Δημήτρης Γρηγορόπουλος
Η δεύτερη θητεία του Τραμπ αποτυπώνει, αλλά και προωθεί πολύ πιο δυναμικά και επιθετικά το «Πρώτα η Αμερική», την ενίσχυση και τον προστατευτισμό των συμφερόντων των ΗΠΑ, την υπεράνω όλων διεκδίκηση της παγκόσμιας ηγεμονίας, αποτρέποντας την απειλητική διεκδίκηση των παγκόσμιων πρωτείων από την αδιάπτωτα ανερχόμενη Κίνα.
Η πύκνωση των διεθνών αντιθέσεων παραμένει και οξύνεται στην Ουκρανία, αν και διευρύνεται και επεκτείνεται και σε άλλα πεδία, οικονομικά, θεσμικά και γεωστρατηγικά, σε παγκόσμιο επίπεδο, με διαφορετικές εντάσεις. Η αναμφισβήτητη όξυνση των αντιθέσεων και η διαπάλη για την αναδιάταξη του διεθνούς συσχετισμού στις βασικές συνιστώσες του δεν ανατρέπει βέβαια τη διεθνοποίηση, που αποτελεί σύμφυτη και αναφαίρετη τάση του κεφαλαίου και στο στάδιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, αλλά αναμφισβήτητα επιφέρει σ’ αυτήν ισχυρό πλήγμα.
Εξάλλου, κενά και οι αντιφάσεις στην καπιταλιστική ολοκλήρωση είχαν εκδηλωθεί και προ της όξυνσής τους τη δεύτερη προεδρία του Τραμπ, που διεκδικεί πλέον μια «αυτοκρατορική» μορφή διευθέτησης των διεθνών αντιθέσεων με γνώμονα το υπέρτερο συμφέρον των ΗΠΑ. Κλονισμό στη διεθνοποίηση είχαν ήδη επιφέρει ο πόλεμος στην Ουκρανία, το Brexit, το κατώτερο των αναγκών του κεφαλαίου επίπεδο ενοποίησης της ΕΕ, η μεροληψία εις βάρος των ασθενέστερων χωρών-μελών της ΕΕ (όπως η επιβολή των εξοντωτικών μνημονίων εις βάρος της χώρας μας), η αντιδραστική μεταναστευτική πολιτική, πλήγματα στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες, λόγω όξυνσης των διεθνών αντιθέσεων. Αν και αυτές οι αντιθέσεις στις διεθνείς σχέσεις και η πιθανή όξυνσή τους καθιστούσαν αναγκαία την υπέρβασή τους, συνέβη το αντίθετο, δηλαδή, η επικίνδυνη όξυνσή τους και ο κλονισμός των ενοποιητικών διαδικασιών.
Όμως, παγκόσμια συμβίωση και συνεργασία προς αμοιβαίο όφελος, χωρίς συνεννόηση και σύγκλιση σε μέσους όρους, είναι δύσκολο να υπάρξει. Όταν το ισχυρότερο κράτος, οι ΗΠΑ, απαρνείται τις φιλελεύθερες αξίες και επιχειρεί να ρυθμίσει τις διακρατικές σχέσεις με τους εχθρούς αλλά και τους φίλους με την απειλή, τη δύναμη και τη βία, υπονομεύεται μια διεθνής πρακτική διακρατικών και διεθνών συμφωνιών αμοιβαίου οφέλους, που συγκροτούν την πραγματική λογική της παγκοσμιοποίησης και της αμοιβαίας ωφέλειας.
Ο Τραμπ, εκφράζοντας στη δεύτερη προεδρία του τη λογική διευθέτησης των σχέσεων με τη δύναμη και τον εκβιασμό, καταργεί τη διαπραγμάτευση, τη συνεργασία και τελικά το αμοιβαίο όφελος. Όλες οι παρεμβάσεις και ρυθμίσεις της κυβέρνησης των ΗΠΑ είναι «προστατευτικές» για τα συμφέροντα των ΗΠΑ μονομερώς και αρνητικά για τα συμφέροντα των συναλλασσομένων, ακόμη και των συμμαχικών και φιλικών χωρών. Αυτή η πολιτική είναι επιθετική και όχι προστατευτική, αφού οι ΗΠΑ είναι η δύναμη που επιβάλλει μονομερώς τα συμφέροντά της. Επιχειρεί να θέσει στις οικονομίες των άλλων χωρών όρους που προωθούν και επιβάλλουν μονομερώς τα συμφέροντα των ΗΠΑ, χωρίς διαπραγμάτευση, χωρίς κοινά καθορισμένους όρους διεθνούς εμπορίου, υπονομεύοντας τους διεθνείς οργανισμούς ρύθμισης των κρατικών σχέσεων και την πορεία προς την «παγκοσμιοποίηση».
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Τραμπ επιβάλλει πολιτικές, χωρίς να τις διαπραγματευτεί ακόμη και με συμμαχικές και φιλικές δυνάμεις. Τα πρώτα διεθνή μέτρα που εξήγγειλε ήταν η επιβολή δασμών, στο ύψος μάλιστα του 25%, χωρίς συνεννόηση και διαπραγμάτευση, στον Καναδά, την ΕΕ, το Μεξικό και την η Κίνα βέβαια, ενώ εγείρει απαιτήσεις για πόρους και υποδομές από την Ουκρανία, προσφέροντας ως αντάλλαγμα την εξασφάλιση ειρήνης, με όρους μάλιστα που η Ουκρανία ισχυρίζεται ότι δεν την συμφέρουν, ενώ απαίτησε και την προσάρτηση της Γροιλανδίας και του Καναδά!
Η εκβιαστική προβολή αυτών των απαιτήσεων, αναιρεί τις διεθνείς διαπραγματεύσεις και συμφωνίες μεταξύ κρατών και στο βαθμό που επιβάλλονται υπονομεύουν διεθνή όργανα που συμβάλλουν στη διευθέτηση των διεθνών σχέσεων, όπως ο ΟΗΕ, το Διεθνές Δικαστήριο, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, η διεθνής συμφωνία για κλιματική αλλαγή, η Παγκόσμια Τράπεζα, το ΔΝΤ, αλλά ακόμη και συμμαχικές ενώσεις προς τις ΗΠΑ, όπως το ΝΑΤΟ και η ΕΕ.
Για το Ουκρανικό εξάλλου, ο Τραμπ διαπραγματεύεται με τους ηγέτες της Ουκρανίας και της Ρωσίας χωρίς συμμετοχή ή έστω προσυνεννόηση με τους Ευρωπαίους συμμάχους των ΗΠΑ, που έχουν δαπανήσει τεράστια ποσά για την ενίσχυση του Κιέβου και δεν συμφωνούν με τη λύση που προωθεί ο Τραμπ. Αυτή η αυταρχική και προς φίλους και συμμάχους πολιτική, αν συνεχιστεί, κλιμακωθεί και παγιωθεί, θα υπονομεύει τη λογική ειρηνικής ρύθμισης των διαφορών και αντιθέσεων, θα υπονομεύσει τα διεθνή όργανα διευθέτησης των αντιθέσεων. Η βούληση του ισχυρού θα επιβάλλεται δια της δύναμης των κυρίαρχων ΗΠΑ, με υποβαθμισμένες διαπραγματεύσεις και συμβιβασμούς.
Είναι λανθασμένη η άποψη ότι τουλάχιστον ο αυταρχισμός της πολιτικής Τραμπ δεν διέπεται από τάση προσφυγής στην πολεμική βία, όπως πράττουν άλλοι αυταρχικοί ηγέτες
Εξάλλου, είναι λανθασμένη η άποψη ότι τουλάχιστον ο αυταρχισμός της πολιτικής Τραμπ δεν διέπεται από τάση προσφυγής στην πολεμική βία, όπως πράττουν άλλοι αυταρχικοί ηγέτες. Πρόκειται περί λάθους. Πρώτο, είναι νωρίς, για να κριθεί ο Τραμπ σφαιρικά. Δεύτερο, έχει δώσει δείγματα γραφής και σε αυτόν τον τομέα. Όταν νικήθηκε στις προηγούμενες εκλογές, ευλόγησε τον φασιστικό εσμό που επιχείρησε να καταλάβει τον Λευκό Οίκο, αναζητώντας διόδους επανόδου στην εξουσία. Δείγματα φιλοπόλεμης γραφής έχει δώσει και στη βραχύχρονη δεύτερη εξουσία του. Έστειλε την αεροπορία να βομβαρδίσει τους Χούθι της Υεμένης, ευλόγησε τους Ισλαμιστές, που χειραγωγούμενοι από τους Τούρκους ανέτρεψαν στη Συρία το καθεστώς Άσαντ, ενώ άναψε το πράσινο, για να επαναλάβουν οι χασάπηδες του Ισραήλ τους γενοκτόνους βομβαρδισμούς στη Γάζα και, προφανώς, αναμένεται συνέχεια για τους «απείθαρχους»…
Η προεδρία Τραμπ ασκείται σε αντίθετες τάσεις στο σύγχρονο καπιταλιστικό σύστημα, που είναι η διεθνοποίηση, απ’ τη μία, και η ισχυροποίηση και προστασία της εθνικής κρατικής παρέμβασης, από την άλλη. Όχι όμως ως διευθέτηση και χειραγώγηση της οικονομίας, που θεωρείται παρωχημένος και αποτυχημένος κεϊνσιανισμός, αλλά ως ο ισχυρός μοχλός για την εξασφάλιση υπεροχής της αμερικάνικης οικονομίας έναντι των οικονομιών των άλλων ισχυρών χωρών, βασικών ανταγωνιστών των ΗΠΑ.
Στόχος που προωθείται κυρίως με υψηλούς δασμούς, στα εισαγόμενα από τις ΗΠΑ προϊόντα τους, γύρω στο 25%. Ρύθμιση, που πολύ πιθανόν θα προκαλέσει γενική ύφεση στη διεθνή οικονομία, αλλά και στις ίδιες τις ΗΠΑ. Η επιβολή των υψηλών δασμών από τις ΗΠΑ στους ανταγωνιστές τους δεν οφείλεται στην παράνοια και τον αυταρχισμό του Τραμπ, αλλά βασικά στην υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου στις ΗΠΑ, που δεν βρίσκει ή βρίσκει δύσκολα πλέον, πεδία με ικανοποιητικό ποσοστό κέρδους. Η πολιτική Τράμπ επιχειρεί να εξασφαλίσει για το κεφάλαιο ικανοποιητικό ποσοστό κέρδους όχι, κυρίως, με αναπτυξιακά οικονομικά μέσα και οικονομικές ρυθμίσεις και μεταρρυθμίσεις στην οικονομία των ΗΠΑ, αλλά απεναντίας, αξιοποιεί την οικονομική και στρατιωτική ισχύ τους, για να αποσπά εκβιαστικά τον πλούτο άλλων χωρών.