Σταύρος Μαυρουδέας
Στις μέρες μας, μέσα στα Κυρίαρχα Οικονομικά, η διαφθορά έχει προβληθεί ως ένα σημαντικό ζήτημα γιατί εμποδίζει την οικονομική μεγέθυνση. Αυτό ξεκίνησε με τις αναθεωρήσεις της (νεοφιλελεύθερης) Συναίνεσης της Ουάσιγκτον και συνεχίστηκε πιο δυναμικά με την (κυρίως Νέα Κεϋνσιανή) μετά-Ουάσιγκτον Συναίνεση. Η προτεινόμενη λύση είναι η μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου (και ιδιαίτερα του δικαστικού συστήματος) και η μετατροπή του σε λιγότερο ρυθμιζόμενο και πιο φιλικό προς την αγορά. Η υποκριτική υποκείμενη υπόθεση είναι ότι η αγορά είναι αδιάφθορη. Η ειρωνεία είναι ότι το επιχείρημα αυτό επεκτάθηκε από τις αναπτυσσόμενες και λιγότερο ανεπτυγμένες οικονομίες και στις ανεπτυγμένες.
Για τον Μαρξισμό, η διαφθορά είναι ένα στοιχείο sine qua non του καπιταλισμού. Αλλά δεν είναι ο θεμελιώδης κανόνας του τρόπου λειτουργίας του. Αυτό βασίζεται στη ρεαλιστική διαλεκτική διάκριση μεταξύ αφηρημένου και συγκεκριμένου. Με αφηρημένους όρους (δηλαδή στον πυρήνα του) ο καπιταλισμός λειτουργεί με βάση σχέσεις ισοδυναμίας. Αυτό σημαίνει ότι η «απάτη» δεν είναι ο θεμελιώδης μηχανισμός εκμετάλλευσης. Ο τελευταίος είναι η εκμετάλλευση της εργασίας στην παραγωγή μέσω της εξαγωγής υπεραξίας. Ούτε η απάτη είναι ο κανόνας του ανταγωνισμού μεταξύ των κεφαλαίων. Το σύστημα ευδοκιμεί με βάση την εκμετάλλευση της εργασίας, η οποία είναι νόμιμη. Ωστόσο, προχωρώντας από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, συγκεκριμένα, η αρχή της ισοδυναμίας τροποποιείται. Τα ατομικά κεφάλαια ανταγωνίζονται για να αποκομίσουν υπερκέρδη (πάνω από το μέσο ποσοστό κέρδους). Η διαφθορά – και ιδιαίτερα οι σχέσεις διαπλοκής με το κράτος και τα αστικά κόμματα – είναι ένας μηχανισμός για την απόκτηση τέτοιων υπερκερδών. Είναι ένας παροδικός μηχανισμός, αλλά μπορεί να είναι αρκετά αποτελεσματικός βραχυπρόθεσμα. Εάν υπάρχει μονοπώληση και ολιγοπώληση στην οικονομία, τότε αυτό το κανάλι γίνεται ισχυρότερο.
Από πολιτική άποψη, για τους κομμουνιστές, αυτή η ανάλυση υπαγορεύει τα εξής. Σε αντίθεση με τους μικροαστούς ακτιβιστές κατά της διαφθοράς, οι κομμουνιστές είναι κατά της καπιταλιστικής διαφθοράς, αλλά πάντα υπενθυμίζουν στους εργαζόμενους ότι το κρίσιμο και κύριο πρόβλημα είναι η εκμετάλλευση της εργασίας. Οι μικροαστοί φωνακλάδες δίνουν προτεραιότητα στη διαφθορά (ειδικά όταν αντιπροσωπεύουν μικρά κεφάλαια ή/και καπιταλιστικές φατρίες που απειλούνται από άλλες καλύτερα διαπλοκόμενες με το κράτος), αλλά φυσικά παραβλέπουν την εκμετάλλευση της εργασίας. Οι μικροαστοί φωνακλάδες θέλουν να χρησιμοποιήσουν τη λαϊκή οργή ενάντια σε κραυγαλέες περιπτώσεις διαφθοράς ως μέσο για την αναδιάταξη της εκμετάλλευσης και της διαφθοράς. Αντιθέτως, οι κομμουνιστές θα πρέπει να αγωνίζονται κατά της διαφθοράς, υπενθυμίζοντας πάντα στους εργαζόμενους ότι η διαφθορά πηγάζει από την εκμετάλλευση της εργασίας. Και αν η τελευταία δεν καταργηθεί, η διαφθορά θα υπάρχει πάντα, αλλά ως δευτερεύουσα διαδικασία.
Οι θορυβώδεις ψευδομαρξιστές (όπως ο Ντ. Χάρβεϊ), που αντικαθιστούν την εκμετάλλευση της εργασίας με τη «συσσώρευση μέσω της αποστέρησης» και οι συνοδοιπόροι τους (όπως η χρηματιστικοποίηση του Λαπαβίτσα και ο μετακαπιταλιστικός τεχνοφεουδαλισμός του Βαρουφάκη) συσκοτίζουν την εκμετάλλευση της εργασίας. Από πολιτικής άποψης, ανήκουν στην κλίκα των μεταρρυθμιστών του καπιταλισμού. Βοηθούν στη ρευστοποίηση του αντικαπιταλιστικού αγώνα της εργασίας σε αιτήματα για έναν μυθικό πιο ανθρώπινο και έντιμο καπιταλισμό.
(Αναδημοσίευση από το blog του Σταύρου Μαυρουδέα)















