Αφιέρωμα Σύνταγμα, κράτος, ταξική πάλη
Κώστας Μαγκλάρας
Στον πυρήνα κάθε Συντάγματος -και του ελληνικού- συνήθως υπάρχουν τα «μη αναθεωρήσιμα» άρθρα που καθορίζουν τον χαρακτήρα του πολιτεύματος και δεν είναι δυνατόν να αναθεωρηθούν θεσμικά. Θωρακίζεται έτσι ο αστικός πυρήνας του κράτους από κάθε προσπάθεια νόμιμης και θεσμικής αλλαγής του.
Το τελευταίο διάστημα, που από τα Τέμπη ως την Παλαιστίνη οι «θεσμοί» και το «δίκαιο» κουρελιάζονται καθημερινά, ξανά και ξανά, (ή ίσως, αναδεικνύεται η βαθύτερη φύση τους), επανέρχεται στο προσκήνιο το αίτημα για «Δικαιοσύνη», τόσο σε επίπεδο συνθηματολογίας (βλ. «Δεν υπάρχει ειρήνη χωρίς δικαιοσύνη …» για την Παλαιστίνη, «ΔΙΚΕΟΣΗΝΙ» κ.ά.), όσο και ως κεντρικό στοιχείο της πολιτικής πρότασης, τόσο του «προοδευτικού» αστικού μπλοκ, όσο και της ρεφορμιστικής αριστεράς, που διεκδικεί, άλλοτε τα «θεσμικά» minimum και άλλοτε το «συμμάζεμα» του «διεφθαρμένου» και «ανύπαρκτου», σε κάθε περίπτωση όμως, αστικού κράτους. Προκύπτει λοιπόν, το ερώτημα: αν το «δίκαιο» είναι η υπέρβαση της βαρβαρότητας, και πηγή της βαρβαρότητας είναι η καπιταλιστική κερδοφορία και οι αστικοί θεσμοί που την διασφαλίζουν, μπορεί τελικά η «Δικαιοσύνη» να επιβάλει το -πραγματικά- δίκαιο; Αλλιώς, χωράει το -πραγματικά- δίκαιο στο αστικό κράτος, υπό τις όποιες συνθήκες και μορφές του, ακόμα και τις πιο προοδευτικές;
Κάθε πολιτική πρόταση, προπάντων όποια έχει στο κέντρο της τις «θεσμικές μεταρρυθμίσεις» και την αλλαγή του αστικού κράτους μέσα από το αστικό κράτος, θα πρέπει να έρθει αντιμέτωπη πρωτίστως με αυτό, καθώς και με το «θεμέλιό» του, το Σύνταγμα. Κάπου εκεί, αναπόφευκτα θα χρειαστεί να αναμετρηθεί με το βαθύτερο πυρήνα του Συντάγματος, τα λεγόμενα «μη αναθεωρήσιμα» άρθρα, γνωστά και ως «ρήτρες αιωνιότητας», οι οποίες συνίστανται στα άρθρα και αρχές του εκάστοτε συντάγματος, για τις οποίες το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει την αδυναμία κατάλυσης και αναθεώρησής τους. Αν, επομένως, από τυπικής άποψης, το Σύνταγμα είναι το θεμέλιο και ο πυρήνας του κράτους, τα «μη αναθεωρήσιμα άρθρα» είναι τα τυποποιημένα όριά του.
Ο θεσμός των μη αναθεωρήσιμων Συνταγματικών διατάξεων πηγαίνει πίσω στο 1949 και τον «Θεμελιώδη Νόμο» (Grundgesetz), το Σύνταγμα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΟΔΓ), οπότε και κρίθηκε αναγκαία η προστασία της (αστικής και φιλελεύθερης) δημοκρατίας από το ενδεχόμενο μιας νέας εκτροπής της, μετά την εμπειρία της θεσμικής ανόδου του ναζισμού, στο έδαφος του Συντάγματος της Βαϊμάρης. Με το άρθρο 79 παρ. 3 του Θεμελιώδους Νόμου, αποκλείστηκε η δυνατότητα αναθεώρησης μιας σειράς άρθρων και αρχών, μεταξύ των οποίων ξεχώριζαν, ο ομοσπονδιακός χαρακτήρας του γερμανικού κράτους και η αστική δημοκρατία. Ωστόσο, ο ναζισμός αποτελούσε, αν όχι πρόφαση, σίγουρα όχι τον μοναδικό «εχθρό» από τον οποίο προσπαθούσε να διαφυλαχθεί η γερμανική αστική δημοκρατία. Στο επίκεντρο του Ψυχρού Πολέμου, τη διχοτομημένη Γερμανία, για τη Δύση ο νέος εχθρός ξεκινούσε από «Κ», προερχόταν από την Ανατολή και απειλούσε καθημερινά την αστική δημοκρατία με ανατροπή, μάλλον θεσμική -ιδίως μετά την στροφή της ΕΣΣΔ στην «ειρηνική συνύπαρξη»- με αποτέλεσμα η θεσμική θωράκιση του πολιτεύματος να ανακύπτει, σχεδόν «φυσικά».
Το παράδειγμα της ΟΔΓ ακολούθησαν έκτοτε μια σειρά από κράτη, ανάγοντας σε «ρήτρες αιωνιότητας» κάθε φορά, τα άρθρα εκείνα που συμπυκνώνουν την βαθύτερη ουσία του εκάστοτε πολιτεύματος, με αποτέλεσμα στη «Δύση» (λ.χ. στη Γαλλία) να προστατεύεται κυρίαρχα η αστική δημοκρατία, ενώ για παράδειγμα, το Σύνταγμα του Ιράν θέτει προτεραιότητα στη διαφύλαξη του θεοκρατικού χαρακτήρα του πολιτεύματος.
Στο «χορό» μπήκε και το ελληνικό κράτος το 1975, το οποίο αμέσως μετά την πτώση της Δικτατορίας, εντάσσοντας στο νέο Σύνταγμά του για πρώτη φορά «ρήτρες αιωνιότητας» οι οποίες ισχύουν έως και σήμερα: Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 110 του Συντάγματος του 1975, δεν υπόκεινται σε αναθεώρηση οι διατάξεις του Συντάγματος που αφορούν το πολίτευμα, την «αξία του ανθρώπου», την «ισότητα των Ελλήνων», την «απαγόρευση τίτλων ευγενείας», την «ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας», το «απαραβίαστο προσωπικής ελευθερίας», την «θρησκευτική ελευθερία» και την «διάκριση των εξουσιών». Παραμερίζοντας την «διαφύλαξη» αρχών που δεν έχουν το παραμικρό αντίκρισμα στην πραγματική ζωή ή έχουν de facto ήδη καταλυθεί (για παράδειγμα η «αξία του ανθρώπου» στον Έβρο και το Αιγαίο και η «διάκριση των εξουσιών» σε συνθήκες κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού), τελικά απομένουν δύο βασικά στοιχεία, τα οποία αποτελούν τον πραγματικό και απαραβίαστο πυρήνα του κράτους και του πολιτεύματος: Η αστική δημοκρατία και η ελεύθερη οικονομία, η τελευταία ως πτυχή της «ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας» με σχετικές ρητές αναφορές στο Σύνταγμα.
Αστική δημοκρατία, κέρδος και εκμετάλλευση είναι τα απαραβίαστα όρια του κράτους και του πολιτεύματος, σύμφωνα με το Σύνταγμα
Εν ολίγοις, αστική δημοκρατία, κέρδος και εκμετάλλευση: αυτά είναι τα απαραβίαστα όρια των «θεσμών», του κράτους και του πολιτεύματος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, και συνεπώς, αυτά είναι τα όρια κάθε «ειρηνικής» και «θεσμικής» διεκδίκησης, αλλά και της αποκομμένης από ευρύτερες διεκδικήσεις, «Δικαιοσύνης», οι οποίες χωρούν στο θεσμικό πλαίσιο, μόνο εφόσον δεν αμφισβητούν και δεν συγκρούονται με την ίδια τη βαρβαρότητα που φιλοδοξούν να αντιμετωπίσουν. Αυτές είναι οι θεσμικές «κόκκινες γραμμές», η αμφισβήτηση των οποίων απαιτεί την υπέρβαση του θεσμικού χαρακτήρα και πλαισίου διεκδίκησης, καθώς, τελικά, μια τέτοια υπέρβαση απαιτεί τη σύγκρουση και κατάλυση των ίδιων του θεσμών, του Συντάγματος και του κράτους. Και φυσικά, μια τέτοιου τύπου διεκδίκηση συνιστά αυτό που, από τη μεριά της αστικής τάξης έχει κωδικοποιηθεί ως casus belli στην ακροτελεύτια διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 120 παρ. 4 – «H τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία»), ενώ από τους λαούς έχει ονομαστεί «επανάσταση».
Επομένως, πίσω στα βασικά: βαρβαρότητα ή επαναστατική ανατροπή. Πλήρης υποταγή και εξευτελισμός του λαού και των λαϊκών κινημάτων όπως με το «σκίσιμο των μνημονίων» το 2015 ή ολομέτωπη ρήξη με το κράτος και τους θεσμούς του, σε σύνδεση με κάθε «μικρό» πρόβλημα και διεκδίκηση. Και γυρίζοντας στο κίνημα για τα Τέμπη, γι αυτό ήταν μεγαλειώδες: γιατί, πρωτίστως, διέκρινε, τόσο τον πυρήνα της επίθεσης που δέχονται η εργατική τάξη και ο λαός, όσο και τον αναγκαίο προσανατολισμό της απάντησης απέναντι σε αυτή, συμπυκνώνοντάς τα σε αυτό που φώναξαν χιλιάδες στόματα σε όλο τον κόσμο: «Για να αναπνεύσουμε, να τους ανατρέψουμε».
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στις 28-29 Ιουνίου 2025
Πόσο αυτονόητα και αναπαλλοτρίωτα είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα;
1952-1975: Μοναρχία, έκτακτες εξουσίες και καπιταλιστική ανασυγκρότηση
Από τη ρωγμή της μεταπολίτευσης στο συνεχές της αστικής κυριαρχίας
Ο ταξικός χαρακτήρας του αστικού κράτους και οι διαφορετικές μορφές του
















