Ίωνας Αγγελής
«Γάμησε τους ράπερς, μίλα για την ζωή»
Κάπου στη μέση της συναυλίας του Bloody Hawk το προηγούμενο Σάββατο, έπαιξε το Αντιγωνιδόν – το πιο πρόσφατο feat με τον ΛΕΞ από τον νέο του δίσκο. Όταν τελείωσε o Bloody το verse του και έμενε να παίξει εκείνο του ΛΕΞ, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε με τέτοιο τρόπο που δεν βιώνει κάποιος συχνά. Καπνογόνα άναψαν παντού και η σιωπή επικράτησε. Όλοι μας αδημονούσαμε να δούμε αν θα βγει ο ΛΕΞ στη σκηνή ή όχι. Και τελικά δεν εμφανίστηκε προς την απογοήτευση όλων μας.
Πρόκειται για μια εικόνα που σε κάνει να σκέφτεσαι γύρω από την επιρροή που μπορεί να έχει ένας καλλιτέχνης. Και στη περίπτωση του ΛΕΞ, στο πώς έχει καταφέρει να χτίσει μια τέτοια φιγούρα, που όποτε θα ρίξει κάποιο νέο track ή θα κάνει μια live εμφάνιση, το κοινό θα είναι εκεί και θα ακούσει. Πώς όταν ανακοινώνει live θα κάνει sold-out εντός λίγων ωρών. Ή ακόμα το πώς έχει καταφέρει να συνενώσει ανθρώπους από όλες τις ηλικιακές ομάδες αλλά και από διαφορετική ταξική βάση. Ένας καλλιτέχνης που δεν είναι προϊόν της προώθησης αστικών μέσων (στη πορεία του έχει δώσει συνεντεύξεις μετρημένες στα δάχτυλα), αλλά λόγω του ήχου και των στίχων του έχει δημιουργήσει ένα φανατικό κοινό. Και όσο τα μέσα προσπαθούν να τον καταλάβουν, να τον «πιάσουν», να καρπωθούν από αυτόν δεν τα καταφέρνουν – ή καταλήγουμε από τραγελαφικές αναλύσεις γύρω από την καλλιτεχνική υφή του έως και σε επιθέσεις λόγω της αντικομφορμιστικής καλλιτεχνικής υφής του.
Το κρίσιμο στοιχείο-συστατικό στον «θόρυβο» που δημιουργεί ο ΛΕΞ είναι ότι μιλάει σπάνια και όταν μιλάει, μιλάει μονάχα μέσα από τη μουσική του. Με στίχους που διαπερνάνε με τέτοιο τρόπο την ψυχοσύνθεση του εκάστοτε ακροατή που καταφέρνει να δημιουργήσει ένα συλλογικό σημείο αναφοράς στην σύγχρονη μαζική κουλτούρα. Είναι μια αντίφαση στην εποχή των μιντιακών περσόνων, αλλά και μια άνευ προηγουμένου συνένωση της μαζικής λαϊκής απήχησης με το ειλικρινές, το ώριμο και το βάθεμα.
Ο ΛΕΞ αποτελεί προϊόν της εποχής της κοινωνικής εξαθλίωσης, των μνημονίων, της κυριαρχίας του ατομικού έναντι του συλλογικού. Αλλά είναι και παιδί της γενιάς που το ραπ αποτελούσε μια υποκουλτούρα, ένα underground είδος, μια μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης που υποτιμούνταν από τα συστημικά μέσα και αποτελούσε ένα άκουσμα για μια συγκεκριμένη μερίδα του κόσμου, του πιο «ψαγμένου» – όπως πολλές φορές ονομάζεται από κάποιους.
Σε προηγούμενα έργα του δημιουργεί εικόνες νοσταλγικές, ρεαλιστικές και με μια δόση φουτουριτισμού, που επιχειρούν να συμπυκνώσουν την ιστορική συγκυρία, την κοινωνική εμπειρία και την συλλογική της συνείδηση με έναν τρόπο εσωτερικό και ειλικρινή, που αγγίζει τα βιώματα μιας γενιάς που έχει υποστεί την σαν προνομιακός (αν όχι μοναδικός) αυθεντικός εκφραστής της.
Για την κουλτούρα

Την τελευταία δεκαετία έχει παρατηρηθεί μια ραγδαία μετάβαση και ανέλιξη της ελληνικής ραπ σκηνής, καθώς βρίσκει μεγαλύτερα ακροατήρια και εν έτει 2025 καταφέρνει και κλείνει μέχρι και γήπεδα όπως το ΟΑΚΑ. Οι δουλειές του ΛΕΞ ως μέρος του γκρουπ Βόρεια Αστέρια ή στον πρώτο του σόλο δίσκο Ταπεινοί Και Πεινασμένοι βγήκαν ακριβώς σε μια τελείως διαφορετική περίοδο για την ελληνική ραπ σκηνή, όπου η αναγνώριση έρχονταν μέσα από diylives σε πάρκα και πλατείες ή μικρά μαγαζιά, και τα μέσα προώθησης ήταν σαφώς περιορισμένα – στον αντίποδα τώρα υπάρχουν μια σειρά από πλατφόρμες που δίνουν νέου τύπου δυνατότητες, όπως το Spotify. Με την τεράστια έκρηξη του trap και του drill ήχου διεθνώς, της δημιουργίας μιας νέας μουσικής βιομηχανίας γύρω από το ραπ και την μετατροπή του σε κυρίαρχη μορφή διασκέδασης, που έρχεται να αντικαταστήσει το λαϊκό ή το ποπ, η ραπ κουλτούρα έχει περάσει σε ένα νέο στάδιο. Από υποκουλτούρα – και ενίοτε αντικουλτούρα – σε μια νέα εκδοχή της κυρίαρχης κουλτούρας.
Η αλλαγή αυτή μπορεί να ακουμπάει ακόμα μεγαλύτερα κοινά, ωστόσο παρατηρείται πως συνήθως συνοδεύεται με μια επαναϊστορικοποίηση και επανακοινωνικοποίηση της ίδιας της ραπ κουλτούρας – και μιλάμε για μια εποχή που είναι τόσο πανταχού παρούσα που έχει καταστεί σχεδόν αόρατη. Καθώς πλέον εξαπλώνεται παντού, ο κίνδυνος να χαθεί ο ιδιαίτερος ιστορικός χαρακτήρας της, το street culture και ο ταξικός της στίχος, είναι κάτι που απασχολεί τον ΛΕΞ, όπως φαίνεται και από τον τελευταίο του δίσκο Γ.Τ.Κ. που ασχολείται κυρίως με αυτό. Άλλοτε με νοσταλγία και άλλοτε με πηγαία αναγνώριση της «νέας τάξης πραγμάτων», ο ΛΕΞ, βλέποντας την above-and-beyond-mainstream εξάπλωσή της, καυτηριάζει όπως κανένας άλλος καλλιτέχνης πως η ραπ κουλτούρα όσο διαχέεται άλλο τόσο κονιορτοποιείται.
Το χιπ χοπ σαν είδος ήταν ανέκαθεν μία λεξιπλαστική μορφή μουσικής, με μια «τρύπια» αισθητική που από τις γειτονιές του Κουίνς και του Κόμπτον έβρισκε κοινωνικό έρεισμα στις γειτονιές της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης. Βασικό της στοιχείο ήταν πάντα ο στίχος και πώς αυτός που θα τον ερμήνευε θα μπορούσε να τον χειριστεί επιδέξια πάνω στη μουσική. Και επειδή το χιπ χοπ είναι συνυφασμένο με την φράση «η μουσική των καταπιεσμένων», ακόμα και αν οι αγαπημένοι μας ράπερς κλείνουν το ΟΑΚΑ, είναι δύσκολο να αφαιρεθεί αυτός ο ιστορικός του χαρακτήρας.
Το ραπ έχει τη μοναδική ικανότητα να βάζει στον ίδιο στίχο, σε μια ρίμα, σημεία αναφοράς της ποπ κουλτούρας όπου συναντιέται το «υψηλό» και το «χαμηλό». Και ο ΛΕΞ το γνωρίζει αυτό, τοποθετώντας διαδοχικά μια αναφορά στον Μάνταλο μαζί με το The Wire, στο Naruto με τα παπούτσια Nike. Αντιπροσωπεύει ένα πνεύμα λαϊκού μοντερνισμού, που αμφισβητεί τις αισθητικές ιεραρχίες της υψηλής και της χαμηλής κουλτούρας και παραμένει γοητευτικό και προσβάσιμο. Είναι ο ορισμός της ραπ κουλτούρας.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 28-29 Ιουνίου
















