Log in

Registration

Εθνική «αποσύνθεση» στο φόντο της καπιταλιστικής κρίσης

Posted: October 15, 2017 / in: Αποψεις, Οι Καταλανοί στο απόσπασμα, Πρωτοσελιδο / Comments Off on Εθνική «αποσύνθεση» στο φόντο της καπιταλιστικής κρίσης

του Παναγιώτη Μαυροειδή

Ναι» ή «Όχι» λοιπόν στην ανε­ξαρτησία της Καταλονίας από την Ισπανία; Με το αί­τημα εθνικής αυτοδιάθεσης της Καταλονίας ή με τον επι­θετικό εθνικισμό της Μαδρίτης;

Φαίνεται σαν ειδικό θέμα, καθώς οι Κατα­λανοί αποτελούν ένα αρχαίο έθνος με ξεχω­ριστή κουλτούρα και γλώσσα, ενώ και η δια­μάχη έχει και διαχρονικό χαρακτήρα.

Εντελώς πρόσφατα, όμως, η Μεγάλη Βρετανία, μια ιμπεριαλιστική δύναμη, με τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στη ΕΕ, απο­φάσισε με δημοψήφισμα την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Την ίδια στιγμή η Σκο­τία διεκδικεί την αποχώρηση από τη Βρετα­νία! Ο πλούσιος Ιταλι­κός Βορράς ζητάει αυ­τονομία. Στο Βέλγιο, οι αντιθέσεις Βαλόνων και Φλαμανδών οδη­γούν συχνά σε αδυνα­μία σχηματισμού κυ­βέρνησης.

Υπάρχει, συνεπώς, μία εκ νέου ανάδυση του εθνικού ζητήμα­τος, όχι μόνο εκεί όπου υπάρχει θέμα εθνι­κής ολοκλήρωσης, όπως στην περίπτωση των Κούρδων ή των Παλαιστινίων. Πρέπει μάλιστα να επισημανθεί η ένταση που παίρ­νει ειδικά μέσα στις χώρες του ανεπτυγμέ­νου καπιταλιστικού κόσμου.

Έχουμε ένα πολύ ευρύτερο φαινόμενο, που συνίσταται στη βαθιά κρίση και σαφή απονομιμοποίηση στη λαϊκή συνείδηση τόσο υπερεθνικών υπερκρατικών «ολοκληρώσε­ων», όπως αυτή της ΕΕ όσο και ξεχωριστών εθνών-κρατών, δηλαδή και των δύο μορφών ενοποίησης που γέννησε η ανάδυση και ηγε­μόνευση της αστικής τάξης.

Το έθνος-κράτος όριζε ένα σαφή τόπο/χώρο εξουσίας της αστικής τάξης άρα και άσκησης κυριαρχίας και οικονομικής δρα­στηριότητας. Αποτελούσε καταφύγιο αλλά και ορμητήριο εξόρμησης του κεφαλαίου. Ταυτόχρονα, η πολιτική του νομιμοποίηση απαιτούσε ένα κάποιο κοινωνικό και πολιτι­κό συμβόλαιο με τις υποτελείς τάξεις, δηλα­δή εγγυήσεις κοινωνικής προστασίας και δι­αφύλαξης ιστορικής συνέχειας.

Στο σύγχρονο καπιταλισμό έχουμε ανά­πτυξη όχι μόνο μορφών καπιταλιστικής οι­κονομικής διεθνοποίησης αλλά και (πάντα ατελών) μορφών πολιτικής ολοκλήρωσης με κυρίαρχο παράδειγμα αυτό της ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό τροποποιούνται σημαντικά οι όροι πολιτικής κυριαρχίας των ξεχωριστών εθνών-κρατών, γεγονός που επιφέρει τερά­στιες αλλαγές.

Στη λαϊκή συνείδηση των πολιτών τους, τα κράτη δεν προσφέρουν πλέον τις εγγυ­ήσεις που ιστορικά είχε υποσχεθεί το κοι­νωνικό και πολιτικό συμβόλαιο συγκρότη­σής τους. Αντίθετα, μπροστά στις εργαζόμε­νες μάζες όλο και περισσότερο εμφανίζονται δύο παράλληλες κινήσεις που ροκανίζουν τις παλιές κοινωνικές και πολιτικές συμβάσεις.

Από τη μια, υπάρχει μια κίνηση «από τα μέσα προς τα έξω», με ηθελημένη (συχνά εξαναγκαστικά ηθελημένη, αλλά ηθελημέ­νη) μεταφορά εξουσιών από τα κράτη-έθνη προς υπερεθνικά κέντρα, τις αποφάσεις των οποίων φυσικά αδυνατούν ακόμη και τυπι­κά να ελέγξουν οι λαοί των πρώτων. Από την άλλη, αναπτύσσεται μια παράλληλη κίνηση «από τα κάτω προς τα πάνω», στο ίδιο των εσωτερικό των κρατών-εθνών, με περιστολή ακόμη και αυτής της κολοβής αστικής δη­μοκρατίας και αναβάθμιση αδιαφανών, εξω­κοινοβουλευτικών μορφών διακυβέρνησης.

Οι συνέπειες αυτών των δύο αναπτυσσόμενων τάσε­ων είναι όλο και πιο φανερές όσο και δραματικές: Μεγά­λη υποβάθμιση των κοινωνι­κών πολιτικών που αφορούν την πλειοψηφία, όσο και κά­θε μορφής λαϊκού ελέγχου και τυπικής έστω κυριαρχίας.

Οι αποσχιστικές τάσεις φορούν εθνικά ενδύματα, αλλά δεν είναι στενά εθνικές. Αποτελούν μορφές διεκδίκησης ή ανάκτησης κυριαρ­χίας ή έστω αίσθησης κυριαρχίας και δυνα­τότητας ελέγχου πάνω στις συνθήκες ύπαρ­ξης των λαϊκών τάξεων σε ένα δοσμένο χώ­ρο, που πλέον δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τα σύνορα του παλιού κράτους τους. Όπως πάντα, η αναζήτηση της απαραίτητης ταυτό­τητας, συχνά δανεισμένη από το παρελθόν, στην εθνική γλώσσα ή/και την θρησκεία, έρ­χεται να προσφέρει μια νέου τύπου νομιμο­ ποίηση που αναπτύσσεται παρά και ενάντια στο νόμο του όποιου «κέντρου».

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι αποσχι­στικές τάσεις κάθε είδους, ειδικά στον ανε­πτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο, αναπτύσ­σονται ακόμη πιο γρήγορα μετά την μεγάλη καπιταλιστική κρίση του 2008 και ακόμη ει­δικότερα με την συνεχόμενη κρίση της ΕΕ. Συνδέονται πολύ στενά με την πολιτική δια­πάλη και τη διεκδίκηση της πολιτικής εξου­σίας (στην κυβερνητική διαχειριστική μορ­φή). Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το κίνημα για ανεξαρτησία της Καταλονίας πήρε φτε­ρά, αμέσως μετά την κατάρρευση της ελπίδας «πολιτικής αλλαγής» στο κεντρικό Ισπανι­κό κράτος μέσω των Podemos, με την προσ­δοκία πως «εμείς εδώ στην Καταλονία ίσως μπορούμε». Το συνολικό πλέγμα των σύγ­χρονων αντιθέσεων καταρρίπτει τους μύθους περί μιας απόλυτης παγκοσμιοποίησης χω­ρίς αντιθέσεις που «αντικειμενικά» επιφέρει η καπιταλιστική ανάπτυξη και η οποία δήθεν απλά επιζητεί αριστερό τιμονιέρη για να απο­κτήσει προοδευτικό πρόσημο. Η καπιταλιστι­κή διεθνοποίηση είναι πράγματι αναπτυσσό­μενη τάση, που όμως προσκρούει στον εν­δο-καπιταλιστικό ανταγωνισμό και στα εθνι­κά κεφάλαια που έχουν ως σταθερή αφετη­ρία τα χωριστά κράτη.

Η εποχή μας μυρίζει ανταγωνισμό, πό­λεμο, αίμα, διάσπαση, προσφυγιά και φόβο, παρά ενοποίηση. Πρέπει να ερμηνεύσουμε και να καλοδεχτούμε την αποσύνθεση των αστικών ενοποιήσεων, είτε στην μορφή των εθνών-κρατών είτε στη μορφή των «ολοκλη­ρώσεων». Οφείλουμε να προβάλουμε το δι­κό μας στρατηγικό πρόταγμα για μια νέα δι­εθνιστική κομμουνιστική ενοποίηση η οποία καταργώντας την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, υπερβαίνει τους εθνικούς, θρησκευτικούς, φυλετικούς ή άλλους δια­χωρισμούς μεταξύ των ανθρώπων. Όραμα μας δεν είναι ένας κονιορτοποιημένος κό­σμος αντιμαχόμενων εθνικών ή θρησκευ­τικών ψηφίδων, που θα αναζητούν μάταια επιβίωση μέσω της αλληλοεξόντωσης. Ού­τε ένας αλεσμένος ανθρώπινος πολτός ομοι­όμορφα απλωμένος κατά τα γούστα της πα­γκόσμιας «κουλτούρας» της «αγοράς» που ενοποιεί τον κόσμο με τα εμπορικά σήματα και τους εξισώνει τεχνητά με την κατανάλωση των συμβόλων και σκουπιδιών της.

Η ομορφιά στη φύση βρίσκεται ακριβώς στην ποικιλία και όχι στην μονοχρωμία. Την ίδια ώρα, δε χρειάζεται και δεν υπάρχει κανέ­να απολύτως σύνορο μεταξύ των θαυμάτων της. Αυτή η ασύνορη ποικιλία είναι που κά­νει ένα θαυμαστό ενιαίο κόσμο που πάλλε­ται. Ο καπιταλισμός όχι μόνο δεν αντιστοιχεί «στη φύση του ανθρώπου», αλλά, αντίθετα, είναι ακριβώς «παρά φύσει» κοινωνικό σύ­στημα. Άλλωστε: «πρώτα μπήκαν τα αμπέ­λια και μετά τα σύνορα»…

Η στρατηγική αυτή αφετηρία, παρά την «αντικειμενική» ωριμότητα πραγμάτωσής της σήμερα, απέχει σημαντικά από μια δυ­νατότητα άμεσης υλοποίησης. Έτσι το σύν­θημα για ένα κόσμο χωρίς σύνορα, σε μια πραγματικότητα όπου τα σύνορα φτιάχνο­νται και αλλάζουν με αίμα και όπου η πολι­τική και στρατιωτική υπεροπλία των ηγεμο­νικών καπιταλιστικών δυνάμεων δίνει τον τόνο, δε θα βρίσκει δρόμο για ηγεμονία, χω­ρίς την αναγκαία τακτική απέναντι στα εθνι­κά κινήματα. Απαιτείται «συγκεκριμένη ανά­λυση της συγκεκριμένης κατάστασης», χω­ρίς δογματισμούς.

«Ναι στον χωρισμό, ναι στην ανεξαρτη­σία της Καταλονίας, ως προϋπόθεση για μια νέα ενοποίηση». Αυτή περίπου είναι η στάση δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς στην Καταλονία (CUP), σε επικοινωνία με το εθνικό αίσθημα, αλλά και σε αντιπαράθεση με τον φιλο-ΕΕ εθνικισμό της Δεξιάς και της εκεί Κεντροαριστεράς.

Από την άλλη, στην περίπτωση επανέ­νωσης των δύο Γερμανιών μετά την «πτώ­ση του τείχους» το 1989 η γερμανική ριζο­σπαστική αριστερά, στάθηκε ενάντια προβάλ­λοντας το σύνθημα «ποτέ ξανά Γερμανία!» και μιλώντας για αποικιοκρατική προσάρτη­ση της ΛΔΓ. Ήταν μια σωστή πολιτική στά­ση, παρ’ότι δεν υπηρετούσε το κριτήριο της «εθνικής ολοκλήρωσης» που για τις επανα­στατικές κομμουνιστικές δυνάμεις ούτε θέ­σφατο είναι, ούτε σύνθημα παντός καιρού…

Αντίστοιχα, τόσο η ελληνική όσο και η τουρκική κομμουνιστική Αριστερά, με πολ­λές αποχρώσεις και διαφορές σε κάθε χώρα, δεν θέτουν ζήτημα εθνικής ενοποίησης με δι­πλή ένωση με Ελλάδα και Τουρκία των Ελ­ληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων αντίστοι­χα. Αντίθετα, μιλούν για ενιαία και ανεξάρτη­τη Κύπρο χωρίς ξένα στρατεύματα και αδι­απραγμάτευτο σεβασμό των δικαιωμάτων όλων των κοινοτήτων.

Τα κριτήρια της επαναστατικής στάσης δεν είναι καθόλου αφηρημένα και απροσδι­όριστα: Από τη μια πρέπει να υπάρχει η στα­θερή πυξίδα της στρατηγικής δηλαδή η προ­οπτική ενοποίησης που θα υπερβαίνει εθνι­κούς και θρησκευτικούς διαχωρισμούς. Από την άλλη, είναι αναγκαίο και εντός της τακτι­κής, να επιδιώκεται σταθερά το κοινωνικό-τα­ξικό ζήτημα να ηγεμονεύει του εθνικού και όχι αντίστροφα.

© Some rights reserved 2017 - ΠΡΙΝ Παλιά μορφή και προηγούμενα άρθρα