Γιώργος Παυλόπουλος
Αφιέρωμα στην ταξική ρωγμή του «όχι» του 2015
Βρυξέλλες, Φρανκφούρτη και Βερολίνο είχαν στήσει μεθοδικά το σκηνικό και, την κατάλληλη στιγμή, έσφιξαν τον κλοιό, γνωρίζοντας πως απέναντί τους είχαν μια κυβέρνηση που δεν ήθελε ρήξεις
«Η αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει τις οικονομικές προοπτικές παραμένει υψηλή, όμως οι πιθανότητες μεταβολής επί τα χείρω και επί τα βελτίω είναι ισορροπημένες». Αυτό ανέφερε η έκθεση-πρόβλεψη της Κομισιόν για την οικονομία της ΕΕ την άνοιξη του 2015. Αφήνοντας, έτσι, να εννοηθεί πως όλα κρέμονταν από μία κλωστή, καθώς οι συνέπειες του «κραχ» το οποίο είχε προηγηθεί μερικά χρόνια πριν, με αφορμή την κατάρρευση της Lehman Brothers και την εκδήλωση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, δεν είχαν ξεπεραστεί ούτε στο ευρωπαϊκό καπιταλιστικό οικοδόμημα.
Από την πλευρά τους, αρκετά ΜΜΕ, μη όντας αναγκασμένα να χρησιμοποιούν «διπλωματικές» εκφράσεις, περιέγραφαν την κατάσταση πιο δύσκολη. Για του λόγου το αληθές, λίγο πριν «ξημερώσει» το 2015, το BBC έκανε λόγο για «έτος ανασφάλειας» για την Ευρώπη – επικαλούμενο, μάλιστα, εκτός της οικονομίας, την υψηλή ανεργία, την πολιτική ενίσχυση των «αριστερών λαϊκιστικών κομμάτων», καθώς και το επερχόμενο κύμα του προσφυγικού.
Ήταν φανερό, λοιπόν, ότι καθώς η κρίση με την Ελλάδα κλιμακωνόταν και οδηγούνταν προς την κορύφωσή της, η ΕΕ και η ευρωζώνη δεν βρίσκονταν στην καλύτερη δυνατή τους κατάσταση. Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, επέλεξαν να κάνουν επίδειξη ισχύος απέναντι σε μία χώρα η οποία – όπως καλά γνώριζαν – είχε αποκτήσει μια κυβέρνηση η οποία δεν ήταν διατεθειμένη και έτοιμη για ρήξεις. Με στόχο να «κόψουν τον βήχα» σε όσους θα σκέφτονταν να διεκδικήσουν βελτιώσεις του μοντέλου – ή, όπως έλεγαν, μια «πιο ανθρώπινη και κοινωνικά δίκαιη Ευρώπη».
Πίστεψαν δε ότι ο καλύτερος τρόπος για να το πετύχουν ήταν να εκβιάσουν ωμά. Να θέσουν, δηλαδή, ξεκάθαρα ένα δίλημμα το οποίο δεν θα αφορούσε το «ναι ή όχι στο μνημόνιο» του δημοψηφίσματος, αλλά κάτι πολύ πιο σημαντικό: το διακύβευμα «εντός ή εκτός της ευρωζώνης». Και το έκαναν εκτιμώντας, προφανώς, ότι οι Έλληνες δεν θα τολμούσαν να διακινδυνεύσουν το νόμισμά τους και θα έθεταν με την ψήφο τους οριστικό τέλος στην «τρέλα» (κάτι, ενδεχομένως, που συμμεριζόταν και ο τότε πρωθυπουργός…)
«Με το δημοψήφισμα οι Έλληνες καλούνται να απαντήσουν εάν θα παραμείνουν στο ευρώ ή θα επιστρέψουν στη δραχμή», είπε χαρακτηριστικά ο τότε πρόεδρος της Κομισιόν και «φίλος» της Ελλάδας, Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ, σε δήλωση που έκανε στις 29 Ιουνίου, μετά την έγκριση από τη βουλή της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος. «Αν υπάρξει ένα εμφατικό ναι για την παραμονή στο ευρώ, για συμμετοχή στο οικοδόμημα, για ανοικοδόμηση της οικονομίας ώστε να είναι βιώσιμη μακροπρόθεσμα, τότε θα υπάρξει η εξής απάντηση από εμάς: ας προσπαθήσουμε (…) Όταν υπάρχει βούληση, υπάρχει και δρόμος», είχε τονίσει από την πλευρά της η διευθύντρια του ΔΝΤ (και σήμερα πρόεδρος της ΕΚΤ), Κριστίν Λαγκάρντ, σε συνέντευξή της στο BBC στις 27 Ιουνίου.
Το 2015, η ευρωζώνη εξακολουθούσε να «τρεκλίζει» από την κρίση που είχε προηγηθεί
Παράλληλα, οι Ευρωπαίοι «εταίροι» επένδυαν και στο σενάριο της «έκπληξης» – με την έννοια ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ τους είχε υποσχεθεί ή είχε αφήσει να εννοηθούν άλλα πράγματα από αυτά που τελικώς έκανε. «Απ’ όλα τα τηλεφωνήματα που έχω κάνει ποτέ στην πολιτική μου ζωή, αυτό εδώ μου επιφύλαξε ίσως τη μεγαλύτερη έκπληξη. Προς στιγμήν ο Ολάντ κι εγώ μείναμε άφωνοι», γράφει ενδεικτικά στα απομνημονεύματά της η τότε καγκελάριος της Γερμανίας, Άνγκελα Μέρκελ, αναφερόμενη στην επικοινωνία που είχε με τον Αλέξη Τσίπρα το βράδυ της 26ης Ιουνίου, αφότου το έκτακτο υπουργικό συμβούλιο είχε εγκρίνει την εισήγηση για διεξαγωγή δημοψηφίσματος.
Η Μέρκελ, βεβαίως, παρέλειψε να αναφερθεί στο τελεσίγραφο που είχε τεθεί στην ελληνική κυβέρνηση στο αμέσως προηγούμενο Eurogroup, το οποίο επιβεβαιώθηκε (και από την ίδια) κατά τη σύνοδο κορυφής της ΕΕ η οποία είχε ολοκληρωθεί εκείνη την Παρασκευή. Όπως… ξέχασε και το γεγονός ότι για τους περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων (capital controls) που ανακοινώθηκαν μετά από δύο μέρες, την Κυριακή 28 Ιουνίου, την ευθύνη έφερε η εκβιαστική απόφαση της ΕΚΤ να κλείσει την στρόφιγγα της ρευστότητας προς τις τράπεζες. Με τη συναίνεση και την παρότρυνση, φυσικά, της Τράπεζας της Ελλάδας και του διοικητή της, Γ. Στουρνάρα, ο οποίος είχε τοποθετηθεί σε αυτό το καίριο πόστο ένα χρόνο νωρίτερα και παραμένει ακλόνητος ως σήμερα.
Το σκηνικό, λοιπόν, είχε στηθεί μεθοδικά από ΕΕ και ΔΝΤ και την κατάλληλη στιγμή, ο κλοιός έγινε ασφυκτικός. Με όλους να έχουν πλήρη συνείδηση της διαπίστωσης που είχε κάνει στις 30 Ιανουαρίου 2015 ο ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ, από τις σελίδες των Financial Times: «Παρ’ ότι στέκονται επικριτικά απέναντι στην κατεύθυνση που έχει πάρει η ΕΕ, κόμματα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και οι Podemos παραμένουν σαφέστατα φιλοευρωπαϊκά».
Ο Ομπάμα και οι «δύσκολες επιλογές»

Όταν ένα καπιταλιστικό οικοδόμημα όπως η ΕΕ απειλείται, τότε όλοι οι συντελεστές του ενώνονται για να το προασπίσουν, αφήνοντας κατά μέρος τις διαφορές και τους ανταγωνισμούς τους. Αυτό απέδειξε και η δήλωση, την οποία είχε κάνει εκείνη την κρίσιμη περίοδο ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, στο όνομα του οποίου έπιναν… νερό ο Τσίπρας, ο ΣΥΡΙΖΑ και μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων τους. «Αυτό που απαιτείται είναι η Ελλάδα να είναι σοβαρή όσον αφορά στην πραγματοποίηση σημαντικών μεταρρυθμίσεων (…) Οι Έλληνες θα πρέπει να κάνουν ορισμένες δύσκολες πολιτικές επιλογές, οι οποίες θα είναι καλές μακροπρόθεσμα», είχε πει στις 8 Ιουνίου από τη σύνοδο της G7 στη Γερμανία, λίγο πριν οριστικοποιηθεί το τελεσίγραφο των «δανειστών» προς την Αθήνα, που οδήγησε και στην απόφαση για το δημοψήφισμα. Άμα έχεις, αλήθεια, τέτοιους φίλους…
Δημοσιεύτηκε στο Πριν στο φύλλο 5-6 Ιούλη 2025
Μην χάσετε το Αφιέρωμα στο μεγάλο λαϊκό «Όχι» του 2015, στο Πριν που κυκλοφορεί αυτό το Σαββατοκύριακο

















