Γιώργος Χούλης
Ζούμε σε μια εποχή κατά κοινή ομολογία αντι-ηρωική. Σε μια εποχή ιδεολογικής ήττας, όπως θέλει συχνά να παρουσιάζεται από τον αντίπαλο. Σε μια εποχή που η κομμουνιστική αριστερά χάνει το ηθικό της πλεονέκτημα. Αν, όμως, όλα αυτά ισχύουν, τότε γιατί ολόκληρο το σύστημα έχει βαλθεί να γκρεμίσει τα σύμβολα μας;
Σε μια περίοδο στην οποία η πολιτική συχνά ταυτίζεται με την επικοινωνιακή εικόνα, η ζωή και η πορεία του Ραούλ Κάστρο Ρους μας υπενθυμίζει ότι η ιστορία διαμορφώνεται καθοριστικά και από τις προσωπικότητες εκείνες που αντιλαμβάνονται την ταξική πάλη και τη συλλογική δράση ως το μόνο ακατανίκητο όπλο στα χέρια των αδύναμων απέναντι στους ισχυρούς. Από την οργανωτική συνέπεια και την αφοσίωση στις αρχές του επαναστατικού Μαρξισμού, ως τη βασική προϋπόθεση για την υλοποίηση και της επιτυχία μιας Επανάστασης.
Στα 95 του χρόνια, αυτός ο πεισματάρης κρεολός, ο γόνος μιας έκπτωτης εύπορης κατά τα άλλα οικογένειας, ο αποστάτης της τάξης του και ένας από τους τελευταίους πρωταγωνιστές εκείνης της Πρωτομαγιάς του 1959, εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πολιτικές μορφές όχι μόνο της Κούβας, αλλά ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής. Και μαζί, ένα σύμβολο αξιοπρέπειας και αντίστασης για την πλειοψηφία του κουβανικού λαού.
Αν και για πολλούς η δημόσια εικόνα του επισκιάστηκε επί δεκαετίες από την επιβλητική προσωπικότητα του Φιντέλ, του μεγάλου αδερφού του και ιστορικού ηγέτη της Κουβανικής Επανάστασης, καμία Επανάσταση δε μπορεί να είναι έργο ενός μόνο ανθρώπου. Ο Ραούλ υπήρξε ήδη από τα πρώιμα νεανικά του χρόνια ένας συνειδητοποιημένος μαρξιστής, βασικό μέλος της γενιάς που αντιστάθηκε στη δικτατορία του Μπατίστα, συμμετέχοντας στην επίθεση στο στρατόπεδο Μονκάδα, στην αποστολή της «Granma» και στον ανταρτοπόλεμο της Σιέρα Μαέστρα. Υπήρξε ένας κομμουνιστής που κατανοούσε ότι η απελευθέρωση του λαού δε συνδέεται μόνο με την ανατροπή μιας δικτατορίας, αλλά και με την εδραίωση ενός επαναστατικού κράτους και τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό.
Η δράση του, όμως, δεν περιορίστηκε στη στρατιωτική διάσταση. Ως διοικητής του «Δεύτερου Ανατολικού Μετώπου Φρανκ Παΐς» της Επανάστασης, συνέβαλε καθοριστικά στη νικηφόρα πορεία της και αργότερα στη δημιουργία σχολείων, νοσοκομείων και την συγκρότηση λαϊκών θεσμών που ενισχύουν τη λαϊκή κινητικότητα και εμβαθύνουν τις δομές της σοσιαλιστικής εξουσίας. Κάνοντας εμφανές ότι για την πρώτη γενιά της επανάστασης, η κοινωνική απελευθέρωση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη μόρφωση του λαού, την κοινωνική συμμετοχικότητα και την πολιτική του χειραφέτηση.
Μετά τη νίκη, αφιέρωσε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του στην οργάνωση των Επαναστατικών Ενόπλων Δυνάμεων (FAR). Η συμβολή του στη διαμόρφωση ενός αποτελεσματικού μηχανισμού άμυνας υπήρξε καθοριστική για την επιβίωση της Κούβας μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον διαρκών πιέσεων, δολιοφθορών, επέμβασης, αποκλεισμού και απειλών από τον βορειοαμερικάνικο ιμπεριαλισμό.

Όμως, ο Ραούλ δεν αντιλαμβάνεται την άμυνα αποκλειστικά και μόνο ως στρατιωτική υπόθεση. Η υπεράσπιση της σοσιαλιστικής πατρίδας και της Επανάστασης συνδέεται άρρηκτα με την καλλιέργεια της ιστορικής συνείδησης, της παιδείας και του πολιτισμού για ολόκληρο τον λαό, ο οποίος επανδρώνει και στηρίζει τις Επαναστατικές Ένοπλες Δυνάμεις. Είναι ένας από τους εμπνευστές του περιοδικού Verde Olivo, επιμορφωτικής έκδοσης των FAR, ενώ με δική του πρωτοβουλία δημιουργούνται και αναπτύσσονται κινηματογραφικές και τηλεοπτικές δομές του στρατού, οι οποίες συνέβαλαν στην παραγωγή ντοκιμαντέρ και οπτικοακουστικού υλικού σχετικού με την ιστορία της χώρας στο πλαίσιο της λαϊκής επιμόρφωσης. Η αγάπη και στήριξή του στη μουσική, το θέατρο, τη λογοτεχνία και τις εικαστικές τέχνες αναδεικνύουν μια προσωπικότητα που αντιλαμβάνεται τον πολιτισμό όχι ως διακοσμητικό στοιχείο, αλλά ως βασικό πυλώνα της συλλογικής μνήμης και της εξέλιξης της Επανάστασης.
Όταν ανέλαβε την ηγεσία, το 2006, σε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο, κάτω από το βάρος τις ασθένειας του Φιντέλ και του οργίου παραπληροφόρησης από τις ΗΠΑ, κατάφερε όχι μόνο να διασφαλίσει τη συνέχεια της Επανάστασης, αλλά και να προωθήσει μια σειρά οικονομικών και θεσμικών μεταρρυθμίσεων, συμβάλλοντας στην επιβίωση και την αξιοπρεπή διαβίωση των Κουβανών. Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, υποστήριξε με συνέπεια την περιφερειακή συνεργασία και την ειρηνική συνύπαρξη, προβάλλοντας την ανάγκη «να μάθουμε την τέχνη της πολιτισμένης συμβίωσης με τις διαφορές μας». Η στάση του αποτυπώθηκε στη Σύνοδο της CELAC το 2014, στην Αβάνα, όπου παρουσίασε την ιστορική Διακήρυξη της Λατινικής Αμερικής ως ζώνης ειρήνης, την οποία υπέγραψαν οι 33 χώρες της περιοχής.

Το τελευταίο διάστημα, ο βορειοαμερικανικός ιμπεριαλισμός επαναφέρει τη δίωξη εναντίον του Ραούλ, διακινώντας σενάρια που θυμίζουν την απαγωγή Μαδούρο, με την επίκληση ενός επεισοδίου πριν 30 χρόνια: Το 1996, όταν κουβανικά μαχητικά κατέρριψαν δύο μικρά, άοπλα αεροσκάφη της ομάδας «Brothers to the Rescue» που προέρχονταν από το Μαϊάμι, με αποτέλεσμα τον θάνατο τεσσάρων Κουβανοαμερικανών. Για το περιστατικό αυτό, η κουβανική κυβέρνηση έχει στείλει επίσημα διαβήματα στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ και έχει ενημερώσει τις ΗΠΑ και τον Διεθνή Οργανισμό Πολιτικής Αεροπορίας (ICAO), τονίζοντας ότι τα αεροσκάφη πετούσαν παράνομα πάνω από τον εναέριο χώρο της, ρίχνοντας χιλιάδες αντικυβερνητικά φυλλάδια στην Αβάνα.
Σήμερα, παρ’ όλο που η ιστορική γενιά της επανάστασης έχει παραδώσει τη σκυτάλη σε νεότερους ηγέτες, ο Ραούλ Κάστρο εξακολουθεί να αποτελεί για πολλούς Κουβανούς τη ζωντανή μνήμη που νικά το φόβο και την ιστορική αναθεώρηση. Είναι ένα ζωντανό σύμβολο του επαναστατικού εγχειρήματος, που ταυτίστηκε με την εθνική ανεξαρτησία, την καθολική εξάλειψη του αναλφαβητισμού, την αναδιανομή γης, τη διεθνιστική αλληλεγγύη, τα τεράστια επιτεύγματα στην επιστήμη, την αντίσταση του Δαυίδ απέναντι στον Γολιάθ, το όνειρο για όλους τους καταπιεσμένους λατινοαμερικάνους που είδαν αυτή τη μικρή νησιωτική χώρα να μετατρέπεται σε κάστρο άπαρτο. Είναι εκεί, στο Πάνθεον των ηρώων της Επανάστασης, μαζί με όσους έφυγαν και όσους πρόκειται να έρθουν, για να δηλώνει εμφατικά πως ο Ραούλ είναι Κάστρο και τα κάστρα δεν πέφτουν εύκολα και σίγουρα όχι αμαχητί.
Δημοδιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν που κυκλοφόρησε στις 13-14 Ιουνίου 2026
















