Μπάμπης Συριόπουλος
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Επέκεινα το βιβλίο του Ντανιέλ Μπενσαΐντ με τίτλο Δυνάμεις του κομμουνισμού και άλλα κείμενα. Ο σπουδαίος Γάλλος μαρξιστής αντιπαραθέτει τον κομμουνισμό ως απάντηση στο σύγχρονο καπιταλισμό, αντιμετωπίζοντας άλλα σύγχρονα ρεύματα εντός και εκτός μαρξισμού.
Το βιβλίο είναι μια συλλογή κειμένων του Ντανιέλ Μπενσαΐντ όπου αναπτύσσει τις απόψεις του και θετικά αλλά και σε αντιπαράθεση με άλλες αντιλήψεις από τον χώρο της γαλλικής θεωρίας και φιλοσοφίας, μαρξιστικής και μη. Ο Μπενσαΐντ (1946-2010), δίδασκε φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο Paris 8. Ήταν μαρξιστής, ηγετική μορφή του φοιτητικού κινήματος τον Μάη του 1968, στρατευμένος στην επαναστατική αριστερά, ιδρυτικό μέλος της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Λίγκας (LCR) το 1969 και του Νέου Αντικαπιταλιστικού Κόμματος (NPA) το 2009. Στην Ελλάδα κυκλοφορούν τα βιβλία του Μαρξ: Τρόπος χρήσης (εκδ. ΚΨΜ) και Ο Μαρξ της εποχής μας (εκδ. Τόπος), ενώ άρθρα του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Ουτοπία, Θέσεις, Τετράδια Μαρξισμού, Ένεκεν.
Το πρώτο κείμενο έχει τίτλο Δυνάμεις του κομμουνισμού και υπότιτλο Τίνος πράγματος όνομα είναι ο Κομμουνισμός;, γραμμένο το 2009 σε μια εποχή που στη Γαλλία -και όχι μόνο- αυτό το «όνομα» δεν ήταν πια της μόδας. Το κείμενο έχει χαρακτήρα μιας διακήρυξης αρχών, ενός «μανιφέστου» υπεράσπισης του κομμουνισμού καθώς «η λέξη κομμουνισμός υπέστη τη μεγαλύτερη ζημιά επειδή τη σφετερίστηκε η γραφειοκρατική κρατική σκοπιμότητα». Ο Μπενσαΐντ «επιστρέφει» στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, στην ιδιοκτησία «ως το θεμελιώδες ζήτημα του κινήματος», στην ανάγκη κατάργησης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και της εκμετάλλευσης, σε «μια ριζική αλλαγή στη σχέση άντρα και γυναίκας» και ανθρώπου – φύσης, στις επαναστατικές μορφές αυτοοργάνωσης (Κομμούνα, εργατικά συμβούλια, λαϊκές πολιτοφυλακές κτλ.). Αποφαίνεται ρητά: «Από όλους τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να κατονομαστεί ο αναγκαίος και εφικτός “έτερος πόλος” προς τον αποκρουστικό καπιταλισμό, η λέξη κομμουνισμός είναι εκείνη που διατηρεί το περισσότερο ιστορικό νόημα και το πιο εκρηκτικό προγραμματικό φορτίο». Το σύντομο αυτό κείμενο μπορεί να θεωρηθεί ως μια εισαγωγή στην επαναθεμελίωση του κομμουνισμού στον 21ο αιώνα.
Η λέξη κομμουνισμός είναι εκείνη που διατηρεί το περισσότερο ιστορικό νόημα και το πιο εκρηκτικό προγραμματικό φορτίο
Το δεύτερο κείμενο με τίτλο Πρόσωπα και αντικατοπτρισμοί του γαλλικού μαρξισμού, γραμμένο το 1993, αποτελεί μια κριτική παρουσίαση του γαλλικού μαρξισμού εστιασμένη στην μεταπολεμική περίοδο. Ο Μπενσαΐντ αναμετριέται με φιλοσόφους όπως ο Ζωρζ Πολιτζέρ, ο Λουί Αλτουσέρ, ο Ανρί Λεφέβρ και ο Ζυλ Ντελέζ. Μια βασική διαπίστωσή του είναι η ρήξη του δεσμού ανάμεσα στη θεωρία και στην πρακτική συμφωνώντας με τον Πέρρυ Άντερσον. Ένα μεγάλο κομμάτι της κριτικής του κατευθύνεται ενάντια στον μεταπολεμικό δομισμό του Αλτουσέρ. Ο τελευταίος μετέφερε τον δομισμό από τη γλωσσολογία (Σωσσύρ) και την ανθρωπολογία (Λεβί-Στρώς) στον μαρξισμό, με τη «ριζική απόρριψη του υποκειμένου», την αναγωγή του μαρξισμού σε μια ψυχρή επιστήμη χωρίς αξιολογικές κρίσεις, όπου τελικά «η πάλη των τάξεων υποχωρούσε μπροστά στην πάλη των ταξινομήσεων, όπου “το ίδιο γεννά πάντα το ίδιο”». Έτσι αυτός ο μαρξισμός της δομικής ακινησίας, απέκτησε μεν «επιστημονική και πανεπιστημιακή αξιοπρέπεια» ενώ «η πολιτική πρακτική παρέμενε στην κοσμική αρμοδιότητα του κόμματος», με αποτέλεσμα την αποστασιοποίηση από το εξεγερτικό πνεύμα του ’68.
Το τρίτο κείμενο με τίτλο 30 χρόνια μετά, γραμμένο το 2007, είναι μια κριτική παρουσίαση στο βιβλίο του Ερνέστ Μαντέλ Εισαγωγή στον μαρξισμό, του 1974. Ο Μπενσαΐντ εκτός από την υπογράμμιση της σημαντικής συμβολής του βιβλίου του Μαντέλ υποβάλλει σε κριτική διάφορες πλευρές του όπως την κλασική τροτσκιστική θέση για τον «υπαρκτό σοσιαλισμό», σύμφωνα με την οποία, η γραφειοκρατία δεν είναι μια «νέα κυρίαρχη τάξη» αλλά απλώς ένα «προνομιούχο κοινωνικό στρώμα του προλεταριάτου», θέση που τον οδήγησε σε λάθος εκτίμηση της περεστρόικα και σε υποτίμηση των δυνάμεων της «καπιταλιστικής παλινόρθωσης» που τελικά επικράτησαν. Ένα άλλο σημείο κριτικής αφορά τη διαλεκτική αντικειμενικού και υποκειμενικού παράγοντα: «Αν οι αντικειμενικές συνθήκες είναι τόσο ευνοϊκές όσο λέγεται, τότε πως μπορεί να εξηγηθεί ότι ο υποκειμενικός παράγοντας είναι τόσο ασυνεπής προς τα περισσότερα ραντεβού του;». Δεν εξηγούνται τα πάντα από τις «προδοσίες των γραφειοκρατικών ηγεσιών του εργατικού κινήματος». Ένα πολύ επίκαιρο σημείο κριτικής στον Μαντέλ είναι η οπτική του για ένα κομμουνισμό της αφθονίας όπου το μόνο επίδικο θα είναι μια τεχνοκρατική «διαχείριση των πραγμάτων». Επισημαίνει «την αποφασιστική σημασία των δημοκρατικών μορφών σε μια κοινωνία όπου ο μαρασμός του κράτους ουδόλως είναι συνώνυμο ενός μαρασμού της πολιτικής μέσω της απλής “διαχείρισης των πραγμάτων” (όπως έχει υπονοήσει μια φράση που αποτέλεσε ατυχές δάνειο -κυρίως του Ένγκελς- από τον Σαιν-Σιμόν)».
Στο τελευταίο κείμενο με τίτλο (Α)πολιτικές του Φουκώ προχωρεί σε κριτική στις αντιλήψεις και στη διαδρομή του τελευταίου. Ο Φουκώ κηρύσσει την απελευθέρωση από τον φαταλισμό των νόμων και του νοήματος της ιστορίας, από την ακινησία της δομής προς ένα «γίγνεσθαι», μια κίνηση με «συμβάντα», αλλά προς τα πού; Προς μια «διαδρομή που χαράσσεται καθ’ οδόν». Ο Μπενσαΐντ επισημαίνει ότι έτσι η επανάσταση ανάγεται σε μια υπόθεση επιθυμητικής υποκειμενικότητας, μια πολιτική δίχως πρόγραμμα, ένα κίνημα δίχως σκοπό. Η επανάσταση διαχέεται έτσι σε άθροισμα «μοριακών αντιστάσεων», το κράτος ανάγεται στη διασπορά των εξουσιών και η καπιταλιστική εκμετάλλευση στον βιοπολιτικό έλεγχο. Το κενό μιας στρατηγικής στόχευσης καλύφθηκε από την επανάσταση στο Ιράν το 1979 με την κυριαρχία των μουλάδων, όταν ο Φουκώ αντί για «την κενή μορφή μιας οικουμενικής επανάστασης» ανακάλυψε την πνευματικότητα του κρατικού Ισλάμ. Όπως όμως λέει ο Μπενσαΐντ «ο πολιτισμικός σχετικισμός δεν δικαιολογεί τον αξιολογικό σχετικισμό»: «Η άρνηση της σκλαβιάς ή της καταπίεσης των γυναικών δεν είναι υπόθεση κλίματος, καλαισθησίας, ή ηθών και εθίμων».
Τα κείμενα του Ντανιέλ Μπενσαΐντ σ’ αυτό το βιβλίο δίνουν μια εξαιρετική ευκαιρία για να εξοπλιστεί κανείς από έναν σπουδαίο μαρξιστή και επαναστάτη όχι μόνο για τον κομμουνισμό της εποχής μας αλλά και για την αντιμετώπιση θεωριών που και σήμερα κυκλοφορούν ως ανανέωση του μαρξισμού.

















