Μαρίνα Γρηγοριάδη | Ανταπόκριση από τη Σεβίλλη
Η επιστροφή της Εθνικής Ισπανίας μετά την κατάκτηση του Μουντιάλ μετατράπηκε αμέσως σε πολιτικό γεγονός. Από το αεροδρόμιο Μπαράχας, η αποστολή κατευθύνθηκε πρώτα στη Θαρθουέλα, την κατοικία της βασιλικής οικογένειας, έπειτα στη Μονκλόα, την έδρα της κυβέρνησης, και στο τέλος στη Θιμπέλες, την πλατεία των μεγάλων αθλητικών πανηγυρισμών. Η σειρά είχε τη σημασία της: πρώτα το Στέμμα και η κυβέρνηση, ενώ ο κόσμος στους δρόμους τελευταίος. Ένας τίτλος που ήρθε από μια ομάδα με διαφορετικές καταγωγές και κοινωνικές διαδρομές, παρουσιάστηκε ως απόδειξη μιας ενωμένης και αδιαίρετης Ισπανίας.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι ποιος καταφέρνει να δώσει περιεχόμενο σε αυτή τη χαρά και στην κινητοποίηση τόσο μεγάλου μέρους της κοινωνίας: η σημαία και η μοναρχία ή οι ίδιες οι γειτονιές, οι εργαζόμενοι και οι νέοι; Το σίγουρο είναι ότι οι πανηγυρισμοί στη Ροκαφόντα και σε άλλες λαϊκές συνοικίες είχαν διαφορετικό βάρος από τις τελετές των ανακτόρων. Εκεί η νίκη δεν βιώθηκε ως ακόμη ένας θρίαμβος του Στέμματος, αλλά ως δικαίωση ανθρώπων που συχνά αντιμετωπίζονται ως ξένοι μέσα στην ίδια τους τη χώρα. Ο Λαμίν Γιαμάλ, παιδί της Ροκαφόντα και ο Νίκο Γουίλιαμς, γιος μεταναστών από την Γκάνα, εκφράζουν το βίωμα μιας γενιάς που μεγάλωσε και διαμορφώθηκε στις εργατικές γειτονιές.
Στο βάθρο εμφανίστηκαν σημαίες από την Καταλονία, τη Γαλικία, τα Κανάρια, αλλά και την Ανδαλουσία. Δεν επρόκειτο απλώς για μια φολκλορική πινελιά.
Η Ισπανία δεν αποτελεί ένα ομοιογενές έθνος, αλλά ένα κράτος οργανωμένο σε 17 αυτόνομες κοινότητες, με διαφορετικές ιστορικές, εθνικές, γλωσσικές και πολιτισμικές ταυτότητες. Οι σημαίες υπενθύμιζαν ακριβώς αυτή την πραγματικότητα: η «Ρόχα» εκπροσωπεί ένα πολυεθνικό κράτος, του οποίου οι αντιθέσεις δεν εξαφανίζονται επειδή κατακτήθηκε ένα Μουντιάλ. Η κρατική μηχανή, βέβαια, γνωρίζει να ενσωματώνει αυτές τις ταυτότητες ως κομμάτια μιας «μεγάλης Ισπανίας», αρκεί να μην εξελίσσονται σε πολιτική αμφισβήτηση της μοναρχίας και του συγκεντρωτισμού.
Την εικόνα ήρθαν να συμπληρώσουν τα «Ζήτω η Ισπανία, ζήτω ο βασιλιάς» του Ρόδρι και το καπέλο «Make Spain Great Again» του (σκόρερ του τελικού) Φεράν Τόρες, που ανέδειξαν την αντιδραστική πλευρά που υπήρχε μέσα στην ίδια τη γιορτή. Η αναφορά στον βασιλιά επιχείρησε να ταυτίσει την επιτυχία μιας κοινωνικά και εθνικά πολύμορφης ομάδας με τη μοναρχία, έναν θεσμό που δεν βρίσκεται πάνω από τις αντιθέσεις της ισπανικής κοινωνίας, αλλά αποτελεί βασικό στήριγμα της κρατικής ενότητας και της μεταφρανκικής πολιτικής τάξης. Αντίστοιχα, η παραλλαγή του συνθήματος του Τραμπ εισήγαγε στη γιορτή τη γλώσσα μιας διεθνούς αντιδραστικής Δεξιάς, η οποία υπόσχεται την επιστροφή σε ένα χαμένο εθνικό μεγαλείο και μετατρέπει την κοινωνική ανασφάλεια σε εθνικισμό, αυταρχισμό και αποκλεισμό.
Η εικόνα μιας ομάδας που στηρίζεται σε παιδιά εργατικών και μεταναστευτικών οικογενειών χρησιμοποιείται έτσι για να παρουσιαστεί η Ισπανία ως μια συμπεριληπτική χώρα, χωρίς ταξικούς διαχωρισμούς, εθνικές αντιθέσεις και θεσμικό ρατσισμό. Την ίδια στιγμή, όμως, οι γειτονιές και οι κοινωνικές ομάδες που εκπροσωπούν αυτοί οι παίκτες εξακολουθούν να βιώνουν ανισότητες, επισφάλεια και αποκλεισμό.
Η χαρά είναι πραγματική, γιατί πραγματική είναι και η ανάγκη των ανθρώπων να συναντηθούν, να ταυτιστούν και να αισθανθούν πως ανήκουν κάπου.
Αυτή η συγκίνηση, όμως, επιχειρείται να μετατραπεί σε εθνική ενότητα, σαν να έχουν κοινά συμφέροντα ο εργαζόμενος και εκείνος που κερδοσκοπεί πάνω στην εργασία και στη ζωή του. Στη τελική, η σημαία προσπαθεί να συγκαλύψει έτσι την αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία, παρουσιάζοντας εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους ως μέλη του ίδιου σώματος.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ που κυκλοφόρησε στις 25-26 Ιουλίου 2026














