Παναγιώτης Σωτήρης, επίκουρος καθηγητής, Τμήμα Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου
Αφιέρωμα : Μαρξιστική θεωρία και Ευτύχης Μπιτσάκης
Υπάρχει προχώρημα της μαρξιστικής συζήτησης σε διεθνές επίπεδο και τάση ανάπτυξης της θεωρητικής αναζήτησης σε μια σειρά σημαντικούς τομείς, από την μελέτη της μαρξικής προσέγγισης για τη θεωρία της αξίας, τον ιμπεριαλισμό, την κλιματική κρίση, τις έμφυλες μορφές καταπίεσης. Παραμένει όμως η θεμελιακή ρήξη της διαλεκτικής ανάμεσα σε θεωρία και πράξη.
Η σημερινή κατάσταση της μαρξιστικής συζήτησης επικαθορίζεται από το γεγονός ότι παραμένουμε εντός μιας πολιτικής, ιδεολογικής και στρατηγικής κρίσης του κομμουνιστικού κινήματος σε όλες τις παραλλαγές του. Η ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας γίνεται στο έδαφος μιας θεμελιακής ρήξης της διαλεκτικής ανάμεσα σε θεωρία και πράξη. Η μαρξιστική έρευνα εντός ερευνητικών και πανεπιστημιακών χώρων δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη δραστικότητα που είχε η μαρξιστική αναζήτηση εντός μεγάλων κομμουνιστικών κομμάτων ή μεγάλων οργανώσεων της επαναστατικής Αριστεράς. Σε αυτό το φόντο πρέπει να αποτιμήσουμε τα προχωρήματα που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια.
Η εν εξελίξει έκδοση MEGA2 των απάντων των Μαρξ και Ένγκελς μας επιτρέπει να δούμε με νέο μάτι κείμενα που θεωρούσαμε δεδομένα όπως τη Γερμανική Ιδεολογία, να κατανοήσουμε καλύτερα το εργαστήριο του μεγάλου θεωρητικού προγράμματος για την κριτική της πολιτικής οικονομίας, και να ανακαλύψουμε όλο τον πλούτο του «ύστερου» Μαρξ με την αναμέτρηση με τα ερωτήματα για την εθνολογία, τους μη καπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς και με τις φυσικές επιστήμες.
Οι γόνιμες αντιπαραθέσεις γύρω από τη θεωρία της αξίας και την αξιακή μορφή, τροφοδοτημένες από τη φιλολογική δουλειά στη MEGA2, βοηθούν να καταλάβουμε πώς οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής δεν οδηγούν απλώς σε μια «λογιστικού» τύπου εκμετάλλευση, νοούμενη ως μισθολογική ανισότητα, αλλά στη συνολικότερη πραγματική υπαγωγή της κοινωνίας στις προτεραιότητες της συσσώρευσης.
Η αναμέτρηση, έστω και με καθυστέρηση, με τις έμφυλες μορφές ανισότητας και καταπίεσης και τη συνεχιζόμενη συνάρθρωση καπιταλιστικών και πατριαρχικών δομών, έχει οδηγήσει στην άνθιση μαρξιστικών προσεγγίσεων γύρω από τη θεωρία της κοινωνικής αναπαραγωγής.
Η κρίση των θεωριών της παγκοσμιοποίησης, η κλιμάκωση της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας και η όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, σήμαινε και μια αναγέννηση των μαρξιστικών προσεγγίσεων σε σχέση με τον ιμπεριαλισμό και τις αντιθέσεις που τον διαπερνούν.
Η σημαντικότερη έλλειψη είναι η υποχώρηση της στρατηγικής συζήτησης. Παρότι είχαμε πλήθος τοποθετήσεων που υπερασπίστηκαν την ανάγκη υπέρβασης του καπιταλισμού, εντούτοις τα κρίσιμα στρατηγικά ερωτήματα δεν συζητιούνται στην κλίμακα που απαιτείται
Καθοριστική έχει υπάρξει η συμβολή μαρξιστών στη συζήτηση για την κλιματική κρίση. Το θεωρητικό νήμα που εκπροσωπείται από στοχαστές όπως ο Άντρεας Μαλμ δείχνει πώς η βασική μαρξική θέση για την προτεραιότητα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής έναντι των ποτέ ουδέτερων παραγωγικών δυνάμεων εξηγεί την κυριαρχία των ορυκτών καυσίμων, γιατί δεν μπορεί να υπάρξει ένας «πράσινος καπιταλισμός» και ότι η απάντηση στην κλιματική κρίση απαιτεί βαθύ σοσιαλιστικό κοινωνικό μετασχηματισμό.
Η αναμέτρηση με τον ρατσισμό τροφοδότησε μια άνθιση μελετών που προσφέρουν μια σημαντική μαρξιστική αποαποικιακή συνεισφορά, συμπεριλαμβανομένων κριτικών τοποθετήσεων που συνδέουν φυλή, τάξη και φύλο, με μια προσέγγιση υλιστική που υπερβαίνει διαλεκτικά τα όρια μιας απλής διαθεματικότητας και αναδεικνύει τα ταξικά διακυβεύματα γύρω από την «πολιτική των ταυτοτήτων».
Στον χώρο της μαρξιστικής φιλοσοφίας διακρίνουμε μια σχετική εγκατάλειψη των τάσεων εξόδου προς άλλες φιλοσοφίες, π.χ. μέσα από σχήματα όπως ο αναλυτικός μαρξισμός, και μια επιστροφή στον πυρήνα των ερωτημάτων γύρω από τον μαρξιστικό υλισμό. Ενδεικτικά αναφέρω τις νέες έρευνες γύρω από τη σχέση Μαρξ και Χέγκελ, που στηρίζονται στην κριτική ανάγνωση του Χέγκελ, τη νέα άνθιση των αλτουσεριανών σπουδών, τις εκτεταμένες σπουδές πάνω στο έργο του Έβαλντ Ιλιένκοφ, την άνθιση των λουκατσιανών σπουδών. Προχώρημα είναι οι διάλογοι και άλλες φιλοσοφικές παρεμβάσεις, όπως το διαρκές «υπόγειο ρεύμα» του σπινοζικού μαρξισμού, αλλά και τους σταδιακά πιο γόνιμους διαλόγους με στοχαστές όπως ο Ντεριντά, ο Ντελέζ, ο Σιμοντόν ή ο Στιγκλέρ.
Σημαντικά βήματα έχουν γίνει στην ιστοριογραφία του κομμουνιστικού κινήματος, με σημαντική αρχειακή δουλειά, ιδίως σε σχέση με τα σοβιετικά αλλά και άλλα αρχεία, όμως η αναζήτηση μιας μαρξιστικής θεωρίας των σχηματισμών αυτών παραμένει στα όρια της ανακύκλωσης των κλασικών τοποθετήσεων όπως είχαν διαμορφωθεί έως τη δεκαετία του 1970.
Προχωρήματα έχουν γίνει σε σχέση με τη μελέτη ειδικότερων ζητημάτων όπως είναι οι μορφές της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας και η τεχνολογία, παρά τη σχηματικότητα ορισμένων τοποθετήσεων (π.χ. του νεολουδιτισμού ή του επιταχυντισμού).
Παράλληλα συνεχίζεται η σημαντική ερευνητική δουλειά και συζήτηση πάνω στο έργο του Γκράμσι τόσο σε φιλολογικό και ερμηνευτικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο αναζήτησης των στρατηγικών επιπτώσεων που μπορούν να έχουν.
Η σημαντικότερη έλλειψη είναι η υποχώρηση της στρατηγικής συζήτησης. Παρότι είχαμε πλήθος τοποθετήσεων που υπερασπίστηκαν την ανάγκη υπέρβασης του καπιταλισμού, εντούτοις τα κρίσιμα στρατηγικά ερωτήματα που αφορούν το κράτος, τη μετάβαση, τον κοινωνικό μετασχηματισμό ως ευρύ πειραματισμό, την υπέρβαση της αξιακής μορφής, τη δυαδική εξουσία, στρατηγικά και τακτικά ερωτήματα γύρω από την κυβέρνηση, το κόμμα ως εργαστήριο στρατηγικής και μαζικής πολιτικής διανοητικότητας, δεν συζητιούνται στην κλίμακα που απαιτείται.
Η αδυναμία να αποκτήσει την αναγκαία στρατηγική αιχμηρότητα η μαρξιστική θεωρία ενισχύεται από το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος της μαρξιστικής θεωρίας παράγεται σήμερα σε πανεπιστημιακούς χώρους, την ώρα που οι οργανωτικές μορφές της Αριστεράς δεν έχουν ξεφύγει από το στενάχωρο δίλημμα της επιλογής ανάμεσα σε εκλογικά «πλατιά μέτωπα» και την αυτάρκεια της σέχτας.
Παράλληλα, εμφανίζονται μορφές μαρξιστικού συντηρητισμού. Ορισμένοι μαρξιστές αναδιπλώνονται σε αντιδραστικές ομοφοβικές και τρανσφοβικές τοποθετήσεις. Εμφανίζονται παραλλαγές «στρατοπεδισμού», μιας διαστρέβλωσης του αντιιμπεριαλισμού με απόληξη μια καταναγκαστική ρωσοφιλία και κινεζοφιλία. Πλευρά του «στρατοπεδισμού» και η αναπαραγωγή συνωμοσιολογικών θεωριών τύπου Γκάμπριελ Ρόκχιλ για τις –υπαρκτές- αντιφάσεις του «δυτικού μαρξισμού». Σε αυτά προστίθεται η συστηματική προσπάθεια του κινεζικού κράτους να αποκτήσει ισχυρή παρουσία στα μαρξιστικά δίκτυα παγκοσμίως.
Αυτό που χρειάζεται είναι να διευρύνουμε και να βαθύνουμε τη μαρξιστική συζήτηση σε πεδία διαλόγου αναγκαστικά πολυφωνικά. Το διεθνές δίκτυο των συνεδρίων Historical Materialism είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Το δεύτερο είναι ότι πρέπει να ξαναβάλουμε τον μαρξισμό στις οργανώσεις και στα μέτωπα. Όχι ως και δόγμα αλλά ως ρήξη με τη θεωρητική τεμπελιά, τον εμπειρισμό και τον πρακτικισμό. Και το τρίτο είναι ότι χρειαζόμαστε πραγματική στρατηγική συζήτηση σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 27-28 Δεκεμβρίου 2025
















