Μαίρη Κωτσοπούλου
«Είμαι τόσο φοβισμένη, ελάτε», όμως δεν έφτασε κανείς, ούτε κράτησε τη φωνή της ζωντανή». Αυτή είναι η ιστορία της πεντάχρονης δολοφονημένης από το κράτος-δολοφόνο του Ισραήλ, Χιντ Ρατζάμπ από τη Γάζα, μέσα από τα μάτια της ταινίας Η φωνή της Χιντ Ρατζάμπ (The Voice of Hind Rajab) της Τυνήσιας σκηνοθέτριας Kάουθερ Μπεν Χάνια που συγκλόνισε στο 82ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας και κέρδισε το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής (Grand Jury Prize)
Το πρωί της 29ης Ιανουαρίου 2024, η πεντάχρονη Χιντ Ρατζάμπ μπήκε σε ένα αυτοκίνητο μαζί με συγγενείς της, προσπαθώντας να ξεφύγουν από τη συνοικία Τελ αλ-Χάγουα στη Γάζα. Στην πορεία τους, το όχημα δέχτηκε πυρά από ισραηλινές δυνάμεις. Όλοι σκοτώθηκαν επιτόπου, εκτός από τη Χιντ και τη 15χρονη ξαδέρφη της, Λαγιάν.
Η Λαγιάν, σε πανικό, πρόλαβε να απαντήσει σε τηλεφώνημα από την παλαιστινιακή Ερυθρά Ημισέληνο, περιγράφοντας πώς ένα τανκ είχε στρέψει τα πυρά του στο αυτοκίνητο. Στην ηχογράφηση ακούγονται οι κραυγές της, λίγο πριν σωπάσει για πάντα.
Λίγο αργότερα, το τηλέφωνο σήκωσε η Χιντ, που είχε μείνει ολομόναχη ανάμεσα στα πτώματα των συγγενών της. Έλεγε πως γύρω της βρίσκονταν άρματα μάχης και παρακαλούσε να τη σώσουν, επαναλαμβάνοντας με φωνή που έσπαγε από τον τρόμο.
Οι διασώστες της Ερυθράς Ημισελήνου ζητούσαν για ώρες άδεια από τις ισραηλινές αρχές για να φτάσουν στο σημείο. Όταν τελικά κατάφεραν να κινηθούν, δέχτηκαν επίθεση και εκτελέστηκαν επί τόπου. Μόνο έπειτα από δύο εβδομάδες βρέθηκαν οι σοροί τους, μαζί με τα αποσυντεθειμένα πτώματα της Χιντ και της οικογένειάς της.
Η ταινία έγινε δεκτή με παρατεταμένο χειροκρότημα, διάρκειας 23 λεπτών, στη Βενετία. Το κοινό σηκώθηκε όρθιο, φώναζε «Free Palestine» και έκανε τη φωνή της Χιντ κραυγή αλληλεγγύης.
Γιατί δεν ήταν απλά μια παιδική ιστορία που συγκινεί. Ήταν μια πολιτική μαρτυρία: το Ισραήλ σκοτώνει παιδιά και αμάχους, κι αυτό δεν μπορεί να κρυφτεί ούτε πίσω από τον όρο «παράπλευρες απώλειες» ούτε πίσω από το δήθεν «δικαίωμα στην αυτοάμυνα».
Η Χιντ Ρατζάμπ δεν πρόλαβε να μεγαλώσει. Μα η φωνή της έγινε σύμβολο. Μας κοιτάζει κατάματα και μας θυμίζει ότι η λευτεριά στην Παλαιστίνη είναι ζήτημα που έχει αντίκτυπο, όχι μόνο στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και των δεκάδων χιλιάδων ζωών που χάνονται (ζητήματα που δεν μπορούν να λογίζονται διόλου ως δευτερεύοντα), αλλά και στην επιχειρούμενη νομιμοποίηση μιας γενοκτονίας.
«Αν να πεθάνω πρέπει
εσύ χρειάζεται να ζήσεις
την ιστορία μου να διηγηθείς
πούλησε τα υπάρχοντα μου
αγόρασε ύφασμα μιά πήχη
και μερικές κλωστές
(να ’ναι άσπρος με μακριά ουρά)
έτσι που ένα παιδί κάπου στη Γάζα
καθώς κοιτάει τον ουρανό ίσια στα μάτια
και περιμένει τον πατέρα του που έφυγε
μέσα σε φλόγες πυράς
και δεν είπε αντίο σε κανένα
ούτε στην ίδια του τη σάρκα
ούτε ακόμα και στον εαυτό του,
αυτό το παιδί να δει το χαρταετό, τον αετό που μου ’φκιαξες
να πετάει ψηλά στον ουρανό
και για μια στιγμή του φαίνεται
πως στα ουράνια
άγγελος υπάρχει
–άγγελος, της ελπίδας μαντατοφόρος.
Ας είναι ο θάνατος μου
ελπίδα να γεννήσει
και μύθος να γενεί».
(«Αν να πεθάνω πρέπει» του Παλαιστίνιου ποιητή Ρεφαάτ Αλαρεέρ)
















