Κωστής Ζαχαρόπουλος
Οι καυτές καιρικές συνθήκες που φέρνει τα καλοκαίρια η κλιματική αλλαγή δεν είναι για όλους το ίδιο. Στις τσιμεντένιες ερήμους των πόλεων η εργατική τάξη και τα φτωχότερα στρώματα ζουν σε γειτονιές χωρίς πράσινο και σε σπίτια χωρίς μόνωση. Ταυτόχρονα, η πανάκριβη ενέργεια δεν επιτρέπει την επαρκή χρήση κλιματισμού. Η ζωή γίνεται αφόρητη, κι ακόμα περισσότερο για όσους/ες εργάζονται σε συνθήκες καύσωνα.
Η κλιματική κρίση μέσα στο σπίτι μας
Για πολλές δεκαετίες η κλιματική κρίση, που προκαλεί η αλόγιστη και μη βιώσιμη ανάπτυξη του καπιταλισμού, νοούταν ως ένα φαινόμενο πολύ μακρινό. Οι πυρκαγιές σε δασικές εκτάσεις των τροπικών, οι εικόνες των πάγων που λιώνουν, τα εκατοντάδες είδη ζώων και φυτών που χάνουν τα οικοσυστήματα τους ήταν εικόνες θλιβερές μεν, αλλά ξένες για μία πολύ μεγάλη μερίδα της Δύσης. Ακόμα και οι ιστορίες καταστροφής κοινοτήτων ιθαγενών ανά τον πλανήτη λόγω εξάντλησης των ιστορικών τους τόπων έβρισκαν ευαίσθητα αυτιά, όμως πάντοτε υπό το πρίσμα της ασφάλειας πως η πραγματικότητα αυτή απέχει πολύ από τις μητροπόλεις του καπιταλισμού και τα κέντρα της οικονομικής ανάπτυξης. Οι πόλεις ήταν πάντα πιο ζεστές, με χειρότερη ποιότητα αέρα, φωτορύπανση και ηχορύπανση αλλά θεωρητικά σε λογικά πλαίσια χωρίς σοβαρούς κινδύνους.
Ωστόσο, όσο η κλιματική κρίση δεν αντιμετωπίζεται στην ουσία της, δηλαδή με μία ολική αλλαγή στην παραγωγή και στις σχέσεις ανθρώπου-φύσης, τα δεινά οξύνονται, καθώς εδώ και αρκετά χρόνια πλέον οι επιπτώσεις φαίνονται ξεκάθαρα ακόμα και στις μέχρι πρότινος νοούμενες «απόρθητες» μεγαλουπόλεις. Ενδεικτικά, το τελευταίο κύμα καύσωνα που χτύπησε την Ευρώπη στο δεύτερο μισό του Ιουνίου υπολογίζεται πως άφησε πίσω του 14.000 υπερβάλλοντες θανάτους, δηλαδή θανάτους που δεν θα είχαν συμβεί εάν δεν υπήρχε το φαινόμενο αφόρητης ζέστης. Συνυπολογίζοντας το οικονομικό κόστος στις πλάτες των χαμηλών λαϊκών στρωμάτων, τις μη θανατηφόρες επιπλοκές υγείας και υλικές ζημιές είναι προφανές πως η κλιματική καταστροφή είναι πλέον «μέσα στο σπίτι μας» με την πολύ στενή έννοια του όρου.

Τα μεγάλα αστικά κέντρα είναι ιστορικά αναπόσπαστο στοιχείο του καπιταλισμού. Από τις πρώτες μαζικές εισροές στις πόλεις που στέγαζαν εργοστάσια κατά την βιομηχανική επανάσταση του 18ου και 19ου αιώνα, μέχρι τις μεγαλουπόλεις του σήμερα, υπάρχει η τάση συγκέντρωσης από την ύπαιθρο στο κέντρο. Αρκεί να σκεφτεί κανείς, πως σήμερα άνω του 50% της ανθρωπότητας κατοικεί σε αστικά κέντρα, ενώ παγκοσμίως υπάρχουν περισσότερες από 500 πόλεις με πληθυσμό μεγαλύτερο του ενός εκατομμυρίου! Συγχρόνως, τα αστικά κέντρα, και δη τα μεγαλύτερα εξ αυτών, παίζουν διπλό ρόλο στην κλιματική καταστροφή, τόσο ως εστιασμένα πεδία πολύ υψηλών θερμοκρασιών, όσο και ως επιταχυντές της περιβαλλοντικής κρίσης, μέσα από τα υπέρογκα ποσά αεριών του θερμοκηπίου που εκπέμπονται σε αυτά. Μία απλή ανασκόπηση στα στατιστικά στοιχεία θανάτων λόγω καύσωνα και λοιπών υγειονομικών επιπλοκών στους κατοίκους των πόλεων αρκεί για να φανεί η έκταση του προβλήματος. Ωστόσο, από τις περισσότερες μελέτες και ειδήσεις περνάει «στα ψιλά» η ταξική διάσταση του ζητήματος. Οι πόλεις δεν είναι ομοιογενή δημιουργήματα. Κρύβουν μια ταξική γεωγραφία, η οποία αναδύεται και στις ημέρες καύσωνα με τον πλέον ωμό και κυνικό τρόπο.
Πριν καν διαβεί κανείς το κατώφλι ενός κτιρίου, η ταξική φύση του καύσωνα είναι πανταχού παρούσα. Η απουσία δέντρων και φυτών από τις περισσότερες μεγάλες πόλεις του ευρωπαϊκού νότου είναι μία εικόνα πολύ οικεία σε όλους, ενώ στην ελληνική πρωτεύουσα συγκεκριμένα το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα οξύ. Από το 2021, κατόπιν μίας δημοσίευσης μίας δανέζικης ερευνητικής ομάδας αξιοποιείται ως μέτρο ποσοτικοποίησης του πρασίνου στις πόλεις ο λεγόμενος κανόνας «3-30-300». Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, για να θεωρηθεί μία αστική περιοχή επαρκώς «πράσινη» πρέπει από κάθε σπίτι να είναι ορατά τουλάχιστον τρία δέντρα, να υπάρχει κάλυψη από φυτά σε ποσοστό 30% και τέλος όλες οι κατοικίες να μην απέχουν περισσότερα από 300 μέτρα από κάποιο πάρκο ή άλσος. Παρόλο που η ιδέα αγκαλιάζεται όλο και περισσότερο από την επιστημονική κοινότητα, η εφαρμογή της στις πόλεις της Ευρώπης είναι στην καλύτερη απογοητευτική.
Τον Απρίλη του 2026 μία έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Communication έφερε στην επιφάνεια την ζοφερή πραγματικότητα. Σε 862 πόλεις της Ευρώπης που μελετήθηκαν, μόλις το 13,5 % των κατοίκων κατά μέσο όρο ζει σε γειτονιές που πληρούν και τα τρία κριτήρια ενώ για τις ελληνικές πόλεις το ποσοστό αυτό είναι τρομακτικά χαμηλότερο με επτά πόλεις σε ποσοστό μικρότερο του 2%, τρεις, συμπεριλαμβανομένης της Αθήνας στο 2-4% και τέσσερις, μαζί με την Θεσσαλονίκη στο 4-8%. Όπως είναι αναμενόμενο και γνωστό από πληθώρα επιστημονικών ερευνών, οι περιοχές που είναι πιο πυκνό το πράσινο συνδέονται με μεγαλύτερο οικονομικό πλούτο. Παράλληλα, οι πιο φτωχικές συνοικίες των πόλεων, που χαρακτηρίζονται από μεγάλες τσιμεντένιες πολυκατοικίες χτισμένες πολύ πυκνά και συχνά άναρχα, λειτουργούν ως «παγίδες» που εγκλωβίζουν την ζέστη και συγκροτούν αστικές θερμικές νησίδες. Συνυπολογίζοντας τον ζεστό αέρα που βγάζουν στην ατμόσφαιρα τα εκατοντάδες χιλιάδες κλιματιστικά που λειτουργούν στις περισσότερες μεγάλες ελληνικές πόλεις, η θερμοκρασία ανεβαίνει ακόμα περισσότερο.
Η εικόνα της ταξικής γεωγραφίας των υψηλών θερμοκρασιών επεκτείνεται μέσα από την κίνηση και το οξύ κυκλοφοριακό ζήτημα της Ελλάδας, κυρίαρχα της Αθήνας. Στην πρωτεύουσα, οι περισσότερες εργατικές περιοχές χαρακτηρίζονται από αυξημένη κίνηση οχημάτων, η οποία συμβάλλει στην αύξηση της θερμοκρασίας, ενώ το κέντρο με την πλήρη απουσία πεζοδρομημένων τετραγώνων εκτός της τουριστικής περιοχής μοιάζει σε κάτοψη με ένα άθροισμα από ρυάκια ασφάλτου, η οποία σε μέρες καύσωνα μπορεί να ξεπεράσει τους 60-70 βαθμούς Κελσίου. Τέλος, ο συστηματικός περιορισμός των ελεύθερων δημόσιων χώρων όχι μόνο συμβάλλει περεταίρω στην «από-πρασινοποίηση» των αστικών κέντρων αλλά συγχρόνως επιβάλλει ένα επιπλέον ταξικό φίλτρο στην μάχη ενάντια στον καύσωνα, που ωθεί τον κόσμο σε δραστηριότητες σε εσωτερικούς χώρους με κλιματισμό ή ιδιωτικά πάρκα, πισίνες και υπαίθριους χώρους διασκέδασης – επιλογές που πολύ σπάνια είναι δωρεάν.
Αν η κατάσταση στους ανοιχτούς χώρους των πόλεων προκαλεί έντονο προβληματισμό, η ταξική σχέση του καύσωνα με τους εσωτερικούς χώρους απλά επιβεβαιώνει το βάθος του ζητήματος. Οι κάτοικοι μεγάλων πόλεων της χώρας, και ιδιαίτερα στην Αθήνα, έρχονται αντιμέτωποι με μία διπλή απειλή. Από την μία, τα περισσότερα κτίρια που μένει η πληττόμενη πλειονότητα είναι χτισμένα προ δεκαετιών και από την άλλη, επικρατεί σκληρή ενεργειακή φτώχεια. Εξετάζοντας το πρώτο μισό του διπόλου βλέπει κανείς πως η στεγαστική συνθήκη δεν ανταποκρίνεται σε καμία των περιπτώσεων στην κλιματική. Χαρακτηριστικά, περισσότερα από τα μισά σπίτια της χώρας στερούνται ουσιαστικής θερμομόνωσης. Φυσικά στα αστικά κέντρα αυτό επηρεάζει το κέντρο και τις πιο φτωχές γειτονιές. Έρευνες στο παρελθόν στο εσωτερικό κατοικιών λαϊκών συνοικιών στην Αθήνα φανερώνουν θερμοκρασίες άνω των 30 βαθμών Κελσίου, ενώ σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις είναι σχεδόν 40! Επιπροσθέτως, τα λαϊκά νοικοκυριά μπορούν πολύ δυσκολότερα να επενδύσουν σε κουφώματα και παράθυρα νέας τεχνολογίας, γεγονός που ανεβάζει παραπάνω τις θερμοκρασίες στα σπίτια.
Η άλλη πτυχή αφορά την αδυναμία ενός πολύ μεγάλου ποσοστού του ελληνικού πληθυσμού να ανταπεξέλθει οικονομικά στις ενεργειακές απαιτήσεις για ένα δροσερό σπίτι. Υπολογίζεται (ανάλογα με τα κριτήρια) πως 10-30% των κατοίκων της χώρας βρίσκονται υπό καθεστώς ενεργειακής φτώχειας, ενώ οι τιμές του ρεύματος ευνοούν την αύξηση αυτού του ποσοστού στα επόμενα χρόνια. Κάτι τέτοιο σημαίνει πως το κλιματιστικό καθίσταται ένα προϊόν πολυτελείας και η χρήση του, αν και ζωτικής σημασίας, ένα προνόμιο για τον πλούσιο. Εν τέλει η αδυναμία των κτιρίων να προστατέψουν τους κατοίκους από τον καύσωνα είναι ένα στοιχείο της ευρύτερης στεγαστικής κρίσης και της ακρίβειας και ως τέτοιο έχει σκληρό ταξικό χαρακτήρα.
Στο φόντο ενός φλεγόμενου πλανήτη, λοιπόν, οι πόλεις είναι στην πρώτη γραμμή του κινδύνου. Η ελληνική πραγματικότητα, ειδικότερα, φανερώνει μια αρκετά επικίνδυνη εικόνα, καθώς τόσο εκτός, όσο και εντός του σπιτιού το πρόβλημα δεν λύνεται αλλά αντιθέτως φαίνεται να βαθαίνει χρόνο με τον χρόνο για την ταξική πλειοψηφία.
Ματωμένα εργατικά καλοκαίρια
Πολύ επικίνδυνη η εργασία σε συνθήκες καύσωνα

Ο καύσωνας στις πόλεις δεν επηρεάζει με ίδιο τρόπο όλους τους κατοίκους. Κάθε καλοκαίρι υπάρχουν δεκάδες θάνατοι σε εργατικά ατυχήματα, κυρίως σε κλάδους με εξωτερικές δουλειές, όπως η οικοδομή και το ντελίβερι. Ειδικότερα, οι εκτιμήσεις τοποθετούν τις απώλειες ζωής λόγω καύσωνα στο 10-15% των θανάσιμων εργατικών ατυχημάτων. Συνυπολογίζοντας και τις επιπλοκές υγείας που προκύπτουν κατά τους καλοκαιρινούς μήνες σε εργαζόμενους τόσο σε εξωτερικούς, όσο και σε εσωτερικούς χώρους, φαίνεται πως οι υψηλές θερμοκρασίες αποτελούν σοβαρό κίνδυνο για την εργατική τάξη.
Η κυβέρνηση κάθε χρόνο εκδίδει σχετικές έκτακτες εγκυκλίους στις ημέρες καύσωνα, ωστόσο το πρόβλημα δεν φαίνεται να υποχωρεί. Προφανώς τα μέτρα που προτείνονται είναι ανεπαρκή και αναντιστοιχία της πραγματικότητας και απαιτείται σοβαρή επανεξέταση τους. Ενδεικτικό είναι πως για ακόμα μία φορά αυτή την εβδομάδα εκδόθηκε μία εγκύκλιος 26 σελίδων, η οποία στην πράξη θα έχει την επίδραση όλων των προηγούμενων, δηλαδή μηδαμινή! Παράλληλα, αξίζει να συνυπολογίσει κανείς την ετερογένεια των κλάδων και τις ιδιαιτερότητες που οδηγούν σε διαφορετικές επιπτώσεις του καύσωνα.
Το εργατικό κίνημα δεν μπορεί παρά να ορθώσει ανάστημα και να διεκδικήσει εργασιακές συνθήκες με αξιοπρέπεια και ασφάλεια στην πραγματικότητα των πόλεων που «ψήνονται». Ένας τέτοιος αγώνας εμπεριέχει αιτήματα όπως, για παράδειγμα, λογικά ωράρια εργασίας και αποφυγή των πολύ απαιτητικών και καταπονητικών εργασιών. Ωστόσο, ο αγώνας πρέπει να στοχεύσει και στην δεσμευτική φύση των μέτρων αυτών από μεριάς της εργοδοσίας. Σε θέματα ζωής και θανάτου δεν μπορεί να υπάρχει ελαστικότητα εις βάρος του εργαζόμενου. Αν η κυβέρνηση επιλέγει να κάνει τα στραβά μάτια στον αριθμό των νεκρών και να εμφανίζει εγκυκλίους αδιαφορώντας για την εφαρμογή τους, το εργατικό κίνημα έχει καθήκον να βάλει φρένο.
Αγώνας για αξιοβίωτες συνθήκες ζωής
Αν γίνεται η παραδοχή πως ο καύσωνας στις πόλεις έχει ταξικό χαρακτήρα τόσο στα αίτια όσο και στις συνέπειες, είναι αυτονόητο πως και οι απαντήσεις θα προκύπτουν από την ταξική πάλη στηρίζοντας το δίκιο των «από κάτω». Η συζήτηση αυτή δεν μπορεί παρά να εντάσσεται σε έναν ευρύτερο αγώνα για το δικαίωμα στους δημόσιους χώρου. Στην Αθήνα, όπως και στις άλλες πόλεις εξελίσσεται συστηματικά μία απόπειρα εξάλειψης των ανοιχτών πάρκων και εστιών πράσινου. Αντίθετα προωθούνται τα ιδιωτικά εγχειρήματα και η ιδιωτικοποίηση των δημόσιων χώρων με σκοπό είτε την μετατροπή τους σε επενδυτικά πρότζεκτ. Όσο η επιβολή του κεφαλαίου στον ελεύθερο χώρο βαθαίνει μέρα με την μέρα, η αντικαπιταλιστική αριστερά οφείλει να μιλήσει για το δικαίωμα του καθενός να πάει σε ένα δροσερό πάρκο στην γειτονιά του τις ημέρες του καύσωνα χωρίς να πληρώσει.
Παράλληλα, το ζήτημα της ενεργειακής φτώχειας, ως θεμελιώδες πρόβλημα γενικότερα αλλά και ειδικότερα στην αντιμετώπιση των πολύ υψηλών θερμοκρασιών, δεν μπορεί παρά να βρίσκεται στο κέντρο κάθε προγράμματος πάλης. Χωρίς φτηνή ενέργεια και φρένο στην αχόρταγη κερδοφορία των καπιταλιστών του κλάδου δεν λύνεται απολύτως τίποτα! Μακριά από την λογική των επιδομάτων και των εξευτελιστικών κουπονιών, το εργατικό κίνημα πρέπει να θέσει μία κατεύθυνση προγραμμάτων θωράκισης του λαού από τον καύσωνα. Σε πιο μακροπρόθεσμο επίπεδο, είναι καίρια η ανέγερση και ανακαίνιση κτιρίων, ώστε να ανταποκρίνονται στις θερμομονωτικές ανάγκες του σήμερα, η αύξηση του πράσινου στις γειτονιές και μια σειρά ακόμα αιτήματα, τα οποία έρχονται σε ρήξη με την κατεύθυνση του καπιταλισμού και την κοινωνική γεωγραφία που έχει διαμορφωθεί στις πόλεις.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 25-26 Ιουλίου 2026













