Περικλής Παυλίδης, Καθηγητής στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΑΠΘ
Αφιέρωμα: Μαρξιστική θεωρία και Ευτύχης Μπιτσάκης
Ο Ευτύχης Μπιτσάκης αφιέρωσε μεγάλο μέρος του ερευνητικού του έργου στην επιστημολογία και γενικότερα στη θεωρία της γνώσης. Εξαιρετικός γνώστης των φυσικών επιστημών, της ιστορίας της φιλοσοφίας και του μαρξισμού, εργάστηκε επίμονα για την ανάπτυξη της μαρξιστικής επιστημολογίας και θεωρίας της γνώσης, δίνοντας έμφαση στη διαλεκτική κατανόηση του φυσικού κόσμου, όπως βεβαίως και του κοινωνικού. Ταυτόχρονα, άσκησε ισχυρή κριτική σε επιστημολογικές και φιλοσοφικές ιδέες οι οποίες χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη αστική σκέψη, διακρινόμενες από ανορθολογικά και ιδεοκρατικά στοιχεία. Στη συνέχεια θα αναδειχτούν ορισμένα βασικά σημεία της αντίληψής του για την επιστήμη, τα οποία διαπερνούν το έργο του.
Κριτική στην αστική σκέψη, στον ανορθολογισμό και θετικισμό
Μια κομβική του ιδέα είναι ότι ο σκοπός ύπαρξης της επιστήμης συνίσταται στην αναζήτηση και γνώση των αιτίων ενός φαινομένου, των νόμων που διέπουν μια κατηγορία φαινομένων ή μια περιοχή της πραγματικότητας. Η έννοια της αιτίας/αιτιότητας αφορά το γεγονός ότι τα πράγματα αλληλεπιδρούν και, συνεπώς, καθορίζονται αμοιβαία. Είναι ακριβώς το στοιχείο της αλληλεπίδρασης που οδηγεί στις κατηγορίες του αμοιβαίου καθορισμού και της αιτιότητας, ενώ προκαλεί την κίνηση, εξέλιξη και αλλαγή των πραγμάτων. Ό,τι μπορούμε να φανταστούμε εκτός αλληλεπιδράσεων εμπίπτει στην κατηγορία του «απόλυτου», βρίσκεται εκτός οποιουδήποτε καθορισμού και συνεπώς δεν μπορεί να προσδιοριστεί και να μελετηθεί.
Για τον Ευτύχη Μπιτσάκη η επιστήμη ανακαλύπτει νόμους, οι οποίοι έχουν οντολογικό αντίκρισμα· αποτελούν μεταγραφή στην ανθρώπινη γλώσσα και σε μαθηματικούς τύπους αντικειμενικών και αναγκαίων σχέσεων, αλληλεπιδράσεων, διεργασιών. Η δε γνώση των αιτιακών σχέσεων επιτρέπει, εντός δεδομένων συνθηκών, να προβλέπουμε φαινόμενα και εξελικτικές διαδικασίες. Σε αυτό έβλεπε την τεράστια κοινωνική σημασία της επιστήμης και την κρισιμότητά της για την επιβίωση και ανάπτυξη των ανθρώπων.
Είναι η ύπαρξη αντικειμενικών νόμων (φυσικών και κοινωνικών) και η γνώση αυτών που καθιστούν εφικτή τη συνειδητή πράξη των ανθρώπων και την αποτελεσματικότητά της. Εάν στον κόσμο δεν υπήρχαν αντικειμενικοί νόμοι-αιτιακές σχέσεις και κυριαρχούσε το συμπτωματικό και το απρόβλεπτο, τότε οι ανθρώπινες κοινότητες θα ήταν έρμαιο διαρκώς άγνωστων, ακατάληπτων συμβάντων και δεν θα μπορούσαν να οργανώσουν ούτε την άμυνα, ούτε αργότερα την παραγωγική τους δραστηριότητα.
Βεβαίως, οι νόμοι των επιστημών δεν είναι αιώνιοι. Αποτελούν στιγμές, προσεγγίσεις της πραγματικότητας, την οποία δεν εξαντλούν. Αντίστοιχα, η επιστημονική αλήθεια είναι ιστορικά καθορισμένη, αντικειμενική και ταυτόχρονα σχετική· συνιστά μερική αντιστοιχία της σκέψης με τον κόσμο των αντικειμένων και τον κόσμο των ανθρώπινων σχέσεων.
Ο Ευτύχης Μπιτσάκης έδινε μεγάλη έμφαση στην ιστορικότητα και στον διαλεκτικό χαρακτήρα του γίγνεσθαι της επιστήμης. Δεν συμφωνούσε με τους όρους της «επιστημολογικής ρήξης» του Γκαστόν Μπασελάρ και της «επιστημολογικής τομής» του Λουί Αλτουσέρ. Επίσης, απέρριπτε τη θεωρία των «επιστημονικών επαναστάσεων» και των «παραδειγμάτων» του Τόμας Κουν. Αναφερόμενος στην εξέλιξη της επιστήμης, έκανε λόγο για «επιστημική μεταλλαγή», αντιλαμβανόμενος το επιστημονικό γίγνεσθαι ως διαλεκτική διαδικασία, διακρινόμενη από ορισμένα κρίσιμα σημεία: την προϊστορία της επιστήμης κατά την οποία συγκεντρώνεται και ταξινομείται υλικό, διαμορφώνονται εννοιολογικοί πυρήνες και σχέσεις, τον καθ’ εαυτόν σχηματισμό της επιστήμης, τις μεταγενέστερες μικρότερες ή μεγαλύτερες μεταλλαγές με τις οποίες ολοκληρώνεται. Θεωρούσε ότι το νέο στην επιστήμη δεν προκύπτει από το τίποτα, αλλά αναδύεται από το ήδη υπάρχον, ως άρνηση και διαλεκτική κατάφασή του.
Ο Ευτύχης Μπιτσάκης αντιλαμβανόταν την επιστήμη άρρηκτα συνδεδεμένη με τη χειραφέτηση της εργασίας και κοινωνίας από τις εκμεταλλευτικές σχέσεις
Τόνιζε, επίσης, ότι το γίγνεσθαι της επιστήμης δεν είναι, ούτε δύναται να είναι ουδέτερο, όσον αφορά τις κοινωνικές-ιδεολογικές της αφετηρίες. Οι επιστήμονες ζουν και εργάζονται εντός συγκεκριμένου κοινωνικού περιβάλλοντος και είναι φορείς συγκεκριμένων φιλοσοφικών και ιδεολογικών απόψεων, τις οποίες μεταφέρουν στο πεδίο της επιστημονικής έρευνας. Γι’ αυτό και θεωρούσε ψευδή τη θετικιστική ιδέα περί μιας επιστήμης αποκαθαρμένης από ιδεολογικές αρχές και ιδεώδη, επισημαίνοντας ότι η επιδίωξη και η διασφάλιση της επιστημονικής αντικειμενικότητας είναι ζήτημα συγκεκριμένων ιδεολογικών στάσεων και ιδεωδών. Διάχυτη στο έργο του είναι η έντονη κριτική στον θετικισμό, ο οποίος ερμηνεύει τους φυσικούς νόμους ως συμβάσεις-τυπικές σχέσεις ανάμεσα στα δεδομένα, κρίνοντας ως μεταφυσική και συνεπώς στερούμενη νοήματος τη θέση ότι πηγή τους είναι η αντικειμενική πραγματικότητα.
Άξια λόγου είναι η γενικότερη κριτική που άσκησε ο Ευτύχης Μπιτσάκης στον αστικό ορθολογισμό, αναδεικνύοντας τα ιστορικά και κοινωνικά όριά του. Ο τελευταίος, με την ανάδυση των φυσικών επιστημών κατά τον 16ο, 17ο και 18ο αιώνα και τη μετέπειτα ανάπτυξή τους, οδήγησε στην αμφισβήτηση πολλών θρησκευτικών «αληθειών», όπως το γεωκεντρικό σύστημα, η ακινησία της γης, το αναλλοίωτο των ειδών κ.λπ. Ταυτόχρονα, πρόβαλε την πεποίθηση ότι η επιστήμη είναι σε θέση να απαλλάξει την κοινωνία από τις δεισιδαιμονίες και τις θρησκευτικές ψευδαισθήσεις.
Το μεγάλο όμως μειονέκτημα του αστικού ορθολογισμού είναι ότι έβλεπε την επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο ανεξάρτητα από τις σχέσεις ιδιοκτησίας, επί των οποίων θεμελιώθηκε η νέα, αστική κοινωνία, η οποία, διακρινόμενη από οξυτάτους ανταγωνισμούς, εκμετάλλευση και αλλοτρίωση, γέννησε και γεννά νέες ψευδαισθήσεις, ανορθολογισμό και θρησκευτικότητα. Έκφραση αυτής της εξέλιξης είναι η σύγχρονη ροπή εκπροσώπων των φυσικών επιστημών προς ιδεοκρατικές, ανορθολογικές ιδέες που καταλήγουν στην άρνηση της υλιστικής αιτιοκρατίας.
Ο Ευτύχης Μπιτσάκης αντιλαμβανόταν την επιστήμη άρρηκτα συνδεδεμένη με τη μετασχηματιστική πράξη των ανθρώπων και τον αγώνα για την χειραφέτηση της εργασίας και κοινωνίας από τις εκμεταλλευτικές σχέσεις. Γι’ αυτό και υπερασπίστηκε με σθένος την επιστημονική θεμελίωση των στόχων του κομμουνιστικού κινήματος, ασκώντας κριτική στην περιφρόνηση της θεωρίας, στον εμπειρισμό και στον πρακτικισμό που το διέκριναν.
Το έργο του αποτελεί πολύτιμη συμβολή στους αγώνες για την κατάργηση του κοινωνικού ανταγωνισμού και της ταξικής εκμετάλλευσης, για την επανάκτηση από την ανθρωπότητα όλων των αποξενωμένων δυνάμεών της ‒της επιστήμης συμπεριλαμβανομένης‒ ώστε αυτές να τεθούν στην υπηρεσία της συλλογικής ύπαρξης και ανάπτυξής της.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 27-28 Δεκεμβρίου 2025
















