Η εξέγερση του Μάη του ΄36 με τους απεργούς και τα φτωχά λαϊκά στρώματα να κυριαρχούν στην πόλη κόντρα σε χωροφυλακή, στρατό και εργοδοσία, αποτελεί κορυφαία πράξη του εργατικού κινήματος του Μεσοπολέμου, που ανέδειξε τις επαναστατικές δυνατότητες της εργατικής τάξης. Παρόλα αυτά στην πράξη επικράτησε στο ΚΚΕ και στις άλλες αριστερές και συνδικαλιστικές δυνάμεις μια γραμμή «αντιφασιστικού μετώπου» με κοινοβουλευτική λογική, που τελικά οδήγησε σε αναδίπλωση το εργατικό κύμα κι έδωσε χώρο στην αντίδραση να απαντήσει με τη δικτατορία του Μεταξά τον Αύγουστο του ΄36. Δημοσιεύουμε σήμερα το χρονικό της εξέγερσης βασισμένο στην ειδική έκδοση των Αναιρέσεων που κυκλοφορεί.
Το χρονικό
Ο Μάης του 1936 ήταν η κορύφωση της εξέλιξης του εργατικού κινήματος στη Θεσσαλονίκη, μια πόλη που ήταν από τις αρχές του 20ού αιώνα το σημαντικότερο πολιτικό και επαναστατικό κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αρχικά και του ελληνικού κράτους στη συνέχεια. Η «προϊστορία» του Μάη ανιχνεύεται στην αριστερή πτέρυγα της ΕΜΕΟ (Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση), στην ιδέα της βαλκανικής σοσιαλιστικής ομοσπονδίας, στην Επανάσταση των Νεότουρκων με το αρχικά προοδευτικό πρόγραμμα της για ισότητα των λαών, στη Φεντερασιόν, την πρώτη σοσιαλιστική εργατική ομοσπονδία στον ελλαδικό χώρο. Κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου η Θεσσαλονίκη θα συνεχίσει να λειτουργεί ως το επαναστατικό εργαστήρι της εποχής. Η παρουσία των προσφύγων ενίσχυσε ακόμα περισσότερο την εργατική τάξη και την ανάπτυξη του κομμουνιστικού κινήματος. Απέναντι τους, το τοπικό κεφάλαιο και κράτος χρησιμοποίησαν τη φασιστική Εθνική Ένωσις Ελλάς (ΕΕΕ), η οποία εξέφραζε ακραίο αντικομμουνισμό και αντισημιτισμό. Εκτός από το πογκρόμ κατά της φτωχής, εργατικής εβραϊκής συνοικίας Κάμπελ το 1931, μέλη της ΕΕΕ έκαναν επιθέσεις σε απεργούς και διαδηλωτές με την ανοχή ή υποστήριξη κρατικών αρχών.
Το πιο ισχυρό τμήμα της εργατικής τάξης στην πόλη και πανελλαδικά ήταν τότε οι καπνεργάτες, κλάδος με ισχυρές αγωνιστικές παραδόσεις και κατακτήσεις, όπως η κοινωνική ασφάλιση, πριν αυτή καθιερωθεί για το σύνολο των μισθωτών. Οι σκληροί απεργιακοί αγώνες αυτού του κλάδου δεν αφορούσαν μόνο οικονομικά αιτήματα, αλλά και εργατικού ελέγχου (προσλήψεις, τρόπος επεξεργασίας του καπνού), καθώς και το οχτάωρο.
Οι 12 μέρες που συγκλόνισαν την πόλη
Ήδη από τον Απρίλη ο απεργιακός αναβρασμός βάδιζε στα μονοπάτια της ριζοσπαστικοποίησης και της ρήξης καθώς η εργατική τάξη βίωνε την απόλυτη εξαθλίωση. Τα μεροκάματα είχαν κατρακυλήσει από τις 135-150 δραχμές προ του 1932 στις 75 δραχμές. Τα βασικά καταναλωτικά αγαθά αντιθέτως είχαν αυξηθεί σε βαθμό που το μεροκάματο έφτανε μόνο για ένα κομμάτι ψωμί. Κι αυτό για όσους ακόμη πληρώνονταν μεροκάματο, καθώς πολλοί δούλευαν χωρίς αμοιβή, μόνο για τα ένσημα. Το καπνεργατικό κίνημα κήρυξε απεργία στις 29 Απριλίου.
29 Απρίλη. Η απεργία ήταν απόφαση της Πανελλαδικής Καπνεργατικής Ομοσπονδίας (ΠΚΟ) με αιτήματα αυξήσεις μισθών, τήρηση του οχταώρου, κατάργηση του «Ιδιωνύμου», συνδικαλιστικές ελευθερίες και συντάξεις για υπερήλικες και φυματικούς. Την οργάνωση της απεργίας εκτός από την ΠΚΟ είχαν οι πρωτοβάθμιες απεργιακές επιτροπές και η εκλεγμένη Κεντρική Απεργιακή Επιτροπή (ΚΑΕ), που αποτελούνταν από 40 περίπου μέλη.
30 Απρίλη. Η απεργία γενικεύεται σ’ όλη τη χώρα, κυρίως σε πόλεις της Βόρειας Ελλάδας (Καβάλα, Δράμα, Ξάνθη), τον Βόλο και τον Πειραιά. Αποφασίζεται να τοποθετηθούν εργατικές φρουρές στα εργοστάσια.
1η Μάη. Την Πρωτομαγιά στην Θεσσαλονίκη έγιναν τρεις συγκεντρώσεις, της «επίσημης» ΓΣΕΕ/ΕΚΘ στην πλατεία Διοικητηρίου, της Ενωτικής ΓΣΕΕ (αριστερής) και των απεργών καπνεργατών. Η «επίσημη» ΓΣΕΕ με ρεφορμιστικές/ βενιζελικές συνδικαλιστικές ηγεσίες, ήταν συνδεδεμένη με το κράτος, υπό ισχυρή κυβερνητική επιρροή, επιχειρώντας να ελέγχει τα σωματεία και να αποτρέπει τη ριζοσπαστικοποίηση τους. Η Ενωτική ΓΣΕΕ (με ισχυρή κομμουνιστική επιρροή) συγκεντρώθηκε στην Εγνατία, ενώ η συγκέντρωση των καπνεργατών στις καπναποθήκες (πλατεία Βαρδαρίου προς Λαγκαδά) και ήταν η πιο μαζική και ριζοσπαστική. Οι διαφορετικές πορείες δεν ενώθηκαν ποτέ πλήρως και σε ορισμένα σημεία σημειώθηκαν μικροσυγκρούσεις με την αστυνομία, σε ένα κλίμα που προμήνυε την κλιμάκωση της σύγκρουσης τις επόμενες μέρες.

3 Μάη. Από το πρωί η αστυνομία διώχνει τις απεργιακές φρουρές από τις καπναποθήκες ώστε να μπουν απεργοσπάστες για την επεξεργασία του καπνού.
4 Μάη. Ως απάντηση η ΚΑΕ αποφασίζει την κλιμάκωση του κινήματος. Χιλιάδες διαδηλωτές κατευθύνθηκαν στο τηλεγραφείο και συγκρούστηκαν με την αστυνομία, που προσπάθησε να τους εμποδίσει.
6 Μάη. Σοβαρά επεισόδια σημειώνονται έξω από τα υφαντουργεία Τσίτση, όπου είχαν συγκεντρωθεί οι εργάτριες του εργοστασίου που απεργούσαν. Η αστυνομία έκανε επίθεση και τραυμάτισε πολλές εργάτριες.
8 Μάη. Στη 10η μέρα της καπνεργατικής απεργίας 7.000 απεργοί συγκεντρώνονται έξω από τα γραφεία του σωματείου φωνάζοντας πως πρέπει να κλιμακώσουν τη δράση τους. Ακολουθεί πορεία προς τη Γενική Διοίκηση για να επιδώσουν ψήφισμα με τα αιτήματα τους. Στην Εγνατία μεγάλες δυνάμεις πεζής και έφιππης χωροφυλακής, στρατός και αντλίες προσπαθούν να σταματήσουν την πορεία, αλλά οι απεργοί αποφασισμένοι προχώρησαν σπάζοντας τη ζώνη. Την ίδια περίπου ώρα 2.500 απεργοί υφαντουργίας διαδηλώνουν επίσης προς την Γενική Διοίκηση. Επί 3,5 ώρες η Θεσσαλονίκη βρίσκονταν σε κατάσταση μάχης, μέχρι που η Αστυνομία κατάφερε να διαλύσει τους συγκεντρωμένους. Ο απολογισμός ήταν 70 τραυματίες και 100 συλληφθέντες. Τα τρία Εργατικά Κέντρα της Θεσσαλονίκης καλούν σε 24ωρη απεργία για την επόμενη μέρα.
Ματωμένη γενική απεργία
9 Μάη. Ξημερώνοντας το πρωί του Σαββάτου, 11ης μέρας της απεργίας, η Θεσσαλονίκη παρουσίαζε την όψη επαναστατημένης πόλης. Η κυβέρνηση Μεταξά είχε ήδη επιφορτίσει το Γ΄ Σώμα Στρατού, υπό τον αντιστράτηγο Ζέππο, με το καθήκον της τήρησης της τάξης στην πόλη. Σε κεντρικά σημεία στήθηκαν πολυβόλα και τοιχοκολλείται σε όλους τους δρόμους διάταγμα επιστράτευσης των απεργών σιδηροδρομικών τροχιοδρομικών και ηλεκτρολόγων με απειλές ότι θα συλλαμβάνονται σαν λιποτάκτες και θα δικάζονται στα στρατοδικεία. Οι απεργοί σιδηροδρομικοί τροχιοδρομικοί παίρνουν απόφαση να μην υποχωρήσουν.
Το ίδιο πρωί, η Εκτελεστική Επιτροπή της ΠΚΟ συνεδρίασε, αντιμετωπίζοντας με αμηχανία την τροπή που έπαιρναν τα γεγονότα. Είχε ήδη χάσει την πρωτοβουλία των κινήσεων, που ήταν στα χέρια των εκλεγμένων αντιπροσώπων της βάσης στην ΚΑΕ. Την ώρα της συνεδρίασης είχαν ήδη ξεκινήσει οι διαδηλώσεις των 50.000 πια απεργών μαζί με επαγγελματίες που είχαν κλείσει τα μαγαζιά τους, φοιτητές, μαθητές και νοικοκυρές. Ο αγώνας είχε γίνει παλλαϊκός.
Η γενική απεργία σημειώνει καθολική επιτυχία. Απεργούν οι πάντες, τα μαγαζιά έχουν κλείσει. Οι απεργοί εργάτες αρχίζουν να κατηφορίζουν από τις γειτονιές στο κέντρο της πόλης. Το βασικό σχέδιο της αστυνομίας ήταν να χτυπήσει στις προσυγκεντρώσεις πριν μαζευτεί ο όγκος των απεργών στο κέντρο της πόλης όπου εκεί τα πράγματα θα δυσκόλευαν για τους χωροφύλακες. Προσπάθησαν επίσης να χτυπήσουν τις απεργιακές φρουρές και τους συγκεντρωμένους στα εργοστάσια.

Ωστόσο δεν μπόρεσαν να σταματήσουν τους διαδηλωτές. Απεργοί έστησαν οδοφράγματα, ενώ καταφθάνουν στο τόπο των συγκρούσεων νέες ομάδες οικοδόμων, τσαγκαράδων, υφαντουργών, τροχιοδρομικών κ.α. Κάποια στιγμή οι χωροφύλακες υποχωρούν (με διαταγή του λαομίσητου αστυνομικού διευθυντή Ντάκου) και τότε οι απεργοί αποφασίζουν να πραγματοποιήσουν διαδήλωση προς το διοικητήριο. Εκεί ο Ντάκος δίνει εντολή να χτυπηθούν οι απεργοί στο ψαχνό. Στη στάση Κολόμβου, χτυπήθηκε από πυροβολισμούς η Αναστασία Καρανικόλα, 28χρονη καπνεργάτρια.
Νεκρός πέφτει κι ο 27χρονος αυτοκινητιστής απεργός Τάσος Τούσης. Με τον νεκρό στα χέρια πάνω σε μια πόρτα σχηματίζεται διαδήλωση η οποία πορεύεται στους δρόμους της πόλης. Η φωτογραφία της μητέρας του να θρηνεί πάνω από το σώμα του γιου της, θα γίνει εμβληματική για το λαϊκό κίνημα στην Ελλάδα, εμπνέοντας τον Επιτάφιο του Ρίτσου που θα μελοποιηθεί αργότερα από τον Μίκη Θεοδωράκη.
Ο αιματηρός απολογισμός της μέρας είναι: εννιά νεκροί, 32 βαριά τραυματισμένοι και 250 ελαφρά. Και θα ήταν πολύ μεγαλύτερος, αν οι στρατιώτες δεν αρνούνταν να υπακούσουν στις εντολές των αξιωματικών. Μόλις μαθεύτηκε το αιματοκύλισμα των εργατών, ξεχύθηκαν σε όλες τις συνοικίες της πόλης αμέτρητα πλήθη λαού, έξω από τα αστυνομικά τμήματα, ζητώντας την τιμωρία των δολοφόνων. Με διαταγή του διοικητή του Γ’ Σώματος Στρατού οι χωροφύλακες μένουν κλεισμένοι στα αστυνομικά τμήματα. Ο λαός θα βρεθεί για 36 ώρες κυρίαρχος της πόλης με συνθήκες δυαδικής εξουσίας. Η Κεντρική Απεργιακή Επιτροπή σχηματίζει «λαϊκές φρουρές» που αποβλέπουν στη τήρηση της τάξης, ενώ οι εργοστασιακές φρουρές οπλίζονται με ρόπαλα και δεν επιτρέπουν σε κανένα να πλησιάσει στα εργοστάσια. Ένα τάγμα μάλιστα του στρατού που διατάχθηκε για την τήρηση της τάξης, διαλύθηκε και οι στρατιώτες ενώθηκαν με τον λαό.
10 Μάη. Πραγματοποιείται η πάνδημη κηδεία των θυμάτων, με τη συμμετοχή 150.000 -200.000 διαδηλωτών. Τα ονόματα των νεκρών δεν έχουν επίσημα αναγνωριστεί και σώζονται από προφορικές μαρτυρίες και δημοσιεύματα του Τύπου. Εκτός του ΤάσουΤούση και της καπνεργάτριας Αναστασίας Καρανικόλα , σώζονται τα ονόματα: Ίντο Σενόρ, 22χρονος επινικελωτής, Σαλβατόρ Μασαράνο, 19χρονος υπάλληλος, Δημ. Αγλαμίδης, 25χρονος σιδεράς, Ι. Πανόπουλος, 23χρονος λαστιχάς, Ευαγγ. Χόλης, 32χρονος καπνεργάτης, Δ. Λαϊνάς, 17χρονος τσαγκάρης, Ευθ. Αδαμαντίου, 18χρονος τσαγκάρης. Πηγές της εποχής αναφέρουν ότι ο αριθμός των νεκρών ήταν μεγαλύτερος.
Εργατική κλιμάκωση ή κοινοβουλευτική «λύση»;
Η είδηση της δολοφονίας των εργατών ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών σε όλη τη χώρα. Ξεσπούν παλλαϊκές απεργίες διαμαρτυρίας στην Καβάλα, στο Αγρίνιο, στη Λάρισα, στο Κιλκίς, στη Λαμία, στη Κομοτηνή. Στην Κοκκινιά του Πειραιά πραγματοποιείται μεγάλη διαδήλωση χιλιάδων εργατών.
Όμως, σε αυτή την κρίσιμη καμπή, φανερώνονται και το πολιτικά όρια της ΚΑΕ, αλλά και του ΚΚΕ. Η ΚΑΕ κάλεσε σύσκεψη των βουλευτών Θεσσαλονίκης που θα μεσολαβούσαν για την ικανοποίηση των αιτημάτων των απεργών. Στην Αθήνα συνεδριάζει η κοινοβουλευτική ομάδα του Παλλαϊκού Μετώπου (εκλογικός συνασπισμός του ΚΚΕ που είχε εκλέξει 15 βουλευτές στις εκλογές του Γενάρη του 1936) και αποφασίζει να ζητήσει την παραίτηση της κυβέρνησης Μεταξά και τον άμεσο σχηματισμό κυβέρνησης από τη «δημοκρατική πλειοψηφία». Αντί για την κλιμάκωση τηςλαϊκής εξέγερσης για την πτώση της κυβέρνησης του Μεταξά, προτάχθηκαν η κυβερνητική λύση του «Συμφώνου Σοφούλη-Σκλάβαινα», που είχαν υπογράψει στις 19 Φλεβάρη 1936, ο αρχηγός του Κόμματος των Φιλελευθέρων και ο επικεφαλής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Παλλαϊκού Μετώπου. Το Σύμφωνο προέβλεπε ότι το Παλλαϊκό Μέτωπο θα ψηφίσει τους υποψήφιους των Φιλελευθέρων για το προεδρείο της Βουλής και θα δώσει ψήφο ανοχής σε ενδεχόμενη κυβέρνηση των Φιλελευθέρων.
11 Μάη. Την πρωτοβουλία παίρνουν ξανά οι δύο ΓΣΕΕ και σε συνάντηση στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας (μαζί με την ΠΚΟ) με την κυβέρνηση και τους καπνεμπόρους έληξαν την απεργία, με τη μερική ικανοποίηση των αιτημάτων των καπνεργατών. Οι δύο ΓΣΕΕ προκηρύσσουν γενική πανελλαδική απεργία για τις 13 Μάη, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης, χωρίς το αίτημα της παραίτησης της κυβέρνησης Μεταξά. Ωστόσο, στη Θεσσαλονίκη έχει ξεκινήσει μια ευρεία επιχείρηση «αποκατάστασης της τάξης». Οι εργατικές φρουρές που περιφρουρούσαν τα εργοστάσια τη νύχτα της 10ης του Μάη διαλύθηκαν. Έτσι στις 11 του Μάη το πρωί επανέρχονται οι δυνάμεις της χωροφυλακής και της ασφάλειας, που βρίσκοντας απεριφρούρητη την απεργία προχωρούν σε μαζικές συλλήψεις.
13 Μάη. Η γενική πανελλαδική απεργία που προκηρύχτηκε από τις δύο ΓΣΕΕ είχε πρωτοφανή επιτυχία. Περίπου 500.000 εργάτες και υπάλληλοι παίρνουν μέρος σε αυτή, ενώ η απεργία σε πολλές πόλεις, όπως ο Βόλος, η Πάτρα, η Καλαμάτα και η Καβάλα, παίρνει γενικό χαρακτήρα με τη συμμετοχή και των επαγγελματοβιοτεχνών. Με τη λήξη της 24ωρης πανελλαδικής απεργίας όμως, η Θεσσαλονίκη γνωρίζει νέα περίοδο αστυνομοκρατίας. Οι συλλήψεις γενικεύονται και οι φυλακές γεμίζουν με συνδικαλιστές και κομμουνιστές.
Η συνέχεια
Οι δύο ΓΣΕΕ προκηρύσσουν επόμενη πανελλαδική απεργία για τις 5 Αυγούστου, αλλά στις 4 Αυγούστου του 1936 ο Ιωάννης Μεταξάς, σε συνεργασία με το βασιλιά Γεώργιο Β’ και τη στήριξη της Μ. Βρετανίας, κήρυξε στρατιωτικό νόμο και διέλυσε τη Βουλή, εγκαθιδρύοντας δικτατορικό καθεστώς. H απεργία δεν έγινε ποτέ και στις 7 Αυγούστου, ενώ ήδη ήταν δικτάτορας ο Μεταξάς, ηγέτες κομμάτων, μεταξύ αυτών και ο Σοφούλης των Φιλελευθέρων ζήτησαν από το βασιλιά Γεώργιο να «εξουδετερωθεί και διά συνταγματικών εν ανάγκη νομοθετικών μέτρων η κομμουνιστική δράσις».
Η ηγεσία του ΚΚΕ βρέθηκε πίσω από τα γεγονότα και την πρωτοπόρα δράση των καπνεργατών. Η στάση αυτή, που επηρέασε και τις αποφάσεις των σωματείων, ήταν αποτέλεσμα της στρατηγικής που είχε θέσει το ΚΚΕ στο 6ο Συνέδριό για σύμπραξη των αντιφασιστικών – δημοκρατικών δυνάμεων και τον σχηματισμό «λαϊκής δημοκρατικής κυβέρνησης». Η στρατηγική του ΚΚΕ ακολουθούσε το υπόδειγμα της συγκρότησης του Λαϊκού Μετώπου στη Γαλλία και την Ισπανία και αυτός ο στόχος οδήγησε στη σύναψη του «Συμφώνου Σοφούλη – Σκλάβαινα», θεωρώντας ότι με αυτήν την πρωτοβουλία αποτρεπόταν ο κίνδυνος να εγκαθιδρυθεί φασιστική δικτατορία. Η προσπάθεια του ΚΚΕ για σύμπραξη με αστικές δυνάμεις, όχι μόνο δεν είχε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, αλλά αντίθετα καλλιέργησε αυταπάτες για την ίδια την αστική δημοκρατία και για τον ρόλο του κόμματος των Φιλελευθέρων. Αυτή η στρατηγική παρέδωσε την πρωτοβουλία των κινήσεων στα αστικά κόμματα και ιδιαίτερα στους Φιλελεύθερους, οι οποίοι ανοιχτά στήριζαν τη κυβέρνηση του Μεταξά και τις μεθόδους της για την συντριβή του εργατικού και επαναστατικού κινήματος.
Η εμπειρία του Μάη του 36, η εξέγερση αλλά και η ήττα της έδειξε για μια ακόμη φορά την αναγκαιότητα του επαναστατικού κόμματος με επαναστατική τακτική και στρατηγική για να νικήσει η χειραφετημένη εργατική τάξη.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 9-10 Μαΐου 2026















