Παναγιώτης Ξοπλίδης
Η ιμπεριαλιστική επίθεση στο Ιράν και τα πορτρέτα του Σάχη σε διαδηλώσεις, έφεραν στο προσκήνιο το σκοτεινό παρελθόν της χώρας, το οποίο εξωραΐζεται από την δυτική προπαγάνδα ως όπλο για την επιστροφή ενός αντιδραστικού, αιματοβαμμένου καθεστώτος. Κι αυτό διότι από την άνοδο του Ρεζά Σαχ Παχλαβί το 1925 έως την ανατροπή του γιου του, Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί, το 1979, το ιρανικό κράτος οικοδομήθηκε πάνω στην βάρβαρη καταστολή των λαϊκών κινημάτων και στη βαθιά εξάρτηση, αρχικά από τη Βρετανία και στη συνέχεια από τις ΗΠΑ.
Ο Ρεζά Σαχ, ιδρυτής της δυναστείας των Παχλαβί, επιδίωξε να δημιουργήσει ένα ισχυρό εθνικό κράτος με κοσμικό χαρακτήρα, περιορίζοντας την ισχύ των τοπικών αρχόντων και του κλήρου. Ωστόσο, η εκσυγχρονιστική του ατζέντα συνοδεύτηκε από απαγόρευση των πολιτικών κομμάτων, λογοκρισία και διώξεις εθνικών μειονοτήτων. Κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από τους Βρετανούς και τους Σοβιετικούς, που κατέλαβαν το Ιράν για στρατηγικούς λόγους, ενώ τη θέση του πήρε ο γιος του, Μοχάμεντ Ρεζά.
Η κρίσιμη καμπή ήρθε τη δεκαετία του 1950 με την άνοδο στην εξουσία του πρωθυπουργού Μοχάμεντ Μοσαντέκ και του ρεύματος που αυτός εκπροσωπούσε. Αν και αστικής καταγωγής, ο Μοσαντέκ ακολούθησε μια αντιιμπεριαλιστική πολιτική, που αποτέλεσε ουσιαστικά προοίμιο του νασερισμού και του αραβικού σοσιαλισμού στις γειτονικές χώρες της Μέσης Ανατολής. Προχώρησε στην εθνικοποίηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας, σε σύγκρουση με τα συμφέροντα της βρετανικής Anglo-Iranian Oil Company. Η σύγκρουση κορυφώθηκε το 1953, όταν με την επιχείρηση «Άγιαξ», η οποία οργανώθηκε από τη CIA και τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες, ο εκλεγμένος πρωθυπουργός ανατράπηκε και φυλακίστηκε. Ήταν ένα πραξικόπημα που αποκατέστησε την απόλυτη εξουσία του Σάχη στο Ιράν και σφράγισε την ακόμα πιο βαθιά εμπλοκή των ΗΠΑ στη χώρα.

Μετά την εξέλιξη αυτή, το καθεστώς μετατράπηκε σε βασικό πυλώνα της αμερικανικής στρατηγικής στην περιοχή. Το Ιράν αποτέλεσε σύμμαχο-κλειδί των ΗΠΑ στον Ψυχρό Πόλεμο, εξοπλίστηκε μαζικά με αμερικανικά όπλα (ακόμα και με πυρηνική τεχνολογία, που έχει τις ρίζες της σε σχετική συμφωνία του 1957) και λειτούργησε ως ανάχωμα απέναντι στη Σοβιετική Ένωση και τα αραβικά εθνικιστικά και σοσιαλιστικά κινήματα. Παράλληλα, ανέπτυξε στενή συνεργασία με το κράτος του Ισραήλ, ιδιαίτερα στον τομέα των μυστικών υπηρεσιών και της ασφάλειας, σε μια περίοδο που οι αραβικές χώρες βρίσκονταν σε μετωπική σύγκρουση μαζί του.
Στο εσωτερικό, υπό την πίεση του λαϊκού κινήματος το οποίο είχε φέρει στην εξουσία τον Μοσαντέκ, ο Σάχης προώθησε σειρά μεταρρυθμίσεων, όπως αγροτική αναδιανομή, πρόσβαση στην εκπαίδευση και ενίσχυση των δικαιωμάτων των γυναικών. Ωστόσο, η εκκοσμίκευση επιβλήθηκε από τα πάνω, χωρίς λαϊκή συμμετοχή και συνοδεύτηκε από τον ασφυκτικό έλεγχο της διαβόητης μυστικής αστυνομίας SAVAK, που βασάνιζε, φυλάκιζε και δολοφονούσε αντιφρονούντες. Σημειώνεται πως η SAVAK εκπαιδεύτηκε από τη CIA και τη Μοσάντ και στις δεκαετίες ’60-’70 εφάρμοσε τις πλέον βάρβαρες μεθόδους βασανιστηρίων, οι οποίες αποτέλεσαν το πρότυπο για τις λατινοαμερικάνικες χούντες. Παράλληλα, η κοινωνική ανισότητα παρέμεινε οξυμένη: τα πετρελαϊκά έσοδα τροφοδοτούσαν μια στενή ελίτ γύρω από το μοναρχικό καθεστώς, ενώ μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης και της αγροτιάς ζούσαν σε συνθήκες φτώχειας.
Η Επανάσταση του 1979 αποτελεί κορυφαία στιγμή στη σύγχρονη ιστορία του Ιράν. Η δε μετεξέλιξή της σε ισλαμική κάθε άλλο παρά δεδομένη ήταν εξαρχής, καθώς οι κομμουνιστές και το αριστερό κίνημα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ωρίμασαν οι αντιθέσεις που οδήγησαν στην Επανάσταση του 1979. Το Ιράν ήταν η χώρα με το πιο ισχυρό εργατικό κίνημα στη Μέση Ανατολή, αλλά και με το πιο μαζικό και ισχυρό κομμουνιστικό κόμμα, το ιστορικό Τουντέχ. Γι’ αυτό και η ανατροπή του Σάχη δεν ήταν εξαρχής μια ισλαμική επανάσταση, τουλάχιστον με τη μορφή που πήρε αργότερα. Αντίθετα, ήταν ένα πολύμορφο κίνημα, στο οποίο συμμετείχαν εργάτες, φοιτητές, διανοούμενοι, εθνικιστές, ισλαμιστές και οργανώσεις της κομμουνιστικής Αριστεράς. Οι μαζικές απεργίες του 1978-’79, ιδιαίτερα στον πετρελαϊκό τομέα, παρέλυσαν την οικονομία και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην πτώση του καθεστώτος.

Οι εργατικές επιτροπές που δημιουργήθηκαν σε εργοστάσια και χώρους δουλειάς αποτελούσαν μορφές δυαδικής εξουσίας, θυμίζοντας άλλες επαναστατικές εμπειρίες του 20ου αιώνα. Το Τουντέχ και άλλες οργανώσεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς, καθώς και αριστερόστροφες τάσεις εντός των ισλαμικών οργανώσεων στην πρώτη φάση της επανάστασης, είχαν σημαντική επιρροή σε τμήματα της νεολαίας και της εργατικής τάξης. Η επανάσταση άνοιγε αντικειμενικά δρόμους για βαθύτερες κοινωνικές ανατροπές, πέρα από την απλή αλλαγή σε επίπεδο πολιτικού προσωπικού.
Ωστόσο, η ηγεμονία του σιιτικού κλήρου, υπό τον Ρουχολάχ Χομεϊνί, αποδείχθηκε καθοριστική. Εκμεταλλευόμενος το τεράστιο κύρος του ως εξόριστος αντίπαλος του Σάχη, ο Χομεϊνί κατάφερε να συγκροτήσει ένα νέο θεοκρατικό κράτος, περιθωριοποιώντας σταδιακά την κομμουνιστική αριστερά και το οργανωμένο εργατικό κίνημα. Το νέο καθεστώς κινήθηκε γρήγορα για να αφοπλίσει τις εργατικές επιτροπές, να περιορίσει τις απεργίες και να επιβάλει τον έλεγχο του κράτους και της οικονομίας μέσω ισλαμικών θεσμών.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ιδιαίτερα μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράκ (τον οποίο ξεκίνησε το τότε υποχείριο των ΗΠΑ, Σαντάμ Χουσεΐν), η συνέχεια της «εκκαθάρισης» στο εσωτερικό δόθηκε με την εξαπόλυση ενός κύματος σκληρής καταστολής. Χιλιάδες κομμουνιστές και μέλη αριστερών οργανώσεων συνελήφθησαν, βασανίστηκαν ή εκτελέστηκαν. Η σφαγή των πολιτικών κρατουμένων το 1988 επισφράγισε την ήττα της επαναστατικής Αριστεράς. Το καθεστώς που είχε γεννηθεί μέσα από μια μαζική λαϊκή εξέγερση μετατράπηκε σε ισλαμική δημοκρατία, συνδυάζοντας θεοκρατική «νομιμοποίηση», καπιταλιστική οικονομία και κρατικό αυταρχισμό.
O σιιτικός κλήρος, αν και γνώρισε καταστολή από τον Σάχη, αποτελούσε πάντα πυλώνα του συστήματος. Μετά δε την επικράτησή του, διατήρησε τη λειτουργία μιας καπιταλιστικής οικονομίας, δημιουργώντας όμως μια νέα ελίτ. Οι δομές του κοινωνικού κράτους ήταν ισχυρές, υπό το κάλυμμα ισλαμικών παραδόσεων και θεσμών, αν και σταδιακά περιορίστηκαν από νεοφιλελεύθερες οικονομικές μεταρρυθμίσεις, άνοιγμα επενδύσεων ακόμα και από δυτικές χώρες, με ένα ανθηρό χρηματιστήριο, Ειδικές Οικονομικές Ζώνες και ιδιωτικοποιήσεις εκτός του πετρελαϊκού τομέα.
Σε αυτό το φόντο και παρά την σφαγή κομμουνιστών και άλλων αγωνιστών, μεγάλο μέρος της αριστεράς διεθνώς καλλιέργησε αυταπάτες για το ιρανικό καθεστώς – από τον Μισέλ Φουκό, ο οποίος αποκάλεσε τον Χομεϊνί «άγιο», μέχρι οργανώσεις που έκριναν την κατάσταση στο Ιράν με την αντίληψη του «σταδίου».
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 7-8 Μαρτίου 2026














