Είναι εκπληκτικό το πλήθος (αλλά και η ένταση) των δημοσιευμάτων και των αναρτήσεων που ακολούθησαν τον θάνατο του Σαββόπουλου στα 81 του χρόνια. Συχνά αυτά ήταν ένας νοσταλγικός ή πικραμένος αποχαιρετισμός όχι μόνο στον καλλιτέχνη αλλά στην εφηβεία ή στη νεότητα εκείνων που γράφουν γι’ αυτόν. Αν και υπήρξαν πολλές διδακτικές προειδοποιήσεις του τύπου «δεν είναι ώρα τώρα να μιλάμε για πολιτική» και για «διαχωρισμό του καλλιτέχνη από το έργο του» πολλές ήταν οι επισημάνσεις που αφορούσαν τη δεξιόστροφη και συντηρητική στροφή που από τη δεκαετία του ’80 είναι εμφανής στα τραγούδια και στη δημόσια παρουσία του Σαββόπουλου. Το ίδιο βέβαια συνέβη και με άλλους καλλιτέχνες όπως ο Θεοδωράκης και ο Ξαρχάκος, με την αριστερή κριτική να δείχνει στην περίπτωση τους πολύ μεγαλύτερη ανεκτικότητα και επιείκεια.
Άλλαξε ο Διονύσης, παραδέχονται πολλοί, παραβλέποντας ότι παρόμοια διαδρομή ακολούθησαν τόσα πολλά δημόσια και μη πρόσωπα που δεν είχαν το δικό του ταλέντο και δημιουργικότητα. Πρόσωπα που στα νιάτα τους ταυτίστηκαν με την Αριστερά και στη συνέχεια αντιδραστικοποιήθηκαν ή έγιναν ακόμα και στυλοβάτες του νεοφιλελευθερισμού, όπως ο πρώην γραμματέας της λεγόμενης «ΚΝΕ Περισσού» Τάκης Θεοδωρικάκος.
Ο Σαββόπουλος δεν ήταν ο μόνος από τη γενιά του στην αντιδραστική του στροφή
Από την ηλικία των 21 χρονών και για τουλάχιστον δύο δεκαετίες ο Σαββόπουλος εξέφραζε τον παλμό της εποχή του. Και όχι απλώς τον εξέφραζε αλλά ήταν κομμάτι του, τον διαμόρφωνε με όχημα το πιο άμεσο καλλιτεχνικό είδος, το τραγούδι, και απευθυνόμενος πρωτίστως στο πιο νεανικό και ανήσυχο κομμάτι της κοινωνίας. Όμως ο παλμός της κοινωνίας δεν μένει αναλλοίωτος στο πέρασμα του χρόνου: κάποτε το εξεγερσιακό πνεύμα και την αμφισβήτηση τη διαδέχεται η υποταγή, η αποδοχή των στερεότυπων της σιωπηρής πλειοψηφίας. Από τη δεκαετία του ’80 το τρίπτυχο «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» (στο οποίο θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και τον στρατό) διαπότισε το καλλιτεχνικό έργο του Σαββόπουλου αν και όχι με τον παραδοσιακό χοντροκομμένο τρόπο.
Από την εποχή της δικτατορίας και ειδικά τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης τα έντονα πολιτικοποιημένα (α λα Μπομπ Ντίλαν) και ερωτικά τραγούδια του είχαν μεγάλη απήχηση και αρκετά ακούγονταν σε πολιτικές συγκεντρώσεις («Στη συγκέντρωση της ΕΦΕΕ», «Η Δημοσθένους λέξις», «Οι παλιοί μας φίλοι»). Από παλιά, ωστόσο, ήταν εμφανή τα ίχνη της μετέπειτα μεταστροφής. Στην πρόσφατη αυτοβιογραφία του Διονύση Σαββόπουλου Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα επαναλαμβάνεται το αντιδραστικό στερεότυπο ότι στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης η Αριστερά ήταν μόδα: «[…] είχε γίνει πια κυρίαρχη στα πανεπιστήμια, στις μπουάτ, στα ΜΜΕ, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου, στο θέατρο, στις δισκογραφικές εταιρείες, σε αυτό που λέμε “χώρο των ιδεών”, στα διαφημιστικά γραφεία… Πριν, αν ήσουν αριστερός δεν έβγαζες ούτε άδεια αυτοκινήτου. Τώρα, αν δεν ήσουν αριστερός, δεν έβγαζες ούτε γκόμενα».
Στη δεκαετία του ’80 έφτασε η στιγμή οριστικά να αποφασίσει ο Διονύσης Σαββόπουλος «με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει» με τον σατιρικό στίχο του να αποκτά όλο και πιο έντονα «εθνικά» και θεσμικά χαρακτηριστικά, ειδικά μετά τον δίσκο Τραπεζάκια έξω, που περιείχε και το εθνεγερτικό σουξέ «Ας κρατήσουν οι χοροί».
Η αντιδραστική στροφή ολοκληρώθηκε το 1989 όταν ο Σαββόπουλος κυκλοφόρησε τον πιο αμφιλεγόμενο δίσκο μέχρι τότε της καριέρας του «Το κούρεμα» που σηματοδοτούσε μια οριστική αποστασιοποίηση συνολικά από την Αριστερά, τις ιδέες της, τις προσδοκίες της «αλλαγής» του ΠΑΣΟΚ και την κουλτούρα της (βλ. το τραγούδι «Κωλοέλληνες»). Έφτασε να αποκηρύξει ακόμα και τη μεγάλη συναυλία που είχε δώσει στο Ολυμπιακό Στάδιο το 1983 χαρακτηρίζοντας τη ως το «απόλυτο κενό».
Ο δίσκος εκείνος του Σαββόπουλου περιλάμβανε μεταξύ άλλων και το αμφίσημο τραγούδι “To Mitsotak” με τον χαρακτηριστικό στίχο «προτείνω τον ψηλό».
Παρά τη συντηρητική του στροφή, τα τραγούδια του Διονύση Σαββόπουλου είναι και θα είναι εδώ για να «μας θυμίζουν τις μέρες τις παλιές», όταν ο Νιόνιος –σαν τη νιότη– έδειχνε πως θα γινόταν άλλος.
Ντίνα Χαριτάτου
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 25-26 Οκτωβρίου
















