Γιάννης Ελαφρός
Όλο και περισσότερος κόσμος και ειδικά οι αναδυόμενες πρωτοπορίες των αγώνων συνειδητοποιούν πως είναι «κάτι πιο βαθύ που τους λερώνει», βρίσκονται απέναντι συνολικά στην επίσημη πολιτική και τους θεσμούς και θεωρούν την κοινοβουλευτική αντιπολίτευση μέρος του προβλήματος. Αυτό συχνά οδηγεί στην απογοήτευση, αλλά αφήνει ανοικτή τη δυνατότητα επίδρασης της ανατρεπτικής Αριστεράς.
Φθαρμένη κυβέρνηση, ανύπαρκτη αντιπολίτευση
Υπάρχει ένα πολιτικό παράδοξο στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση βρίσκεται σε παρατεταμένη φθορά, αδυνατισμένη, έτσι ώστε κάθε πολιτικό τραύμα να είναι επώδυνο (βλ. ΕΛΤΑ). Από την άλλη δεν υπάρχει εναλλακτική λύση κοινοβουλευτικού τύπου, καθώς το δεύτερο κόμμα (όποιο κι αν είναι αυτό) βρίσκεται ακόμα πιο χαμηλά. Αποτέλεσμα; Πρώτο κόμμα στις δημοσκοπήσεις βγαίνει «ο κανένας» και το «χάος» θεωρείται προτιμητέο από τον Μητσοτάκη…
Παρότι η κυβέρνηση είναι πληγωμένη προσπαθεί να προχωρήσει το αντιδραστικό της πρόγραμμα, να κάνει τη βρόμικη δουλειά για το κεφάλαιο, την ΕΕ και τις ΗΠΑ, έτσι ώστε να διατηρεί τη στήριξή τους, που γίνεται πιο απαραίτητη, όσο αδυνατίζει στον λαό. Γι’ αυτό γίνεται ιδιαίτερα επικίνδυνη. Ωστόσο, σε κέντρα της αστικής τάξης υπάρχει προβληματισμός για το έλλειμμα αστικής εναλλακτικής, γεγονός που πλήττει την ισορροπία του πολιτικού συστήματος απέναντι σε πιθανές κοινωνικές εντάσεις. Ο Β. Βενιζέλος είπε πρόσφατα πως «η χώρα είναι μη κυβερνήσιμη». Ταυτόχρονα, και το ανεξέλεγκτο του Μητσοτάκη και του κύκλου του δεν θεωρείται ιδανική συνθήκη.
Σε αυτές τις συνθήκες τα μαγειρεία του συστήματος έχουν πάρει μπρος, με πολλαπλά εργαστήρια παρασκευής νέων κομμάτων, είτε με ξαναπλασάρισμα παλιών υλικών (βλέπε Τσίπρας), είτε με αναζήτηση νέου αίματος. Ο κατακερματισμός είναι μεγάλος στη συστημική αντιπολίτευση, χωρίς όμως να υπάρχει κάποια έμπνευση για κάτι ανερχόμενο. Η κατάσταση αυτή, που αφήνει την κοινωνική αντιπολίτευση χωρίς πολιτικό καπέλο, δεν είναι σίγουρο πως θα διαρκέσει πολύ. Η ανατρεπτική και αντικαπιταλιστική Αριστερά οφείλει να συνδυάσει σε ανώτερο επίπεδο και πολύ πιο αποτελεσματικά την κοινωνική και πολιτική της παρέμβαση.
Οι νέες τάσεις ριζοσπαστικοποίησης
Οι μέρες μιας σχετικής κανονικότητας έχουν περάσει. Παλιότερα το πολιτικό σκηνικό σε εθνικό και διεθνές επίπεδο έμοιαζε με απάνεμη θάλασσα, όπου οι μεταβολές ήταν αργόσυρτες και οι θύελλες σπάνιες. Σήμερα ο καιρός φέρνει τρικυμίες, αναπάντεχα γεγονότα και κάθε είδους ανατροπές πολύ πιο συχνά. Πέρα από τις μονόχρωμες αναγνώσεις, είτε του πανικού είτε της χαζοχαρούμενης αισιοδοξίας, η πραγματικότητα και διεθνώς και στην Ελλάδα είναι αυτή της κοινωνικής και πολιτικής πόλωσης. Οι κοινωνίες δεν γίνονται εν συνόλω συντηρητικές ή ακροδεξιές, όσο κι αν η ακροδεξιά σε όλες τις εκδοχές ενισχύεται ιδιαίτερα (και στην Ελλάδα), ως πολιτικός εκφραστής της στροφής του ολοκληρωτικού καπιταλισμού προς την άγρια εκμετάλλευση, τον ανταγωνισμό και τον πόλεμο, τον αντιδημοκρατικό δεσποτισμό, τον εθνικισμό και τον σκοταδισμό.
Ωστόσο, η βαρβαρότητα της επίθεσης (που υλοποιείται από τις αστικές κυβερνήσεις όλων των πτερύγων της κυρίαρχης πολιτικής) προκαλεί όχι μόνο αντιστάσεις, αλλά και τάσεις αριστερόστροφης ριζοσπαστικοποίησης, καθώς όλο και περισσότεροι/ες συνειδητοποιούν πως απέναντι στη σκληρή επίθεση του κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού απαιτείται μια μαχητική απάντηση. Το βλέπουμε και διεθνώς, αλλά και στην Ελλάδα με τις τεράστιες κινητοποιήσεις και απεργίες για τα Τέμπη, το μαχητικό κι επίμονο κίνημα για την Παλαιστίνη, που πολιτικοποιείται, με το περήφανο κίνημα στην εκπαίδευση, αλλά και με απεργίες σε χώρους δουλειάς, αντικατασταλτικές μάχες κλπ.
Δημιουργούνται «ρεύματα αγώνα και αναζητήσεις που σε πρώτη φάση τοποθετούνται αντί-ακροδεξιά, φεμινιστικά, υπέρ του περιβάλλοντος, υπέρ της ειρήνης κλπ, χωρίς να μπορούν να υπερβούν τον γενικό ορίζοντα του συστήματος, λόγω της αδύναμης εμφάνισης και επίδρασης της επαναστατικής κομμουνιστικής αριστεράς», σημειώνεται στην πρόσφατη Απόφαση της Πολιτικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης.
Βάση της πολιτικής πόλωσης είναι η κοινωνική πόλωση. Πίσω από τη βιτρίνα της «ανάπτυξης» στην Ελλάδα διευρύνονται οι ταξικές αντιθέσεις, με τα κέρδη του κεφαλαίου να αυξάνονται και το μερίδιο των μισθών να συμπιέζεται. Η εκμετάλλευση απογειώνεται και οι εργαζόμενοι/ες δεν μπορούν να βγάλουν τον μήνα. «Πίσω από τη μακροοικονομική πρόοδο κρύβεται ένα ανησυχητικό φαινόμενο. Η απόσταση ανάμεσα στην οικονομική ανάκαμψη και την κοινωνική ευημερία […] Η Ελλάδα κατατάσσεται 26η – προτελευταία – ως προς το κατά κεφαλήν εισόδημα σε μονάδες αγοραστικής δύναμης. Ο μέσος μισθός του 2024 σε πραγματικούς όρους είναι σχεδόν 30% χαμηλότερος από εκείνον του 2008. Επτά στους δέκα νέους δηλώνουν ότι δεν μπορούν να αποταμιεύσουν ούτε 100 ευρώ τον μήνα, ενώ το πλουσιότερο 1% των ενηλίκων κατέχει περίπου 375 δισ. ευρώ, δηλαδή το 30% του ιδιωτικού πλούτου της χώρας». Τάδε έφη ο υπεράνω κάθε αντικαπιταλιστικής υποψίας Μιχάλης Σάλλας, επίτιμος πρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς.
«Στον κόσμο συνυπάρχει η διαμαρτυρία με την απογοήτευση, η οργή με την απόγνωση, η κινητοποίηση με την απόσυρση, η αδυναμία προοπτικής στον ορίζοντα», σημείωνε η Π.Ε. της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης. Η κοινοβουλευτική αντιπολίτευση και τα νέα ή αναπαλαιωμένα εγχειρήματα πολιτικής εκπροσώπησης αδυνατούν και δεν θέλουν να επικοινωνήσουν με τις ριζοσπαστικές τάσεις που διαμορφώνονται, ενισχύουν όλα τα καθηλωτικά στοιχεία. Ενώ τα πιο δυναμικά στοιχεία μετατοπίζονται προς «τα άκρα», αναζητώντας πιο ριζικές απαντήσεις, οι πολιτικο-κομματικές προτάσεις για να καλυφθεί η κρίση κομματικής εκπροσώπησης είναι μνημείο παλαιο-κομματισμού. Συνωστισμός στο κέντρο και στην εκπροσώπηση του λεγόμενου «μεσαίου χώρου» (μια αστική μιντιακή κατασκευή), κόμματα προσωποπαγή και σωτήρων, χωρίς πολιτικές – κινηματικές βάσεις, μακριά από το πνεύμα μιας νέας συλλογικότητας «από τα κάτω» που συγκινεί τα υπόγεια ρεύματα που αναβλύζουν, ασφυκτικά εγκλωβισμένα στη θεσμική διεκδίκηση ενός αφηρημένου «κράτους δικαίου» και μιας δικαιοσύνης σε συνθήκες κυριαρχίας της αχαλίνωτης αγοράς, του κέρδους και των ιδιωτικοποιήσεων (που παράγουν σκάνδαλα και εγκλήματα), εντός της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.
Απουσιάζει από την πολιτική πασαρέλα το κοινωνικό ζήτημα και ειδικά οι ζωτικές ανάγκες της εργατικής τάξης και της νέας γενιάς που έχουν αποδειχθεί ως καταλυτικοί παράγοντες για την αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών (ένα παράδειγμα είναι και οι εκλογές στη Νέα Υόρκη), καθώς και κάθε αναφορά σε ρήξη με το δημοσιονομικό σφαγείο και την πολεμική οικονομία της ΕΕ και τα επικίνδυνα σχέδια του ΝΑΤΟ, που αποτελούν το γενικό πλαίσιο, που χωρίς ανατροπή του δεν υπάρχει ουσιαστική αλλαγή.
Ενώ τα πιο δυναμικά κοινωνικά στοιχεία μετατοπίζονται προς «τα άκρα», αναζητώντας πιο ριζικές απαντήσεις, οι κυρίαρχες πολιτικές προτάσεις είναι μνημείο παλαιο-κομματισμού και συνωστίζονται στο κέντρο
Στο πλαίσιο αυτό η κεντροαριστερή αντιπολίτευση και οι φιλόδοξοι σωτήρες θεωρούν πως κάτω από τον στόχο «Να φύγει η Δεξιά» ή και μόνο «Να φύγει ο Μητσοτάκης» μπορούν να κινητοποιήσουν τον κόσμο και γι’ αυτό διαγκωνίζονται για το ποιος/α είναι πιο κατάλληλος να το εκφράσει. Όσο μισητή κι αν είναι η κυβέρνηση Μητσοτάκη σε ευρύτερα λαϊκά στρώματα φαίνεται πως δεν αρκούν αυτοί οι στόχοι για να προκαλέσουν μια ευρύτερη κινητοποίηση, στον βαθμό που δεν συγκρούονται με το ευρύτερο πλέγμα κυριαρχίας (καπιταλιστικών) συμφερόντων και το φθαρμένο πολιτικό-κομματικό σύστημα. Όλο και περισσότερος κόσμος και ειδικά οι αναδυόμενες πρωτοπορίες των αγώνων συνειδητοποιούν πως είναι «κάτι πιο βαθύ που μάς λερώνει», βρίσκονται απέναντι συνολικά στην επίσημη πολιτική και τους θεσμούς και θεωρούν την κοινοβουλευτική αντιπολίτευση μέρος του προβλήματος. Αυτό συχνά οδηγεί στην απογοήτευση και στην απόσυρση από τη συνολική πολιτική πάλη, αλλά αφήνει ανοικτή τη δυνατότητα επίδρασης ανατρεπτικών αριστερών τάσεων.
Κοντολογίς σε μια εποχή που οι δυναμικές κοινωνικές τάσεις που μπορεί να κάνουν τη διαφορά αναζητούν πιο ριζικές πολιτικές απαντήσεις, με έμφαση στο κοινωνικό πρόβλημα και στη ρήξη με αυτό που καταλαβαίνουν ως «σύστημα», το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ, η Πλεύση Ελευθερίας, η Νέα Αριστερά, ο Τσίπρας και άλλοι σωτήρες εμφανίζονται ως φορείς εξυγίανσης των θεσμών του συστήματος, πάντα εντός της κυρίαρχης πολιτικής του κεφαλαίου, της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Γι’ αυτό και δεν μπορούν να συνεγείρουν.
Επιπλέον, ενώ η κυβέρνηση λεηλατεί εδώ και τώρα τις ζωές μας και περνά μια σειρά υπερ-αντιδραστικά μέτρα η πολιτική στρατηγική της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης βλέπει τις εκλογές του 2027, ως μέσο για την ήττα της ΝΔ, επιφυλάσσοντας μέχρι τότε συνθήκες κινηματικής και πολιτικής νηνεμίας. Με αυτό τον τρόπο βέβαια μπορεί και η κυβέρνηση να προωθεί τα σχέδιά της (επιδιώκοντας να είναι σε καλύτερη θέση στις εκλογές) και τα αστικά κέντρα δοκιμάζουν τα παιχνίδια τους και η θέση των εργαζομένων χειροτερεύει.
Το ΚΚΕ από την άλλη δεν ιεραρχεί τον στόχο ανατροπής της κυβέρνησης και της πολιτικής της «από τα κάτω και τ’ αριστερά» θεωρώντας πως δημιουργεί αυταπάτες, μένοντας στην προπαγάνδα ενός «κατεψυγμένου» σοσιαλισμού.
Η Κομμουνιστική Απελευθέρωση από την πλευρά της θέτει έτσι τον αναγκαίο πολιτικό στόχο σήμερα: Μαζικός – λαϊκός ξεσηκωμός για την ανατροπή της αστικής – κυβερνητικής πολιτικής και της κυβέρνησης, για κατακτήσεις υπέρ του λαού, με όπλο ένα σύγχρονο πρόγραμμα αντικαπιταλιστικής ρήξης και ανατροπής και υποκείμενο ένα μαχητικό και πολιτικό εργατικό κίνημα και ισχυρή αντικαπιταλιστική – κομμουνιστική αριστερά. Όχι στη κοινοβουλευτική – εκλογική αναμονή. Συγκέντρωση κοινωνικό-πολιτικών δυνάμεων για αυτό τον στόχο.
Το αριστερό «παράδοξο»
Λάθος συμπεράσματα από το 2015 αναπαράγουν το αριστερό ΤΙΝΑ
Δέκα χρόνια μετά το 2015 η υλοποίηση από την κυβέρνηση Τσίπρα της μνημονιακής βαρβαρότητας εξακολουθούν να βαραίνουν στη σκέψη και στη δράση της Αριστεράς. Η ήττα του συγκλονιστικού κινήματος κατά των μνημονίων οδήγησε σε λάθος συμπεράσματα μεγάλο μέρος των δυνάμεων και των αγωνιστών. Ενώ η ζωή έδειξε πως χωρίς αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα πάλης και μια πολιτική γραμμή ρήξης με την ΕΕ και το κεφάλαιο, με ευρεία στηρίγματα στο μαχητικό εργατικό κίνημα, την ανυπότακτη νεολαία και τον οργανωμένο λαό δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική βελτίωση της κατάστασης κυριάρχησαν δεξιά και «αριστερά» ΤΙΝΑ («δεν υπάρχει εναλλακτική»). Κι ακόμα, ενώ αναδείχθηκε πως είναι αναγκαίο ένα νέο επαναστατικό σχέδιο για τον σοσιαλισμό-κομμουνισμό της εποχής μας, τα διάφορα ρεύματα της Αριστεράς επιχειρούν είτε να εξωραΐσουν τον υπαρκτό καπιταλισμό είτε να αναπαλαιώσουν τον «υπαρκτό σοσιαλισμό».
Τα στελέχη του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα κι όσοι συμμετέχουν στη Νέα Αριστερά, συνεχίζουν να υπερασπίζονται το έργο της μνημονιακής αστικής κυβέρνησης 2015-2019. Διασπάσεις του ΣΥΡΙΖΑ από τα αριστερά, παρά θετικές πρώτες διακηρύξεις –που έθεταν για παράδειγμα ως βασική προϋπόθεση τη ρήξη-έξοδο από την ΕΕ- τώρα ακολουθούν τον υπουργό Οικονομικών της 20ης Φλεβάρη 2015 και το ΜέΡΑ25 που θέλει να μεταρρυθμίσει την ΕΕ! Άλλες δυνάμεις, κάποιες ανήκαν τότε στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με κομμουνιστική μάλιστα αναφορά και με δράση στο κίνημα, αναζητούν έναν ενδιάμεσο ρόλο μεταξύ ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ρεφορμιστικής Αριστεράς, θεωρώντας τώρα «σεχταριστικό» το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα. Το ΚΚΕ αισθάνθηκε δικαιωμένο από την κατάρρευση ΣΥΡΙΖΑ, βουλιάζοντας ακόμα περισσότερο σε μια γραμμή μη σύγκρουσης και μη ανατροπής, βγάζοντας στα λόγια φλας αριστερά για να στρίψει δεξιά. Συνολικά, υπάρχει κι εδώ ένα παράδοξο: Ενώ υπάρχουν τάσεις ριζοσπαστικοποίησης οι περισσότεροι φορείς της Αριστεράς περί άλλα τυρβάζουν…

Δυνατότητες και νέες προκλήσεις για την άλλη Αριστερά
Η αντικαπιταλιστική και σύγχρονα κομμουνιστική Αριστερά οφείλει να αναγνώσει την πραγματικότητα αρνούμενη τα διάφορα ΤΙΝΑ, με κύριο στοιχείο την ανίχνευση και αξιοποίηση των νέων δυνατοτήτων (αυτό είναι βασικό σε όσους θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο), με σταθερή άρνηση ωστόσο των αυταπατών, των «ευκολιών» («να βρούμε έναν Μαμντάνι να σωθούμε») και της ρεφορμιστικής δορυφοροποίησης.
Υπάρχει το ερώτημα εσείς τι κάνετε και πόσο συνεισφέρετε; Δεν υπάρχει αμφιβολία πως και οι δικές μας προσπάθειες δεν είναι επαρκείς (και δεν είναι μόνο θέμα ποσότητας) κι απαιτείται μια συνολική αναγεννητική διαδικασία στην αντικαπιταλιστική Αριστερά, για να ανταποκριθεί στις νέες συνθήκες. Η Κομμουνιστική Απελευθέρωση έκανε ένα βήμα με τη συγκρότηση της νέας οργάνωσης για μια σύγχρονη κομμουνιστική πολιτική παρέμβαση, ξεκινώντας την επεξεργασία ενός προγράμματος εργατικής εξουσίας-δημοκρατίας στην εποχή μας, βάση για τη διαμόρφωση του αντίπαλου δέους στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό.
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με τη θετική παρακαταθήκη πως είναι σταθερά στη «σωστή πλευρά της ιστορίας» και οι αγωνιστές/στιές της στην πρώτη γραμμή των αγώνων, καλείται το επόμενο διάστημα να συμβάλλει στην ευρύτερη συσπείρωση ενός αντικαπιταλιστικού, αντί-ΕΕ δυναμικού. Η 6η συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να σφραγιστεί από την προσπάθεια ανασυγκρότησης της αντικαπιταλιστικής αριστεράς και του πολιτικού της μετώπου στις νέες συνθήκες, όπου προβάλλουν μεγαλύτερες δυνατότητες. Δεν αρκεί στη σημερινή εποχή η στασιμότητα και η παραμονή σε «αυτό που έχουμε». Η σημερινή ΑΝΤΑΡΣΥΑ «δεν μας αξίζει», είναι πολύ πιο πίσω από τις ανάγκες λαού και νεολαίας. Αυτή η εκτίμηση, οδηγεί στην αναγκαιότητα τολμηρών και αποφασιστικών βημάτων, μιας τομή στο αντικαπιταλιστικό πολιτικό μέτωπο.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 8-9 Νοεμβρίου
















