Ματίνα Παπαχριστούδη
Υπάρχει ένα ερώτημα που αξίζει να ερευνηθεί: Γιατί η πλειονότητα των ελληνικών τηλεοπτικών σταθμών ξεπερνά ακόμη και την αμερικάνικη πολεμική προπαγάνδα και τη χυδαία ισραηλινή παραπληροφόρηση; Και γιατί έχουν ξεπεράσει ακόμη και τη ξεδιάντροπη στράτευσή τους στο μνημονιακό μπλοκ του 2015;
Τα δημοσιογραφικά στελέχη προφανώς και διαβάζουν – όπως και το μεγαλύτερο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας – σε ιστοσελίδες και ψηφιακά Μέσα διαφορετικές πληροφορίες και απόψεις. Προτιμούν, όμως, την αυτογελοιοποίησή τους, παρουσιάζοντας με ηρωικούς τόνους τους βομβαρδισμούς ως «χειρουργικά χτυπήματα», μεταδίδοντας χοντροκομμένες ψευδείς ειδήσεις της ισραηλινής πρεσβείας, αποφεύγοντας τα σχόλια για τον βομβαρδισμό του σχολείου με θύματα 160 και πλέον μαθήτριες. Επιτρέπουν σε πολεμοχαρείς εμπόρους θανάτους να χρησιμοποιούν τον απαξιωτικό χαρακτηρισμό «μουλάδες του Ιράν», επιλέγουν κάθε ημέρα να έχουν βήμα οι λίγοι «εξόριστοι του ιρανικού καθεστώτος» που παρουσιάζονται ως ηχηρή “αντίσταση”, με αλαλαγμούς χαράς για τους βομβαρδισμούς.
Κι όμως. Τη στιγμή που στα εγχώρια κανάλια παρουσιάζονταν με διθυράμβους η εμπλοκή της χώρας στον πόλεμο ΗΠΑ-Ισραήλ στη Μέση Ανατολή, με την αποστολή της φρεγάτας «Κίμων», των F-16 και των Πάτριοτ, στα αμερικάνικα μίντια ακούγονταν και διαφορετικές απόψεις. Υπάρχει, άραγε, εγχώριο Μέσο που θα τολμούσε να φιλοξενήσει τον πρέσβη του Ιράν, στα πρότυπα του αμερικάνικου NBC που έδωσε βήμα στον Ιρανό υπουργό Εξωτερικών (η συνέντευξη του οποίου δημοσιεύθηκε και σε πολλές ελληνικές ιστοσελίδες);
Γνωρίζουν κάτι για τις δηλώσεις Αμερικανών γερουσιαστών ότι ο αριθμός των νεκρών στρατιωτών δεν είναι οκτώ, τους κάνει εντύπωση ότι ο Τραμπ κάνει κάθε ημέρα άλλη δήλωση; Δίνουν σημασία στο γεγονός ότι στις ΗΠΑ η συντριπτική πλειονότητα είναι κατά του πολέμου, ενώ τα ΜΜΕ αναλύουν τις οικονομικές επιπτώσεις για τη χώρα; Προφανώς, επίσης, ξέρουν καλά ότι σε Ισραήλ, Ιράν, Κουβέιτ, Σαουδική Αραβία, έχει επιβληθεί καθεστώς στρατιωτικής λογοκρισίας, ότι όλες οι ενημερώσεις ελέγχονται. Σε διαφορετική περίπτωση, θα είχαν συλληφθεί οι ανταποκριτές τους, όπως συνέβη με τους δημοσιογράφους του CNN Turk.
Η πιο προφανής απάντηση στο αρχικό ερώτημα, λοιπόν, είναι ότι τα ελεγχόμενα τηλεοπτικά Μέσα δεν νοιάζονται καν να κρατήσουν τα προσχήματα «ουδετερότητας» ή δεοντολογίας. Δεν προσποιούνται πια, δεν θέλουν να κατασκευάσουν κλίμα συναίνεσης. Τάχθηκαν ανοιχτά με την ξετσίπωτη παγκόσμια τυραννία.
Eιδήσεις πίσω από τις κάμερε
Έξι μήνες μετά τη συμφωνία πώλησης της Εφημερίδας των Συντακτών και τρεις μετά την αλλαγή καθεστώτος, η νέα ιδιοκτησία Μελισσανίδη καταπάτησε τους όρους της. Η στόχευση για πλήρη έλεγχο στο περιεχόμενο και τους δημοσιογράφους της εφημερίδας σφραγίστηκε από την εκδικητική απόλυση του Μάριου Διονέλλη και τις τέσσερις ακόμη που ακολούθησαν – μεταξύ αυτών του Τάσου Τσακίρογλου, που έστησε την ιστοσελίδα της εφημερίδας και ήταν 10 χρόνια αρχισυντάκτης.
Η ιδιοκτησία Μελισσανίδη, με το 51% των μετοχών της εκδοτικής εταιρείας που κατέχει, δεν αναγνωρίζει τον όρο περί «διατήρησης των θέσεων εργασίας για δυο χρόνια» και για «απολύσεις μόνο για σπουδαίο λόγο», δηλώνοντας πως ο Συνεταιρισμός, που κατέχει το 43%, μπορεί να διαλυθεί. Η δε πρωτοβουλία 60 εργαζομένων να υπογράψουν κείμενο, ζητώντας παρέμβαση των συνδικαλιστικών ενώσεων, προκάλεσε την οργή της εργοδοσίας που απείλησε με νέες απολύσεις.
Η ΕΣΗΕΑ, μετά από συνάντηση με τον εκπρόσωπο της εργοδοσίας και τον διευθυντή της εφημερίδας η οποία ζητήθηκε από τους εργαζόμενους, αρκέστηκε σε μια «φιλική προειδοποίηση» ότι θα γίνει απεργία αν υπάρξουν νέες απολύσεις. Αυτό, ωστόσο, που διακυβεύεται στην ΕφΣυν είναι η καθυπόταξη της συντακτικής ελευθερίας και ο έλεγχος του δημοσιογραφικού περιεχομένου. Όπως το θέτει η εργοδοσία, η εφημερίδα οφείλει να είναι φιλική προς τους επιχειρηματίες.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 14-15 Μαρτίου 2026













