Αιμιλία Καραλή
Είδαμε την εικόνα ενός ανάλγητου κράτους που κλονίζεται από σκάνδαλα υποκλοπών, διαφθοράς και συγκάλυψης. Είδαμε και τη φύση του στην ανεξέλεγκτη αστυνομική βία που ατιμώρητα δολοφονεί και βίαια επιτίθεται σε όσους αντιστέκονται.
Στην κωμωδία των Μόντι Πάιθονς Το νόημα της ζωής (1983), ο Mr. Creosote, (Κρεόζωτο: το επικίνδυνο πισσέλαιο) ένας υπερβολικά παχύσαρκος και αγενής άνδρας, κάθεται σε ένα πολυτελές εστιατόριο. Καταβροχθίζει τεράστιες ποσότητες φαγητού κι ενώ κάνει συνεχώς εμετό βρομίζοντας τους πάντες, συνεχίζει να τρώει. Παρότι δηλώνει ότι χόρτασε, ο μετρ τον πιέζει να δεχτεί «ένα τελευταίο, ελάχιστο σοκολατάκι μέντας». Εκείνος το καταπίνει και εκρήγνυται, γεμίζοντας τον χώρο με τα τοξικά απόβλητα της απληστίας του. Η σκηνή αυτή δεν αποτελεί απλώς μια ακραία στιγμή μαύρου χιούμορ. Είναι μια διαχρονική, βαθιά πολιτική αλληγορία για την αδηφαγία της εξουσίας μια περιγραφή των μηχανισμών της σύγχρονης (δημο)ΚΡΑΤΙΑΣ: ο «δήμος» εξαφανίζεται και απομένει μόνο ένα στυγνό, αχόρταγο «κράτος» ισχύος.
Αυτό λειτουργεί ακριβώς όπως ο Mr. Creosote: ως μια μηχανή που καταναλώνει δημόσιους πόρους, κοινωνικά αγαθά και ανθρώπινες ζωές, χωρίς κανένα μέτρο ή ηθικό φραγμό. Στη σύγχρονη Ελλάδα η πολιτική αυτή αδηφαγία εκφράζεται μέσα από τη συστηματική διάλυση του κοινωνικού ιστού και την προκλητική εμπορευματοποίηση των πάντων, μετατρέποντας τα δικαιώματα των πολιτών σε ακριβά εμπορεύματα.
Οι ιδιωτικοποιήσεις στρατηγικών υποδομών, από την ενέργεια, το νερό, τις συγκοινωνίες μέχρι την Υγεία και την Παιδεία, αποτελούν το κύριο «μενού» αυτής της αχόρταγης ελίτ. Αυτή που «παχαίνει» από τα υπερέσοδα των φόρων, από τις κατ’ ανάθεση προνομιακές συμβάσεις την ώρα που η κοινωνία υποφέρει, αδυνατώντας να καλύψει τις βασικές ανάγκες διαβίωσης λόγω της ανεξέλεγκτης ακρίβειας. Η ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά της χώρας αντιμετωπίζεται με την ίδια ακριβώς χυδαιότητα. Η παραχώρηση χώρων, όπως το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο για ιδιωτικές γαμήλιες δεξιώσεις της οικονομικής ελίτ, η εκχώρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς σε ιδιωτικές εταιρείες δείχνει ότι γι’ αυτήν την εξουσία κάθε τι μπορεί να πουληθεί ή να νοικιαστεί. Η ιστορία και η μνήμη του τόπου υποβιβάζονται σε ένα απλό ντεκόρ για τα πάρτι των εκλεκτών της.
Αυτή η κατάσταση αποθεώθηκε και φέτος στην ετήσια δεξίωση για την «αποκατάσταση της Δημοκρατίας» στο Προεδρικό Μέγαρο. Εκεί, μέσα σε μια καρακιτσάτη «πασαρέλα» επιλεγμένων «σελέμπριτις» με τη συνοδεία ακριβών εδεσμάτων διαδραματίστηκε η αλαζονική αυτοαποθέωση της εξουσίας και των υπηρετών της. Είδαμε την εικόνα ενός ανάλγητου κράτους που κλονίζεται από σκάνδαλα υποκλοπών, διαφθοράς και συγκάλυψης, όπως η διαχείριση των τραγωδιών στο Μάτι, τα Τέμπη ή τα σκάνδαλα του ΟΠΕΚΕΠΕ και όποια άλλα στη συνέχεια. Είδαμε και τη φύση του στην ανεξέλεγκτη αστυνομική βία που ατιμώρητα δολοφονεί και βίαια επιτίθεται σε όσους αντιστέκονται. Όλα αυτά τα καταπίνει, όπως ο Mr. Creosote της ταινίας. Έτσι τρέφεται μια εξουσία που νοσεί βαθιά από τον ναρκισσισμό της, προστατευμένη πίσω από κοινοβουλευτικές ασυλίες και επικοινωνιακά αναχώματα.
Στον βωμό του κέρδους θυσιάζει ανθρώπους σε γιαπιά και σε εργοστάσια, «εδέσματα» που κυνικά καταβροχθίζει
Σαν αυτό της πρόσφατης τηλεδιάσκεψης του πρωθυπουργού με τον σκηνοθέτη Κρίστοφερ Νόλαν, προκειμένου να τον συγχαρεί για την εισπρακτική επιτυχία της ταινίας του Οδύσσεια. Τη στιγμή που η πραγματική, καθημερινή «οδύσσεια» των Ελλήνων πολιτών εξελίσσεται στα σούπερ μάρκετ και στις διαλυμένες δημόσιες υπηρεσίες· τη στιγμή που η απουσία δαπανών για την παιδεία, την υγεία, το περιβάλλον δημιουργεί τους όρους για τη μορφωτική ή και τη σωματική εξόντωσή τους. Τη στιγμή που παραγωγικές εκτάσεις δίνουν τη θέση τους σε φωτοβολταϊκά και καμένα δάση σε ανεμογεννήτριες μετατρέποντας τον τόπο σε ένα εφιαλτικό τοπίο κερδοφορίας για εταιρείες.
Και στο βωμό του θυσιάζει ανθρώπους σε γιαπιά, σε εργοστάσια, στους δρόμους του ντελίβερι. Γίνονται τα αναλώσιμα υλικά του, «εδέσματα» που κυνικά καταβροχθίζει. Με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζει γιατρούς, δασκάλους, πυροσβέστες οδηγώντας τους χωρίς εφόδια σε χώρους εργασίας που αποδεικνύονται και ενέδρες προαναγγελθέντων θανάτων. Με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζει το μεταναστατευτικό δράμα σαν κατάρα που εμποδίζει τους «χαρούμενους και γελαστούς τουρίστες».
Όπως και στην ταινία των Μόντι Πάιθονς ένα «ελάχιστο σοκολατάκι μέντας» χρειάζεται αυτό το αδηφάγο κράτος. Ένα «μικρό σοκολατάκι» – κι ας μην είναι μέντας – για να εκραγεί από την ίδια του τη λαιμαργία. Και έτσι διαλυμένο να πληρώσει και τον λογαριασμό. Αυτό μόνο ο «δήμος» μπορεί να το δώσει.













