Άννα Γαϊτανίδου, σύμβουλος ψυχικής υγείας, παιδοψυχολόγος
Αφιέρωμα: Ψυχική υγεία στον καπιταλισμό
▸Η καπιταλιστική βαρβαρότητα «πνίγει» τις ανθρώπινες κοινωνίες, με συνεχή αύξηση των ποσοστών κατάθλιψης, αγχωδών διαταραχών και αυτοκτονιών και με διαλυμένες δημόσιες δομές ψυχικής υγείας. Η νεολαία νιώθει πως «δεν χωρά πουθενά», τα εξαρτημένα άτομα αντιμετωπίζονται ως πρόβλημα, οι λαοί βιώνουν φτώχεια, πολέμους και καταπίεση. Ζητούμενα, το συλλογικό γίγνεσθαι, η αλληλεγγύη και η ισότητα…
Η ψυχική δυσφορία στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό ανεβαίνει τα τελευταία χρόνια σε δυσθεώρητα ύψη, όπως αποτυπώνεται και στα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας, τα δεδομένα της οποίας παρουσιάστηκαν από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών στο Πάντειο. Η Ελλάδα είναι πρώτη στον μέσο όρο καταθλιπτικών συμπτωμάτων στην Ευρώπη, ξεκάθαρη συνέπεια μιας δεκαπενταετούς οικονομικής κρίσης, με τη διάλυση της εργατικής νομοθεσίας και της καθημερινής ανασφάλειας που έχει επιφέρει.
Όμως, και άλλες μεσογειακές χώρες παρουσιάζουν υψηλά ποσοστά καταθλιπτικών συμπτωμάτων, όπου η Πορτογαλία είναι δεύτερη, η Κύπρος έκτη, η Ιταλία όγδοη και η Ισπανία δέκατη. Αποδεικνύεται ότι όπου έχουν εφαρμοστεί μνημόνια, περιοριστικές πολιτικές σε υποδομές κοινωνικού κράτους και επιβολή αντεργατικών νόμων, καταλήγει σε τεράστιο ψυχικό κόστος. Παράλληλα, στην έρευνα καταγράφεται ότι τα περισσότερα συμπτώματα κατάθλιψης καταγράφονται στις περιφέρειες της Θεσσαλίας, του Νοτίου Αιγαίου, της Ηπείρου και του Βορείου Αιγαίου, που είναι κάποιες από τις πιο φτωχές περιοχές της Ευρώπης.
Τρίτο εύρημα της έρευνας είναι ότι η Ελλάδα βρίσκεται στη δεύτερη θέση όσον αφορά τα συμπτώματα μοναξιάς (που είναι ένας σημαντικός δείκτης ψυχικής ευεξίας), με την Λιθουανία να είναι πρώτη, την Ισπανία τέταρτη και την Πορτογαλία πέμπτη, ακολουθώντας το μοτίβο της προηγούμενης κλίμακας.
Το τέταρτο και πολύ σημαντικό εύρημα είναι ότι υπάρχει ευθεία συσχέτιση ανάμεσα στην κατάθλιψη και την οικονομική/εργασιακή κατάσταση των συμμετεχόντων στην έρευνα. Αυτοί κατανεμήθηκαν σε τέσσερις ομάδες: μισθωτούς χωρίς πόρους εξουσίας, μισθωτούς με πόρους εξουσίας, αυτοαπασχολούμενους και εργοδότες. Η εργατική τάξη, δηλαδή οι μισθωτοί χωρίς πόρους εξουσίας, εμφανίζει τα υψηλότερα επίπεδα καταθλιπτικών συμπτωμάτων, ενώ οι εργοδότες παρουσιάζουν τα χαμηλότερα. Στην Ελλάδα βέβαια, οι διαφορές μεταξύ των κατηγοριών είναι μικρότερες από άλλες χώρες, ενώ οι εργοδότες σε περιοχές με μειωμένη ανάπτυξη επιβαρύνονται περισσότερο ψυχολογικά.
Την ίδια στιγμή, μια άλλη έρευνα της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO) καταδεικνύει ότι περισσότεροι από 840.000 άνθρωποι χάνουν κάθε χρόνο τη ζωή τους από παθήσεις που συνδέονται με ψυχοκοινωνικούς κινδύνους στην εργασία. Οι πολλές ώρες εργασίας, το εργασιακό στρες, η ανασφάλεια, ο εκφοβισμός σε χώρους εργασίας μπορεί να προκαλέσουν μεταβολικά νοσήματα, διαταραχές ύπνου και καρδιαγγειακά νοσήματα, ενώ παράλληλα αυξάνονται οι ψυχικές διαταραχές, συμπεριλαμβανομένης της αυτοκτονίας, η κατάθλιψη και το άγχος.
Σε αυτήν τη συνθήκη, που καλούνται οι άνθρωποι να ζήσουν με τόση ανασφάλεια, σε μια κοινωνία διαλυμένη χωρίς συνεκτικούς ιστούς, με τόσο ανταγωνισμό κι ατομισμό οι άνθρωποι αναζητούν νόημα και σύνδεση στην ζωή τους κι αν δεν το βρουν σε ανθρώπους και δραστηριότητες, είναι πιθανόν να το βρουν σε εθισμούς. Μπορεί επίσης να το βρουν καταπιέζοντας άλλους, γιατί σε συνθήκες καπιταλιστικής βαρβαρότητας καταγράφεται έξαρση των έμφυλων και σεξουαλικών επιθέσεων, καθώς και των επιθέσεων απέναντι στους πιο αδύναμους (παιδιά, μετανάστες).
Και την στιγμή που χρειάζονται περισσότερο από ποτέ δημόσιες και δωρεάν υπηρεσίες ψυχικής υγείας, για να στηριχτούν οι άνθρωποι και να νιώσουν ανακούφιση, οι υπηρεσίες είναι επίσης διαλυμένες και με ελάχιστο προσωπικό. Είναι κρατική και χρόνια επιλογή η απαξίωση του δημόσιου τομέα, ώστε να αυξάνονται οι ιδιωτικές δαπάνες υγείας και να θησαυρίζουν οι φίλοι της κυβέρνησης. Έτσι λοιπόν, μπορούν να πάρουν βοήθεια όσοι έχουν λεφτά να πληρώσουν οι ίδιοι μια χρονοβόρα και κοστοβόρα θεραπευτική διαδικασία ή για να μειώσουν το κόστος επιλέγουν μόνο την φαρμακοθεραπεία, χωρίς την καθοριστική συμβολή της ψυχοθεραπείας.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 30-31 Μαΐου 2026













