Αφιέρωμα Σύνταγμα, κράτος, ταξική πάλη
Νίκη Αγγελοπούλου – Ιωάννα Ρίζου
Τα τελευταία χρόνια επανέρχεται με ένταση το ερώτημα: φταίει ένας νόμος που είναι άδικος-ταξικά μεροληπτικός ή φταίει ο δικαστής που εξαντλεί την αυστηρότητά του στην εφαρμογή του; Ποιος ο ρόλος της δικαστικής εξουσίας και των εκπροσώπων της σήμερα; Τι δύνανται ή επιθυμούν να κάνουν στο δοθέν θεσμικό πλαίσιο, από τη σκοπιά της υπεράσπισης των ταξικών συμφερόντων της πληττόμενης πλειοψηφίας, όταν καλούνται να τα «σταθμίσουν» με τα συμφέροντα των «από πάνω»;
Η αρχή της δικαστικής ανεξαρτησίας στην Ελλάδα βασίζεται κυρίως στην συνταγματική διάταξη του άρθρου 87 επ., το οποίο ορίζει ότι οι δικαστές απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία, αλλά και σε κανόνες διεθνούς δικαίου οι οποίοι ορίζουν ότι οντολογικό στοιχείο ενός δικαστηρίου, ώστε να αναγνωρισθεί ως τέτοιο, είναι η ανεξαρτησία των δικαστών του. Στην ουσία ένα Δικαστήριο είναι Δικαστήριο ακριβώς επειδή οι λειτουργοί του είναι ανεξάρτητοι, τουλάχιστον θεωρητικά. Η θεμελιώδης αυτή αρχή του φιλελεύθερου μεταπολεμικού Συντάγματος, την οποία επικαλούνται στα κανάλια τα τελευταία χρόνια, είτε πρόκειται για την υπόθεση των Τεμπών είτε για τις υποκλοπές και τον Λιγνάδη, φαίνεται στην εφαρμογή της να βρίσκεται σε κρίση – κρίση υπαρξιακή για την ίδια και επικίνδυνη για την κοινωνία.
Η πραγματικότητα και σε αυτή την πτυχή του κρατικού-δικαιϊκού συστήματος βρίσκεται μακριά από τις δεοντολογικές διατυπώσεις του νόμου, οι οποίες έχουν με τη σειρά τους τις δικές τους αντιφάσεις και προβλήματα, αλλά και μακριά από το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» ή πιο απλά τη δικαιοσύνη. Η ανεξαρτησία των δικαστών θεωρείται ότι επιτυγχάνεται με τον συνδυασμό της προσωπικής ανεξαρτησίας, μέσω της μονιμότητας και των υψηλών αποδοχών για αποφυγή χρηματισμού, και της λειτουργικής ανεξαρτησίας, δηλαδή της διάκρισης των εξουσιών. Ως προς το πρώτο, η πραγματικότητα αποδεικνύει κάπως αφελή την πεποίθηση ότι τα επαγγελματικά προνόμια των δικαστών, σε συνδυασμό με τη «συνείδηση του λειτουργήματος που επιτελούν» αρκούν μπροστά στα ακόμα μεγαλύτερα χρηματικά προνόμια που εξασφαλίζει μια απόφασή τους στη «σωστή» για το κεφάλαιο και το κράτος κατεύθυνση. Άλλωστε, εντελώς απροκάλυπτα και σύμφωνα με το άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος, το υπουργικό συμβούλιο της εκάστοτε κυβέρνησης ορίζει την ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται…
Ακόμα σημαντικότερη, βέβαια, είναι η συζήτηση για τη λειτουργική ανεξαρτησία, καθώς αφορά δομικό ζήτημα για το κράτος και δεν εναπόκειται στον εκάστοτε δικαστή. Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών, δηλαδή η απαγόρευση σε μία από τις τρεις εξουσίες (εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική) να παρεμβαίνει σε άλλη, αποτελεί θεμέλιο λίθο του πολιτεύματος στις αστικές δημοκρατίες. Βέβαια, στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό της εποχής μας η εξουσία συγκεντρώνεται στον εκτελεστικό βραχίονα, ο οποίος με την πλειοψηφία ελέγχει τη Βουλή (νομοθετική) και επηρεάζει άμεσα το δικαστικό σύστημα. Δεν ξεχνιέται η διακυβέρνηση με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου στην περίοδο των μνημονίων ή με Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις στην περίοδο της πανδημίας, απόδειξη της ευθραυστότητας του κοινοβουλευτισμού σε «έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης», οι οποίες βέβαια ερμηνεύονται κατά το δοκούν ως τέτοιες.
Στη χώρα μας, ιδιαίτερα μετά το έγκλημα των Τεμπών, αλλά και προηγούμενα με μια σειρά εντελώς προκλητικών αποφάσεων των ελληνικών δικαστηρίων σε υποθέσεις δημοσίου ενδιαφέροντος, το αίτημα για «δικαιοσύνη» κυριαρχεί στη δημόσια ατζέντα, με διάφορες έρευνες να επιβεβαιώνουν ότι οι πολίτες δεν εμπιστεύονται τη δικαστική εξουσία. Υπάρχει διάχυτο το αίσθημα ότι πάντα προστατεύεται ο «ισχυρός», ενώ στο φόντο αυτό της γενικής ανασφάλειας κερδίζουν έδαφος ακροδεξιές, αντιδραστικές αντιλήψεις για αυστηροποίηση των ποινών – ακόμα και για επαναφορά της θανατικής ποινής.
Και πώς να μην κερδίζει έδαφος η ακροδεξιά, αφού βολικά κατηγορούνται για λαϊκισμό όσοι τολμούν να κάνουν κριτική στις δικαστικές αποφάσεις ή να παρεμβαίνουν δημόσια σε εν εξελίξει υποθέσεις; Αυτό που εννοούν είναι να «αφήσουμε τη δικαιοσύνη» να συγκαλύπτει και να εξαντλεί την αυστηρότητά της στους αδύναμους. Αυτές οι αντιλήψεις μεγαλώνουν το χάσμα μεταξύ πολιτών και θεσμών, καθιστούν αγεφύρωτη την απόσταση μεταξύ της θεωρίας του αστικο-δημοκρατικού πολιτεύματος και της πραγματικότητας, γελοιοποιούν τα όποια εναπομείναντα θεωρητικά κατασκευάσματα για διάκριση των εξουσιών, τυπική ισότητα απέναντι στο νόμο κοκ.
Τα τελευταία χρόνια έχουμε διαπιστώσει ότι ο λαϊκός παράγοντας μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης σε υποθέσεις σημαντικού κοινωνικού ενδιαφέροντος
Τα τελευταία χρόνια έχουμε, επίσης, διαπιστώσει ότι ο λαϊκός παράγοντας μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης σε υποθέσεις σημαντικού κοινωνικού ενδιαφέροντος. Από τη δίκη της Χρυσής Αυγής το 2020, με τους χιλιάδες αγωνιστές και αγωνίστριες συγκεντρωμένους έξω από το Εφετείο, μέχρι την δίκη για τον παιδοβιαστή Πέτρο Λεύκοβιτς το 2025, η διεξαγωγή της οποίας επιχειρήθηκε να αποσιωπηθεί, αλλά το φεμινιστικό κίνημα δεν το επέτρεψε. Το ότι οι αγωνιστές επιλέγουν να παρίστανται σε τέτοιες δίκες δεν σχετίζεται με την ψευδαίσθηση περί απονομής της δικαιοσύνης εντός των αιθουσών, αντιθέτως σχετίζεται με την προσπάθεια μέσω της κοινωνικής πίεσης έξω από αυτές να διασφαλιστεί το δίκαιο. Παράλληλα, ορισμένες δίκες λειτουργούν ως δημόσια fora, ως μαζικοί χώροι που μπορεί κανείς να διεξαγάγεις πολιτική την ίδια στιγμή που το σύνολο της κοινωνίας έχει στραμμένο το βλέμμα του εκεί. Αυτή τη δυνατότητα το αστικό κράτος την γνωρίζει και την τρέμει, εξού και απαγορεύει με νέους νόμους τη μαγνητοσκόπηση στη διάρκεια μιας δίκης και χτίζει συρματόπλεκτα φράγματα γύρω από την αίθουσα που θα πραγματοποιηθεί η δίκη των Τεμπών.
Η αντικαπιταλιστική αριστερά, για να είναι χρήσιμη, δεν μπορεί ούτε να εξαντλείται στην υπεράσπιση των πάλαι ποτέ θεσμικών εγγυήσεων και να παλεύει για την επαναφορά τους, ούτε να σφυρίζει αδιάφορα μπροστά στα μεγάλα ζητήματα της περιόδου τα οποία άπτονται της ίδιας της λειτουργίας του πολιτεύματος και των θεσμών, θεωρώντας ότι αυτά θα λυθούν «στην άλλη κοινωνία». Αντίθετα, οφείλει από τη μια να παρεμβαίνει με θέσεις και πρόγραμμα πάλης για το σήμερα, αποκαλύπτοντας τον δομικά ταξικά μεροληπτικό και ιδεολογικά ταγμένο με την εξουσία χαρακτήρα της δικαστικής εξουσίας, και από την άλλη να περιγράφει θετικά δρόμους και τρόπους απονομής της δικαιοσύνης στην άλλη κοινωνία. Γιατί τελικά, «προκειμένου να χειραφετηθεί ως άνθρωπος, ο άνθρωπος πρέπει να χειραφετηθεί από την πολιτική χειραφέτηση· πρέπει να χειραφετηθεί από όλα τα συστήματα που συνδέουν την άσκηση της ελευθερίας του με ένα σύστημα συνταγματικής αντιπροσώπευσης» (Lev, Amnon, Δίκαιο και μαρξισμός. Η υπόθεση Πασουκάνις, περ. Ετερολογίες, τεύχ. 2, Ιούλιος 2021).
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στις 28-29 Ιουνίου 2025
Πόσο αυτονόητα και αναπαλλοτρίωτα είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα;
1952-1975: Μοναρχία, έκτακτες εξουσίες και καπιταλιστική ανασυγκρότηση
Από τη ρωγμή της μεταπολίτευσης στο συνεχές της αστικής κυριαρχίας
Ο ταξικός χαρακτήρας του αστικού κράτους και οι διαφορετικές μορφές του
















