Γιώργος Παυλόπουλος
Το ύψος των πολεμικών δαπανών δεν έχει φτάσει ακόμη στο επίπεδο που βρέθηκε στους δύο παγκόσμιους πολέμους, όταν ξεπέρασε το 50-60% του ΑΕΠ των άμεσα εμπλεκόμενων. Η τάση, ωστόσο, είναι ξεκάθαρη. Τα καπιταλιστικά κράτη συνειδητοποιούν ότι, τελικώς, θα λύσουν τις οικονομικές διαφορές τους με τα όπλα και προσαρμόζουν ανάλογα και εγκαίρως τις οικονομίες τους.
Μεγαλώνει διαρκώς το κόστος των πολέμων
Στα 25 δισ. ανέρχεται, μέχρι στιγμής, το κόστος του πολέμου στο Ιράν για τις ΗΠΑ, σύμφωνα με τον υπουργό Άμυνας, Πιτ Χέγκσεθ. Στην πραγματικότητα, βεβαίως, είναι πολύ μεγαλύτερο και δεν μετριέται μόνο σε δολάρια, καθώς έχει τρωθεί σοβαρά το κύρος και η ισχύς τους, έχοντας δει τις περισσότερες βάσεις τους στη Μέση Ανατολή να χτυπιούνται, δεκάδες μαχητικά και ελικόπτερα (επανδρωμένα και μη) να καταρρίπτονται ή να καταστρέφονται. Και ταυτόχρονα, τους Αμερικανούς να σαρώνονται από κύμα ακρίβειας και τα κράτη του Περσικού, που είναι σύμμαχοί τους, να απειλούνται με οικονομική καταστροφή.
Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με την πρόεδρο της Κομισιόν, το αντίστοιχο κόστος για την ΕΕ υπολογίζεται σε περίπου μισό δισ. ημερησίως. Κυρίως, εξαιτίας της μεγάλης αύξησης στις τιμές των εισαγόμενων καυσίμων – η οποία, όπως όλα δείχνουν, θα συνεχιστεί, καθώς ο Τραμπ προανήγγειλε «κλείσιμο επ’ αόριστο» των Στενών του Ορμούζ και εκτόξευσε νέες απειλές. Ως απάντηση, ενδεχομένως, στο «χαστούκι» που δέχθηκε από τον καγκελάριο της Γερμανίας, ο οποίος τον κατηγόρησε ότι επιτρέπει στην Τεχεράνη να «γελοιοποιεί» την Αμερική στις διαπραγματεύσεις.
Προφανώς, τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά για τις ΗΠΑ σε αυτό το μέτωπο και η εκεχειρία αποδεικνύεται «αδειανό πουκάμισο» – κάτι που ισχύει πολύ περισσότερο στον Λίβανο, όπου το Ισραήλ δεν σταμάτησε να βομβαρδίζει και να δολοφονεί ούτε μέρα. Έτσι, το σενάριο μιας νέας κλιμάκωσης φαίνεται να κερδίζει διαρκώς έδαφος, ειδικά καθώς Τραμπ και Νετανιάχου έχουν αποτύχει στους στόχους που είχαν θέσει εξαρχής.
Ο πόλεμος δεν είναι απλή ούτε εύκολη υπόθεση – μπορεί, ωστόσο, να αποδειχθεί εξαιρετικά επικερδής για κάποιους…
«Δίχως φρένα» η κούρσα των εξοπλισμών
Η «πολεμική οικονομία» δεν είναι ένας ακόμη θεωρητικός όρος ή μια προσπάθεια εντυπωσιασμού. Είναι μια πραγματικότητα την οποία η ανθρωπότητα βιώνει ήδη, όπως αποδεικνύουν τα στοιχεία, που δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφισβήτησης. Ο παγκόσμιος καπιταλισμός έχει εισέλθει σε μια νέα πολεμική περίοδο και ετοιμάζεται πυρετωδώς για τις αναμετρήσεις που θα κρίνουν το «ποιος, ποιον» και θα καθορίσουν τις νέες ισορροπίες ανάμεσα στα διάφορα κέντρα του και την επόμενη παγκόσμια τάξη πραγμάτων.
Αδιάψευστο μάρτυρα αποτελεί το γεγονός ότι όλα τα κράτη, χωρίς εξαίρεση, προσαρμόζουν ανάλογα τις οικονομίες τους και δαπανούν τεράστια κονδύλια για την απόκτηση και τη συντήρηση όσο το δυνατόν πιο ισχυρών μηχανών θανάτου, ικανών να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες και τις απαιτήσεις της νέας εποχής του πολέμου. Πρόκειται για ποσά τα οποία προφανώς αφαιρούνται από αλλού – από τη ζωή και το μέλλον των λαών, τους οποίους οδηγούν συνειδητά σε ατραπούς θανάτου.
Τα κίνητρά τους δεν αποτελούν μυστικό: Ορισμένα το κάνουν επιδιώκοντας να διατηρήσουν την ηγεμονία και το προβάδισμά τους σε επίπεδο στρατιωτικής ισχύος, ώστε να αντισταθμίσουν την οικονομική τους αποδυνάμωση (κυρίως οι ΗΠΑ). Άλλα εντείνουν την προσπάθειά τους για να φτάσουν την κορυφή και να είναι σε θέση να τα κοιτάξουν στα μάτια τη σημερινή υπερδύναμη (όπως η Κίνα, αλλά όχι μόνο). Υπάρχουν τέλος και εκείνα που επιχειρούν εναγωνίως να καλύψουν το χαμένο έδαφος δεκαετιών, στη διάρκεια των οποίων είχαν ρίξει το βάρος τους στις μπίζνες, με συνέπεια να μετατραπούν σε οικονομικούς γίγαντες που στηρίζονται στα πόδια ενός στρατιωτικού νάνου (χαρακτηριστικό παράδειγμα η Γερμανία).
Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι η εκρηκτική αύξηση των στρατιωτικών-πολεμικών δαπανών, σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη. Η πρόσφατη έκθεση του σουηδικού ινστιτούτου Sipri, που θεωρείται το πιο έγκυρο σε αυτόν τον τομέα, αποδεικνύει του λόγου το αληθές: Το 2025, το συνολικό ποσό παγκοσμίως αυξήθηκε για 11η συνεχόμενο έτος, κατά 2,9% σε σύγκριση με το 2024, για να αγγίξει τα 2,9 τρισ. δολάρια, που αποτελεί και νέο ρεκόρ. Πρέπει δε να θεωρείται βέβαιο ότι θα συντριβεί το 2026, καθώς μόνο οι ΗΠΑ έχουν προαναγγείλει (σύμφωνα με την πρόταση προϋπολογισμού που έχει καταθέσει ο Τραμπ) την αύξηση κατά 50% του σχετικού κονδυλίου, για να φτάσει στο 1,5 τρισ.!
Αξίζει να σημειωθεί πως η παραπάνω αύξηση θα έρθει μετά την περυσινή μείωση που καταγράφηκε στις ΗΠΑ, κατά 7,5%. Ήταν κάτι που έγινε στο φόντο τόσο των περικοπών στις κρατικές δαπάνες τις οποίες επέβαλε ο Ίλον Μασκ όσο και, κυρίως, της αυταπάτης του ίδιου του Τραμπ ότι θα μπορούσε να κλείσει τα διάφορα μέτωπα με υποσχέσεις για μπίζνες και για αμύθητα κέρδη, διατηρώντας παράλληλα την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ. Πολύ σύντομα, όμως, διαπίστωσε πως η δυναμική που έχει διαμορφωθεί οδηγεί τις εξελίξεις προς διαφορετική κατεύθυνση. Και πώς να γίνει διαφορετικά, άλλωστε, όταν ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει εισέλθει στον πέμπτο χρόνο του, ενώ το Ιράν αποδεικνύεται πολύ σκληρό καρύδι και απειλεί τους Αμερικανούς με μια ιστορικών διαστάσεων ταπείνωση.

Η τάση που επικρατεί αποτυπώνεται και στη μεγάλη αύξηση των στρατιωτικών δαπανών από τους πιο μεγάλους οικονομικούς ανταγωνιστές των ΗΠΑ για το 2025: αφενός την Κίνα, κατά 7,4% (επισήμως) και αφετέρου την Ευρώπη, κατά 14%. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο καθαρή με βάση τα στοιχεία σε βάθος δεκαετίας: Ενώ στο διάστημα 2016-’25 οι δαπάνες των ΗΠΑ αυξήθηκαν σωρευτικά κατά 11% και συνέχισαν να είναι με διαφορά οι μεγαλύτερες, το αντίστοιχο ποσοστό για την Κίνα έφτασε το 62% και για τη Ρωσία το 96% (λόγω και του πολέμου στην Ουκρανία), κάτι που σημαίνει πως αμφότερες κάλυψαν ένα μέρος της απόστασης.
Η ΕΕ επιδεικνύει εξοπλιστικό οίστρο, επιδιώκοντας να καλύψει το χαμένο έδαφος στον ανταγωνισμό. Ο πόλεμος εντάσσεται πλέον στο DNA της και της προσδίδει ανάλογα χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερης μνείας χρήζουν τα δεδομένα για την Ευρώπη, που είναι εντυπωσιακά και αποδεικνύουν πως η απόφαση για την πολεμική στροφή έχει παρθεί πολύ νωρίτερα από ό,τι θεωρούν οι περισσότεροι. Αποτελεί ουσιαστικά στρατηγική επιλογή για τις αστικές τάξεις της, που τρέχουν για να καλύψουν το χαμένο έδαφος, στο φόντο της όξυνσης των ενδοκαπιταλιστικών ανταγωνισμών, που βρίσκονται πίσω από τους πολέμους του κεφαλαίου και τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις.
Η Γερμανία, πιο ειδικά, αύξησε τις στρατιωτικές δαπάνες της κατά 118% την τελευταία δεκαετία, ενώ δίνει τον τόνο και για τα επόμενα χρόνια. Πράγματι, ενώ πέρυσι διέθεσε 114 δισ. ευρώ και βρέθηκε στην κορυφή της Ευρώπης και στην τέταρτη θέση παγκοσμίως σε απόλυτους αριθμούς, έχει θέσει στόχο να αγγίξει τα 200 δισ. ως το 2030 και να αποκτήσει ηγετικό ρόλο και σε αυτό το επίπεδο. Αυτό σημαίνει ότι στην πενταετία 2026-’30 θα δαπανήσει συνολικά σχεδόν 780 δισ., ποσό διπλάσιο σε σύγκριση με την αμέσως προηγούμενη.
Το παραπάνω σχέδιο δεν υλοποιείται, βεβαίως, χωρίς να προκαλεί τριγμούς και, όπως είναι αναμενόμενο, έχει σημάνει συναγερμό στον μεγαλύτερο ανταγωνιστή της Γερμανίας εντός ΕΕ, τη Γαλλία. Η βασική αιτία είναι ότι το Παρίσι έχει αυξήσει τις δικές του δαπάνες κατά «μόλις» 21% στο διάστημα 2016-’25, και διαβλέπει τον κίνδυνο να χάσει το μοναδικό σοβαρό προβάδισμα που διέθετε έναντι του Βερολίνου. Αυτός, πιθανότατα, είναι και ο λόγος που ο Μακρόν επιχειρεί να παίξει δυνατά το «χαρτί» των πυρηνικών, καθώς η χώρα του είναι η μοναδική που διαθέτει τέτοιο οπλοστάσιο στην ΕΕ.
Το σίγουρο, σε κάθε περίπτωση, είναι ότι η Γερμανία δεν αποτελεί εξαίρεση στην Ευρώπη, την οποία δείχνει να έχει κυριεύσει πολεμικός οίστρος. Την ίδια στιγμή, εξάλλου, διψήφια και ακόμη υψηλότερα ποσοστά αύξησης των στρατιωτικών τους δαπανών έχουν καταγράψει τη δεκαετία 2016-’25 πολλά ακόμη κράτη-μέλη της ΕΕ: Η Δανία (238%), η Πολωνία (207%), η Σουηδία (159%), το Βέλγιο (154%), η Ρουμανία (139%), η Ολλανδία (133%), η Τσεχία (110%) – ακόμη και η, κατά τα άλλα… φιλειρηνική, Ισπανία (122%).
Έκπληξη, τέλος, δεν προκαλεί ούτε το γεγονός ότι πολύ ψηλά στην κατάταξη του Sipri βρίσκονται και μια σειρά χώρες οι οποίες έχουν δεδηλωμένα βάλει πολύ ψηλά τον πήχη των φιλοδοξιών τους. Ανάμεσά τους η Τουρκία, η οποία διπλασίασε σχεδόν τις στρατιωτικές της δαπάνες την περίοδο 2016-’25 (94%), η Ιαπωνία (61%) που προσπαθεί να απαλλαγεί από τον βραχνά της ήττας και των ενοχών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Νορβηγία (166%) που θέλει να παίξει αναβαθμισμένο ρόλο στο ΝΑΤΟ και έχει χρήμα να διαθέσει. Και φυσικά το κράτος-τρομοκράτης (120%), που προετοιμαζόταν συστηματικά και αδιάκοπα για την επιχείρηση με κωδικό «Νέα Μέση Ανατολή», που περιλαμβάνει τη γενοκτονία των Παλαιστινίων και την προσάρτηση των κατεχόμενων εδαφών τους, την εισβολή στη Συρία και τον νότιο Λίβανο, την επίθεση κατά του Ιράν – όλα τα βήματα, δηλαδή, που απαιτεί η δημιουργία του «Μεγάλου Ισραήλ».
Ελντοράντο για τις πολεμικές βιομηχανίες
Το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα παίρνει το πάνω χέρι
Οι εξελίξεις που περιγράφηκαν παραπάνω οδηγούν, εκτός των άλλων, στο συμπέρασμα ότι ο πολεμικός καπιταλισμός ισοδυναμεί με ένα Ελντοράντο για τις πολεμικές βιομηχανίες. Το αποδεικνύουν, άλλωστε, οι επιδόσεις τους τα τελευταία χρόνια, αποτυπώνοντας τη ραγδαία ενίσχυση του αποκαλούμενου «στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος» και την αναβάθμιση του ρόλου του σε ολόκληρο το οικοδόμημα.
Τα στοιχεία από το χρηματιστήριο του πολέμου μιλούν από μόνα τους: Ο αμερικανικός δείκτης S&P 500 για τις «αμυντικές» βιομηχανίες έχει ενισχυθεί μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία κατά 120%, ενώ ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός (Stoxx Europe) κατά 600%! Στο ίδιο ακριβώς διάστημα, η μετοχή της γαλλικής Thales έχει ενισχυθεί κατά 110%, της βρετανικής BAE κατά 285% και της γερμανικής Rheinmetall κατά… 1.200%!
Σε αυτό το φόντο, για τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες το πρόγραμμα ReArm Europe των 800 δισ. ευρώ, όπως άλλωστε και το SAFE των 150 δισ., ισοδυναμούν με μελωδία κερδών στα αυτιά τους. Παράλληλα δε, έχουν πυροδοτήσει έναν άγριο εμφύλιο ανάμεσά τους για το ποια θα διασφαλίσει το μεγαλύτερο κομμάτι από την πίτα, όπως αποτυπώνεται και στη γαλλογερμανική κόντρα για το μαχητικό της επόμενης γενιάς.
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, την ίδια στιγμή, η εικόνα είναι ανάλογη. Ενδεικτικό του κλίματος είναι το γεγονός ότι η κυβέρνηση έχει ήδη καταθέσει αίτημα στις μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες, με το οποίο τους ζητά να μετατρέψουν μέρος της γραμμής παραγωγής τους σε «αλυσίδα» πυρομαχικών. Όσο για τον εμφύλιο, έχει ξεκινήσει και στις ΗΠΑ, αν και για την ώρα δείχνει κυρίως να επικεντρώνεται στην αλληλοσφαγή μεταξύ των ομίλων της «τεχνητής νοημοσύνης» για να συνάψουν τα καλύτερα συμβόλαια με το Πεντάγωνο.

Η μικρή Ελλάδα με το μεγάλο «πορτοφόλι»
Οι μικροί με τις ανεκπλήρωτες μεγάλες ιδέες είναι συνήθως οι πιο αδίστακτοι και επικίνδυνοι. Κι αυτό επιβεβαιώνεται και στην περίπτωση της Ελλάδας, το κεφάλαιο και η αστική τάξη της οποίας μοιάζουν να έχουν βάλει τον πήχη πολύ ψηλά, επιδιώκοντας να αποκομίσουν όσο το δυνατόν περισσότερα οφέλη από τη βίαιη αλλαγή του παγκόσμιου χάρτη και τους πολέμους στη γειτονιά. Για να το πετύχουν δε, προσαρμόζονται ταχύτατα στους κανόνες της πολεμικής οικονομίας και έχουν βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη του λαού, στερώντας τον από νοσοκομεία και σχολεία και καταδικάζοντας μεγάλο μέρος του στην πείνα, για να αγοράσουν όπλα. Έχοντας πάντα, βεβαίως, το βλέμμα στραμμένο στον ανταγωνισμό με την Τουρκία, έστω κι αν στην πράξη φρεγάτες και μαχητικά επιχειρούν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Sipri, λοιπόν, η Ελλάδα βρέθηκε πέρυσι στην 34η θέση παγκοσμίως με βάση τις πολεμικές της δαπάνες σε απόλυτους αριθμούς – αν και το ΑΕΠ της την κατατάσσει στην 50η θέση – οι οποίες έφτασαν τα 8,4 δισ. δολάρια (7,2 δισ. ευρώ), ποσό που αντιστοιχεί στο 3% του ΑΕΠ. Η αύξηση σε σύγκριση με το 2024 είναι της τάξης του 5,6%, ενώ σε βάθος δεκαετίας η σωρευτική αύξηση των συγκεκριμένων δαπανών ανήλθε στο 35%. Σημειώνεται, μάλιστα, ότι το ύψος τους παρέμενε μεγάλο διαχρονικά, παρά τις περικοπές σε άλλα κρατικά κονδύλια στη διάρκεια της κρίσης – για του λόγου το αληθές, το 2016 ανέρχονταν στο 2,6% του ΑΕΠ.
Τα εξοπλιστικά προγράμματα δε που έχουν ανακοινωθεί προδιαγράφουν περαιτέρω αύξηση για τα επόμενα χρόνια, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.












