Μπάμπης Συριόπουλος
Η ρεφορμιστική και διαχειριστική αριστερά συνεχίζει ν’ αναζητά διεξόδους -όταν δεν στηρίζει τον πόλεμο όπως στην Ουκρανία- εντός του συστήματος. Ελπίζει ότι η ΕΕ θα παίξει τον φιλειρηνικό ρόλο που ποτέ δεν είχε. Το ΜέΡΑ25 ζητάει πολιτική ενοποίηση της ΕΕ ενάντια στο ΝΑΤΟ. Το ΚΚΕ θολώνει την αντιπολεμική του στάση με τη στήριξη στα εθνικά θέματα της αστικής τάξης.
Η κανονικότητα και η πολεμική προετοιμασία
Το νέο στοιχείο στο παγκόσμιο σκηνικό δεν είναι ότι τώρα γίνονται πόλεμοι σε αντίθεση με μια πρότερη ειρηνική περίοδο. Ο συνεχιζόμενος πόλεμος στην Ουκρανία -εδώ και πάνω από τέσσερα χρόνια- αποτελεί σίγουρα κλιμάκωση και η γενοκτονία στη Γάζα συγκλόνισε την παγκόσμια κοινή γνώμη. Η διαφορά ωστόσο σε σχέση με το παρελθόν είναι ότι η προετοιμασία και διεξαγωγή των πολέμων έχει για τα καλά μπει στην κανονικότητα της ζωής όχι μόνο των κατοίκων των εμπολέμων ζωνών, που δεν είναι και λίγες, αλλά και όσων βρίσκονται μακριά τους. Οι επιπτώσεις των παγκόσμιων ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και πολέμων στην οικονομία και στο βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων είναι ορατές σήμερα και σίγουρα θα επιδεινωθούν στο μέλλον. Επειδή όμως οι οικονομικές θυσίες για τους εξοπλισμούς δεν αρκούν, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις -καθώς υπόσχονταν για δεκαετίες ειρήνη και ανάπτυξη- επιδιώκουν μια ριζική αλλαγή στάσης από τους λαούς και τη νεολαία των χωρών τους, μια εξοικείωση με την ιδέα να πολεμήσουν, να σκοτώσουν και κυρίως να σκοτωθούν για την σημαίες της πατρίδας και της ΕΕ.
Είναι και οι αστικές τάξεις αναγκασμένες να ανατρέψουν τα δεδομένα, να επαναφέρουν τον μιλιταρισμό, να στρατιωτικοποιήσουν τις κοινωνίες, να επαναφέρουν την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία εκεί που είχε καταργηθεί. Δεν τα καταφέρνουν μέχρι στιγμής και πολύ καλά. Στη Γερμανία που έγιναν μεγάλες διαδηλώσεις ενάντια στο ενδεχόμενο επαναφοράς της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας, τελικά μετά από μεγάλη προπαγανδιστική εκστρατεία κατατάχτηκαν εθελοντικά 450 άτομα. Στην Ελλάδα τελικά κατατάχτηκαν εθελόντριες στο στρατό λιγότερες από 50 γυναίκες.
Μισές απαντήσεις εντός του συστήματος
Η δυσπιστία αυτή των λαών και της νεολαίας διευκολύνεται από το τσαλάκωμα των ΗΠΑ και Ισραήλ στον τελευταίο πόλεμο με το Ιράν που δεν έχει τελειώσει. Φαίνεται πια ότι η αχαλίνωτη επιθετικότητά τους σκοντάφτει όταν συναντάει αποφασισμένους λαούς όπως αυτούς της ηρωικής Παλαιστίνης, του Λιβάνου και του Ιράν. Ειδικά για το τελευταίο πρέπει να σημειωθεί ότι ο λαός του, -ακόμη και όσοι είναι αντίθετοι στην πολιτική του ιρανικού θεοκρατικού αυταρχικού καθεστώτος- δεν πείστηκε καθόλου ότι οι πολεμικές επεμβάσεις των ΗΠΑ και η τοποθέτηση εγκάθετων δικτατόρων τύπου Παχλεβί θα προσφέρουν κάποια λύση σε θέματα ελευθεριών, ισότητας των φύλων ή στα οικονομικά προβλήματα του λαού, αντίθετα ξέρει ότι επιφυλάσσουν μόνο μεγαλύτερη εκμετάλλευση, ιμπεριαλιστική ληστεία και αυταρχισμό. Οι πόλεμοι δεν είναι περίπατος και αυτό το μαθαίνει πρώτα απ’ όλα και ο αμερικανικός λαός.
Οι δυσκολίες που συναντούν οι αστικές τάξεις στη διαμόρφωση ενός φιλοπόλεμου, εθνικιστικού κλίματος και προθυμίας για θυσίες δεν σημαίνουν καθόλου ότι το αντιπολεμικό κίνημα είναι έτοιμο να αντιμετωπίσει την πολεμική στροφή του σύγχρονου ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Αυτή δεν είναι καπρίτσιο ακροδεξιών, ημίτρελων ηγετών σαν τον Τραμπ αλλά προκύπτει από τις ανάγκες του κεφαλαίου, μακροπρόθεσμες και βραχυπρόθεσμες. Οι πρώτες οδηγούν στον ανταγωνισμό για την πρωτοκαθεδρία στον παγκόσμιο καπιταλισμό, οικονομική και αναπόφευκτα πολιτικοστρατιωτική, στο διαγκωνισμό για αγορές και επενδύσεις, για ενέργεια και σπάνιες γαίες, για την κυριαρχία στους εμπορικούς δρόμους και στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Οι δεύτερες ικανοποιούνται με την άμεση διέξοδο που βρίσκουν τα λιμνάζοντα κεφάλαια με την ανάπτυξη της πολεμικής βιομηχανίας και την κούρσα των εξοπλισμών. Οι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες που δυσκολεύονται να πουλήσουν αυτοκίνητα παράγουν τεθωρακισμένα, έχοντας εγγυημένη ζήτηση από το κράτος σε έναν ιδιόμορφο στρατιωτικό κεϋνσιανισμό. Στην Ελλάδα αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς η πολεμική βιομηχανία, πρόσφατα είναι τα εγκαίνια μιας ακόμα μονάδας παραγωγής «αμυντικών εφαρμογών» στον Βόλο από τη Metlen του Μυτιληναίου.
Η ΕΕ του RearmEurope και της πολεμικής οικονομίας, του επιθετικού ρόλου στην Ουκρανία και της προετοιμασίας των λαών για «φέρετρα με σημαία» δεν μπορεί να είναι φιλειρηνική
Αντί για μια συνεπή αντιπολεμική αντιιμπεριαλιστική στάση που να στοχοποιεί τη δολοφονική δίψα του κεφαλαίου για πρώτες ύλες, επενδύσεις και αγορές με κρατική προστασία και εγγυημένα κέρδη, αντί να διεκδικούν την αποχώρηση κάθε χώρας από τους διεθνείς ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς και το ΝΑΤΟ, οι «προοδευτικές» δυνάμεις και η αριστερά συνήθως αναζητούν λύσεις πάντα εντός του συστήματος. Το μεγαλύτερο κομμάτι της ευρωπαϊκής αριστεράς ή υποστηρίζει το ουκρανικό καθεστώς με πρόσχημα την εθνική κυριαρχία ή/και προτείνει σαν αντίβαρο στον επιθετικό πολεμικό παροξυσμό των ΗΠΑ την ΕΕ. Την ΕΕ που έχει πια αναλάβει τα ηνία του πολέμου στην Ουκρανία, την ΕΕ με το Rearm Europe και τη ραγδαία αύξηση της πολεμικής βιομηχανίας και των στρατιωτικών δαπανών, την ΕΕ των ηγετών που μας προετοιμάζουν για φέρετρα. Υπερβάλλοντας τις υπαρκτές αντιθέσεις στο εσωτερικό του ευρωατλαντικού μπλοκ προσδοκούν να παίξει η ΕΕ ένα φιλειρηνικό ρόλο που δεν είχε ποτέ και δεν θα μπορούσε να έχει γιατί εκφράζει τις ευρωπαϊκές αστικές τάξεις με παγκόσμιες φιλοδοξίες εδώ και αιώνες, φιλοδοξίες που έχει και τώρα, έστω και ψαλιδισμένες.
Μια αριστερών διακηρύξεων εκδοχή αυτής της λογικής εκφράζει το ΜέΡΑ25. Σε άρθρο του (31/5) με τίτλο «Το ΝΑΤΟ πρέπει να πεθάνει» ο Γιάνης Βαρουφάκης προτείνει τον θάνατο του ΝΑΤΟ όχι με έξοδο απ’ αυτό ως αποτέλεσμα ενός λαϊκού κινήματος (κάτι τέτοιο δεν θα ταίριαζε εξάλλου με τον ρεαλισμό του ΜέΡΑ25) αλλά με τη συγκρότηση «μιας Ευρωπαϊκής Αμυντικής Ένωσης». Διασαφηνίζει παρακάτω: «Μια πραγματικά λειτουργούσα Ευρωπαϊκή Αμυντική Ένωση απαιτεί σαφείς απαντήσεις σε τέσσερα δύσκολα ερωτήματα: Ποιος παραγγέλνει τα ευρωπαϊκά οπλικά συστήματα; Ποιος εκδίδει το κοινό χρέος που απαιτείται για την πληρωμή τους; Πώς κατανέμονται οι προκύπτουσες δαπάνες μεταξύ των εθνικών αμυντικών βιομηχανιών των κρατών-μελών; Τελευταίο αλλά σίγουρα όχι λιγότερο σημαντικό, ποιος θα διατάζει τους ένστολους ευρωπαίους και τις ένστολες ευρωπαίες να σπεύσουν στο πεδίο της μάχης να σκοτώσουν και να σκοτωθούν; […] Προϋπόθεση για την οικοδόμηση της όποιας αμυντικής ένωσης της Ευρώπης είναι η πολιτική ένωση που απέφυγαν σαν τα μεγάλα τους κρίματα οι αρχιτέκτονες του ευρώ το 1992, με την Συνθήκη του Μάαστριχτ». Αντί για την αντίθεση στη φιλοπόλεμη ΕΕ, στον προωθούμενο μιλιταρισμό, στην κούρσα των εξοπλισμών, ο Βαρουφάκης προτείνει περισσότερη ΕΕ, με πολιτική ενοποίηση ώστε να μπορεί με αξιοπιστία να δίνει τα χρήματα για το στρατό και τις διαταγές «τους ένστολους ευρωπαίους και τις ένστολες ευρωπαίες να σπεύσουν στο πεδίο της μάχης να σκοτώσουν και να σκοτωθούν».

Το ΚΚΕ είναι αναμφίβολα κομμάτι του αντιπολεμικού κινήματος στη χώρα μας. Ζητά την απεμπλοκή της Ελλάδας από κάθε πολεμική αποστολή κάτω από την ομπρέλα των ΝΑΤΟ-ΕΕ-ΗΠΑ και το διώξιμο των βάσεων. Είναι αντίθετο και στους δύο ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς καθώς και σε όλα τα αστικά κράτη και τα προσχήματα που χρησιμοποιούν για τους πολεμικούς τους σχεδιασμούς εκτός… από το ελληνικό. Βλέπει μόνο τις «απαράδεκτες διεκδικήσεις της τουρκικής αστικής τάξης στην Κύπρο, στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο» (Πολ. Απόφαση 22ου Συνεδρίου). Είναι αντίθετο στη «θεωρία των “ήρεμων νερών”, που υποστηρίζουν η κυβέρνηση και με διάφορους τρόπους τα άλλα αστικά κόμματα» καθώς αυτή αξιοποιήθηκε «για την προβολή νέων διεκδικήσεων και τετελεσμένων» του τουρκικού κράτους «στην υπόθεση της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ, στον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό στο Αιγαίο και στα Περιβαλλοντικά Πάρκα» (ο.π.). Όπως ο Βαρουφάκης προσάπτει στην ΕΕ ότι δεν υποστηρίζει τα ευρωπαϊκά συμφέροντα, έτσι και το ΚΚΕ καταγγέλλει την ελληνική αστική τάξη ότι δεν υπερασπίζει τα «κυριαρχικά δικαιώματα» της Ελλάδας. Είναι υπέρ της αστικής άποψης για τις ΑΟΖ, τα χωρικά ύδατα, τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό, την «ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ», αλλά -υποτίθεται- κατά της αστικής τάξης.
Αυτή η αντίφαση «στομώνει» τη θετική αντιπολεμική αντιιμπεριαλιστική στάση του ΚΚΕ καθώς ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός εμπλέκεται με τις γενικότερες αντιθέσεις και μέτωπα στην περιοχή. Η συμμαχία με το Ισραήλ και ο άξονας με Κύπρο – Ισραήλ εξυπηρετεί και τις ιδιαίτερες επιδιώξεις του ελληνικού κράτους καθώς η Τουρκία είναι αντίπαλος του Ισραήλ. Οι αποστολές φρεγατών, αεροπλάνων και Patriot σε Κάρπαθο, Κύπρο, Σαουδική Αραβία, Ερυθρά Θάλασσα και ποιος ξέρει που αλλού στο μέλλον, είναι ταυτόχρονα ενταγμένες στους ευρωνατοϊκούς σχεδιασμούς και επίδειξη δύναμης στην Ανατ. Μεσόγειο απέναντι στην Τουρκία. Η εμπλοκή της Ελλάδας στις εκστρατείες των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ και ο αστικός και άδικος ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός αλληλοτροφοδοτούνται. Πάντα οι αστικές τάξεις όταν εμπλέκονται σε παγκόσμιους ανταγωνισμούς και πολέμους το κάνουν για τους δικούς τους «εθνικούς» λόγους και έτσι το δικαιολογούν στους λαούς τους.
Ξένες σημαίες και αναζήτηση σωτήρων
Αντιιμπεριαλισμός χωρίς σύγκρουση με το κεφάλαιο
Ένα άλλο κομμάτι αριστερών οργανώσεων και ανθρώπων περιορίζει την αναγκαία αντιιμπεριαλιστική πάλη ενάντια μόνο στο ευρωνατοϊκό μπλόκ, στη «Δύση». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους έχουν την πρωτοβουλία της επιθετικότητας και των επεμβάσεων ακριβώς για να κρατήσουν την ηγεμονία τους στον καπιταλιστικό κόσμο. Αυτοί βάζουν φωτιά στον πλανήτη και γι αυτό πρέπει να ηττηθούν. Ωστόσο η διεθνιστική εργατική λαϊκή πάλη υποκαθίσταται από τη στήριξη στον άλλο ιμπεριαλιστικό συνασπισμό της Κίνας – Ρωσίας και των συμμάχων τους. Αυτές οι δυνάμεις δεν μπορούν και δεν θέλουν να στηρίξουν τους λαούς που αγωνίζονται (τρανταχτό παράδειγμα η Παλαιστίνη) και ο ρόλος τους δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματική αλληλεγγύη χωρίς ανταλλάγματα, αλλά εντάσσεται σε επίσης επεκτατικούς εκμεταλλευτικούς σχεδιασμούς.
Έτσι με τη σειρά τους αυτές οι αντιλήψεις αθωώνουν τον καπιταλισμό, και αντικαθιστούν την ταξική πάλη με την γεωπολιτική και τις «ξένες σημαίες» με άλλες ξένες σημαίες. Εκφράζουν την αποδοχή του σημερινού συσχετισμού δυνάμεων και αποτελούν -συνειδητά ή όχι- έναν ακόμα τρόπο ενσωμάτωσης της αριστεράς. Η εργατική τάξη και το κίνημά της δεν μπορούν να κάνουν τίποτα άλλο από το να αναμένουν σωτήρες σαν τον Πούτιν ή τον Σι, όπως στο εσωτερικό αναζητούνται σωτήρες σαν τον Τσίπρα.
Η ΛΑΕ-ΑΡΑΣ προσπαθεί να εκφράσει αυτό το ρεύμα· στη συγκεκριμένη περίπτωση χρησιμεύει σαν άλλοθι για τον οππορτουνισμό και την υπονομευτική στάση της στο κίνημα. Ο ρηχός αντιμητσοτακισμός, η απουσία ανατρεπτικών στόχων και πρακτικής, η συμμαχία για χρόνια με το ΜέΡΑ25, ο ντροπαλός εθνικισμός και η φιλολογία για «αλυτρωτισμό της FYROM» το 2019, βρίσκουν το συμπλήρωμά τους στον «πούρο» αντιιμπεριαλισμό χωρίς σύγκρουση με την πολιτική του κεφαλαίου.
Η επαναστατική αριστερά και το αντιπολεμικό κίνημα
Μια αντιπολεμική αντιιμπεριαλιστική γραμμή -ιδίως σήμερα που περισσότερο από ποτέ οι ανταγωνισμοί και οι πόλεμοι συνδέονται κατευθείαν με τα κέρδη και το κεφάλαιο- δεν μπορεί παρά να συνδέεται με το εργατικό κίνημα και την αντικαπιταλιστική πάλη με συγκεκριμένους στόχους, όπως η διακοπή της εμπλοκής κάθε χώρας με τους πολεμικούς ιμπεριαλιστικού σχεδιασμούς. Για την Ελλάδα τέτοιοι στόχοι είναι το διώξιμο των βάσεων, η έξοδος από το ΝΑΤΟ, το σπάσιμο του άξονα Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ και η άμεση μείωση των στρατιωτικών δαπανών. Μια αντιπολεμική γραμμή δεν μπορεί παρά να είναι αντίθετη στη συγκεκριμένη στρατηγική και τις ιδιαίτερες επιδιώξεις της ελληνικής αστικής τάξης, αυτές είναι που προσδένουν τη χώρα «στη σωστή πλευρά της ιστορίας», στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Αυτό που χρειάζεται είναι η διεθνιστική αλληλεγγύη με τους γειτονικούς λαούς πρώτα απ’ όλα και όχι η στήριξη στα «κυριαρχικά δικαιώματα» και τα αστικά συμφέροντα.
Το αντιπολεμικό κίνημα δεν μπορεί να περιορίζεται σε κεντρικές πολιτικές συγκεντρώσεις, παρότι είναι αναγκαίες. πρέπει να διαχέεται στις γειτονιές, στους χώρους εργασίας και στις σχολές, να επιδιώκει το μπλοκάρισμα της πολεμικής παραγωγής και έρευνας. Πάνω απ’ όλα η αντιπολεμική πάλη συνδέεται με το κοινωνικό ζήτημα της εποχής μας, η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, το Rearm Europe, οι φρεγάτες και τα πολεμικά αεροπλάνα σημαίνουν μείωση των κοινωνικών δαπανών, ακρίβεια και φτώχεια.
Αν η προετοιμασία και διεξαγωγή των πολέμων πατάει πάνω στην υποχώρηση του κομμουνιστικού κινήματος και της επαναστατικής απειλής, μόνο μια δυνατή επαναστατική αριστερά μπορεί να τους αποτρέψει.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 4-5 Ιουλίου 2026














