυγχρονισμό». Όμως η πραγματικότητα δεν κρύβεται: δεν πρόκειται για οικολογική ευαισθησία, αλλά για μια βίαιη επιχείρηση αναδιανομής του πλούτου προς όφελος των λίγων και ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας.
Το ρεύμα, το νερό, η υγεία και η παιδεία δεν είναι εμπορεύματα για να πουλιούνται στις αγορές, αλλά κοινωνικά αγαθά που ανήκουν στον λαό που τα παράγει και τα έχει ανάγκη. Απέναντι στη βαρβαρότητα του κέρδους, η μόνη διέξοδος βρίσκεται στον κοινό, ανυποχώρητο αγώνα των εργαζομένων και των τοπικών κοινωνιών για την ανατροπή της πολιτικής των ιδιωτικοποιήσεων και των επιταγών της ΕΕ. Για Ενέργεια ως κοινωνικό αγαθό, έξω από τη λογική του κέρδους και της αγοράς, κάτω από πραγματικό εργατικό και κοινωνικό έλεγχο, ενάντια στην «πράσινη» κερδοσκοπία τους.
















