Κώστας Παπαγεωργίου
Ο νέος Κώδικας για την «Αυτοδιοίκηση» αξιοποιεί την κωδικοποίηση για να παγιώσει και να εμβαθύνει όλες τις αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις της τελευταίας δεκαπενταετίας και να εισαγάγει νέα εργαλεία ελέγχου, αξιολόγησης και κυβερνητικής επιτήρησης των δήμων και των περιφερειών. Ενισχύει την ενιαιότητα της κρατικής λειτουργίας για να εδραιώσει τον ταξικό χαρακτήρα της τοπικής διοίκησης.
«Κοσμογονία» βλέπει η ΝΔ, θετικά ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ
Για κοσμογονία που θα επιλύσει το πρόβλημα της πολυνομίας και «μεταρρύθμιση με επίκεντρο τον πολίτη» έκανε λόγο ο υπουργός Εσωτερικών, Θ. Λιβάνιος, κατά την ψήφιση του νέου Κώδικα για τους ΟΤΑ. Για να αντικρούσει, μάλιστα, τις καθολικές αντιδράσεις για το νέο εκλογικό σύστημα ισχυρίστηκε πως «η αλλαγή του συστήματος φέρνει μεγαλύτερη συμμετοχή, η οποία δίνει μεγαλύτερη δύναμη στους δημάρχους». Προσθέτοντας ότι το προτεινόμενο εκλογικό σύστημα θα διευκολύνει τις προεκλογικές συνεργασίες, την κάθοδο κοινών ψηφοδελτίων, τον προγραμματικό διάλογο προεκλογικά. Ο νέος κώδικας, τελικά, πέρασε από τη Βουλή κατά πλειοψηφία και με τις επί της αρχής ψήφους μόνο των βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας.
Το ΠΑΣΟΚ υπερψήφισε τα 207 από τα 774 άρθρα του νομοσχεδίου. Αξιοσημείωτο είναι πως δεν καταψήφισε το άρθρο 138 που ενσωματώνει τον απαράδεκτο νόμο Βορίδη προβλέποντας την υποχρεωτική άσκηση έφεσης εναντίον πρωτόδικης απόφασης υπέρ της μονιμοποίησης των εργαζομένων. Την ίδια ώρα, ο Ν. Ανδρουλάκης πρότεινε την πιλοτική είσπραξη του ΕΝΦΙΑ από τους δήμους ως αντιστάθμισμα για την υποχρηματόδοτησή τους. Ο ΣΥΡΙΖΑ, παρότι έκανε κριτική στο νέο εκλογικό νόμο και ισχυρίστηκε πως «δεν απαντά στα πραγματικά προβλήματα των δήμων», υπερψήφισε 387 άρθρα, δηλαδή πάνω από το 50% των άρθρων! Η Ελληνική Λύση δεν ξέφυγε από τον ρατσιστικό της λόγο «βάζοντας τα» με τα συμβούλια μεταναστών, την ώρα που δεν υπάρχουν αντίστοιχα για τους ευάλωτους Έλληνες, όπως ισχυρίστηκε.
Από την πλευρά του, το ΚΚΕ καταψήφισε το σύνολο του νόμου επισημαίνοντας πως αποτελεί αντιδραστική μεταρρύθμιση. Βέβαια, το ζήτημα της ανυπακοής στον νόμο μένει να κριθεί από τη στάση του μέσα στα συμβούλια.
Τι περιλαμβάνει ο νέος Κώδικας για δήμους – περιφέρειες
Πίσω από τις θριαμβολογίες περί «εκσυγχρονισμού» δήμων και περιφερειών δεν μπορεί να κρυφτεί η επιδίωξη να μετατραπεί η Τοπική Διοίκηση σε ακόμη πιο αποτελεσματικό μηχανισμό εφαρμογής της κυβερνητικής πολιτικής και των στρατηγικών επιλογών του κεφαλαίου. Ο νέος Κώδικας δημιουργεί το αναγκαίο εκείνο πλαίσιο για τον διαχωρισμό των δήμων σε πλούσιους και φτωχούς, για τη μεγαλύτερη ταξική αναδιάρθρωση στον χώρο, για την ισχυρότερη επιχειρηματική λειτουργία του τοπικού κράτους.
Η κυβέρνηση υιοθετεί τις βέλτιστες πρακτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εφαρμόζει τη νέα αρχιτεκτονική της «πολυεπίπεδης διακυβέρνησης», δηλαδή τη διαδικασία διαρκούς μεταφοράς αρμοδιοτήτων, από το κεντρικό κράτος προς τα κάτω (τοπική και περιφερειακή διοίκηση), προς τα πάνω (ΕΕ) και προς τα έξω (ιδιώτες, στη λεγόμενη «κοινωνία των πολιτών»). Πρόκειται για τη συγκρότηση ενός νέου μοντέλου κρατικής διοίκησης, όπου οι αρμοδιότητες θα μετακινούνται διαρκώς, θα αξιολογούνται με δείκτες επίδοσης και θα ανακατανέμονται ανάλογα με τις ανάγκες της καπιταλιστικής ανάπτυξης, της δημοσιονομικής πειθαρχίας και του επιτελικού κράτους. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι αποτελεί προαπαιτούμενο για την απορρόφηση πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, που συνδέονται με αυτόν τον στόχο και οργανικό στοιχείο της συνολικής αναδιάρθρωσης του κράτους.
Στα έξι βιβλία και τα 774 άρθρα που περιλαμβάνει ο νέος Κώδικας εισάγει ένα σύνολο αντιδραστικών μεταρρυθμίσεων στα πεδία των αρμοδιοτήτων, των οικονομικών, του εκλογικού συστήματος και του πειθαρχικού ελέγχου των αιρετών. Οργανώνει την ακόμη στενότερη πρόσδεση δήμων και περιφερειών στο επιτελικό κράτος, την ενίσχυση της κυβερνησιμότητας των δημοτικών και περιφερειακών συμβουλίων, τη θωράκιση του πολιτικού συστήματος, τον αποκλεισμό των ενοχλητικών για το σύστημα φωνών.
Με πρόσχημα την ύπαρξη ιδιαιτεροτήτων ανά δήμο, εισάγεται το λεγόμενο «τεκμήριο της καθημερινότητας», σύμφωνα με το οποίο οι δήμοι αποκτούν τη δυνατότητα να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες σε ζητήματα που αφορούν την καθημερινή ζωή των κατοίκων, ακόμη και όταν οι σχετικές αρμοδιότητες δεν τους έχουν ανατεθεί ρητά. Ο νόμος, βέβαια, δεν συνοδεύει αυτό το τεκμήριο από την ανάλογη κρατική χρηματοδότηση ή τις αναγκαίες προσλήψεις μόνιμου προσωπικού. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως για ένα ρέμα που πλημμύρησε ή για την αποκατάσταση του φωτισμού σε ένα δρόμο, έργα για τα οποία οι σχετικές αρμοδιότητες δεν τους έχουν ανατεθεί ρητά και παλιότερα αναλάμβαναν δράση το κεντρικό κράτος ή οι αποκεντρωμένες διοικήσεις, πλέον θα μπορούν να πάρουν πρωτοβουλίες. Από την άλλη, η χρηματοδότηση της αρμοδιότητας θα κοστολογείται με βάση τις οδηγίες της ΕΕ και η διαχείριση της πόλης θα περάσει στα ιδιωτικά εργολαβικά συμφέροντα.
Αντίστοιχης λογικής μέτρο είναι και ο διαρκής επαναπροσδιορισμός των αρμοδιοτήτων με βάση τους δείκτες αξιολόγησης και τις κατευθύνσεις της ΕΕ. Δεν πρόκειται για μια ουδέτερη τεχνική διαδικασία. Για πρώτη φορά θεσμοθετείται ένα μόνιμο σύστημα διοίκησης μέσω αξιολόγησης, δεικτών επίδοσης, στοχοθεσίας και όρων επιχειρηματικού μάνατζμεντ, με βάση το οποίο θα κρίνονται οι αρμοδιότητες, οι χρηματοδοτήσεις και συνολικά η λειτουργία δήμων και περιφερειών.
Έτσι, η χρόνια υποχρηματοδότηση που επιβάλλουν οι μνημονιακοί κόφτες και έχει οδηγήσει σε μείωση των κρατικών πόρων προς τους δήμους κατά 32,3% σε σχέση με το 2009, εμφανίζεται ως «χαμηλή επίδοση» των δήμων και όχι ως συνειδητή κυβερνητική επιλογή, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για νέες ιδιωτικοποιήσεις, εργολαβίες και ανταποδοτικές υπηρεσίες. Ενώ, από την άλλη, η ενσωμάτωση στον νέο κώδικα της κύρωσης του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας και η αυτοχρηματοδότηση των δήμων μέσα από τοπικά χαράτσια, ενισχύουν το φορομπηχτικό ρόλο δήμων και περιφερειών. Διατηρείται το άδικο χαράτσι του τέλους ταφής και εισάγεται το Τέλος Τοπικής Ανάπτυξης (ΤΤΑ), ενώ, σχεδιάζεται σε επόμενο χρόνο ο διαχωρισμός των δημοτικών τελών από τους λογαριασμούς ενέργειας κατ΄ απαίτηση των παρόχων.
Η πρόσδεση της «Αυτοδιοίκησης» στο επιτελικό κράτος γίνεται ακόμα πιο στενή, ενισχύεται ο αυταρχισμός και το δημαρχοκεντρικό μοντέλο, καθώς και οι δρόμοι εμπορευματοποίησης και ιδιωτικοποίησης σε βάρος των κατοίκων
Οι Αναπτυξιακοί Οργανισμοί, οι διαδημοτικές συνεργασίες και οι νέες μορφές ψηφιοποιημένης διοίκησης αποκτούν ακόμη πιο κεντρικό ρόλο στη λειτουργία της τοπικής διοίκησης, αποτελώντας βασικό εργαλείο παράκαμψης των δημοτικών υπηρεσιών και των συλλογικών οργάνων, όπως τα δημοτικά συμβούλια, ώστε να συμβάλλουν σε ένα ακόμα πιο φιλοεπενδυτικό περιβάλλον, με αντίστοιχες προβλέψεις για επιχειρηματική αξιοποίηση τοπικών πόρων. Στο πλαίσιο αυτό, με το άρθρο 550 του νέου Κώδικα, το οποίο εισάγει την «Αξιοποίηση ακινήτων με σύμβαση κοινωνικής αντιπαροχής» επιταχύνονται η εμπορευματοποίηση και η εκποίηση της δημόσιας περιουσίας. Πρόκειται για το νέο αντιδραστικό όχημα παράδοσης της δημοτικής ακίνητης περιουσίας και των ελεύθερων χώρων-φιλέτων σε μεγαλοεργολάβους και στο real estate, με πρόσχημα την κοινωνική κατοικία, την ώρα μάλιστα που οι ανάγκες των εργαζομένων για φτηνή, ποιοτική στέγη τσακίζονται.
Στο επίπεδο των εργασιακών σχέσεων, ο νέος κώδικας όχι μόνο δεν παίρνει κανένα μέτρο για την υποστελέχωση κρίσιμων υποδομών και υπηρεσιών και την εμπέδωση των ελαστικών σχέσεων εργασίας για χιλιάδες εργαζόμενους, αλλά ταυτόχρονα ενσωματώνει και τον απαράδεκτο νόμο Βορίδη που προβλέπει την υποχρεωτική άσκηση έφεσης εναντίον πρωτόδικης απόφασης υπέρ της μονιμοποίησης των εργαζομένων. Μάλιστα, η έφεση, πλέον, θα ασκείται από τον Δήμαρχο ή τον Περιφερειάρχη προσωπικά. Ενώ, με την προσθήκη του άρθρου 731, προβλέπεται να παρίστανται υποχρεωτικά ως διάδικοι τα υπουργεία Εσωτερικών και Οικονομικών.
Σημείο τομής, βέβαια, στον νέο Κώδικα είναι η εισαγωγή του νέου άκρως καλπονοθευτικού εκλογικού συστήματος με την αντιδραστική λογική της δεύτερης επιλογής συνδυασμού στο ίδιο ψηφοδέλτιο. Με πρόσχημα την εξοικονόμηση πόρων και την αποφυγή της ταλαιπωρίας των ψηφοφόρων, προωθείται η αντιδραστική και απολίτικη λογική της «ταξινομικής» ψηφοφορίας, δηλαδή της «δεύτερης επιλογής» συνδυασμού στο ίδιο ψηφοδέλτιο. Αν δεν συγκεντρώσει ο πρώτος συνδυασμός την απαιτούμενη πλειοψηφία του 42%+1, ενεργοποιείται η δεύτερη φάση καταμέτρησης, στην οποία οι «εναλλακτικές ψήφοι» υπέρ των δύο πρώτων συνδυασμών αθροίζονται στα αρχικά ποσοστά τους, προκειμένου να αναδειχθεί ο επικρατών συνδυασμός, με απόλυτη ή σχετική πλειοψηφία. Αν το ποσοστό επί του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων, χωρίς να προσμετρούνται οι εναλλακτικές ψήφοι είναι έως και 60%, ο επιτυχών συνδυασμός εκλέγει τα 3/5 του συνόλου των εδρών του δημοτικού ή περιφερειακού συμβουλίου, ενώ εάν είναι πάνω από 60% οι έδρες κάθε συνδυασμού κατανέμονται αναλογικά.
Συνολικά ενισχύεται το δημαρχοκεντρικό και περιφεριαρχοκεντρικό μοντέλο λειτουργίας με ενίσχυση της δημοτικής και της περιφερειακής επιτροπής σε σχέση με τις αρμοδιότητές τους και μείωση της αντιπροσωπευτικότητας στη σύνθεσή τους. Περιορίζονται οι ειδικές συνεδριάσεις λογοδοσίας, αφαιρούνται αρμοδιότητες από τις δημοτικές κοινότητες και μεταφέρονται στη δημοτική επιτροπή, εισάγονται προσχηματικοί θεσμοί όπως τα Συμβούλια Νέων και τα «Συμβουλευτικά Δημοτικά Δημοψηφίσματα», ενώ, σε συνέχεια της επιστολικής ψήφου, με την ηλεκτρονική ψήφο, ενισχύεται η αντίληψη της εξατομικευμένης και απομακρυσμένης συμμετοχής, αποσυνδεδεμένης από τη συλλογική πολιτική δράση, τη δημόσια αντιπαράθεση και τη λειτουργία των λαϊκών συλλογικοτήτων.

Η αντιδραστική πολιτική έχει συνέχεια
Μεγαλύτερη η ανάγκη για οργάνωση της λαϊκής πάλης
Στην πραγματικότητα, ο νέος κώδικας αποτελεί συνέχεια του «Καλλικράτη» (ν. 3852/2010), του «Κλεισθένη Ι» (ν. 4555/2018) και των πρόσφατων νόμων Βορίδη και Θεοδωρικάκου. Από αυτή την άποψη, ενισχύεται ο ρόλος του τοπικού κράτους ως εργαλείου για την προώθηση των αντιλαϊκών πολιτικών, των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, των αναπτυξιακών κατευθύνσεων του κεφαλαίου και των μνημονιακών δεσμεύσεων. Δήμοι και περιφέρειες μετατρέπονται ακόμη πιο καθαρά σε οργανικό τμήμα του επιτελικού κράτους και του συνολικού μηχανισμού εφαρμογής της κυβερνητικής πολιτικής, με περιορισμένη πολιτική αυτοτέλεια και αυξημένη διοικητική και δημοσιονομική επιτήρηση. Ταυτόχρονα, αποδυναμώνονται ακόμη περισσότερο αντιλήψεις που βλέπουν στους δήμους τη δυνατότητα άσκησης φιλολαϊκής πολιτικής, μέσω αλλαγής συσχετισμών και φιλολαϊκών δημοτικών αρχών.
Την ίδια ώρα, μεγαλώνει η εξάρτηση κρίσιμων λειτουργιών και υπηρεσιών από τις κατευθύνσεις και τη χρηματοδότηση της ΕΕ (ΕΣΠΑ και άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία) με ανάλογη προσαρμογή τους στις επιταγές των πολιτικών της, ως προς το κόστος και τη μετακύλισή του στους εργαζόμενους, την εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα και τις εργασιακές σχέσεις. Ταυτόχρονα, καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την άσκηση πολιτικών που συγκρούονται με τις κυρίαρχες στρατηγικές επιλογές.
Όλα αυτά, αναδεικνύουν ακόμη πιο έντονα την ανάγκη λαϊκής οργάνωσης, τόσο για τη διεκδίκηση των σύγχρονων λαϊκών αναγκών και δικαιωμάτων όσο και για να σπάσει η προσπάθεια η θεσμική λειτουργία δήμων και περιφερειών να προστατευτεί από τον λαϊκό παράγοντα. Έρχεται στο προσκήνιο πιο επιτακτικά η ανάγκη σύνδεσης της πάλης σε τοπικό επίπεδο με τη συνολική πάλη του εργατικού και λαϊκού κινήματος, των στόχων πάλης σε ένα δήμο ή περιφέρεια με την πάλη απέναντι στην εκάστοτε κυβέρνηση και το επιτελικό κράτος.
Στο στόχαστρο οι ενοχλητικές ανατρεπτικές φωνές
Δεν είναι μόνο η συνταγματική προσπάθεια της κυβέρνησης για να βάλει στο στόχαστρο την «ακτιβιστική αριστερά». Ο νέος κώδικας περιλαμβάνει μια σειρά από διατάξεις που στόχο έχουν να αποκλείσουν τις αγωνιστικές φωνές από τα δημοτικά και περιφερειακά συμβούλια. Διατηρείται ο απαράδεκτος κόφτης του 3%, ο οποίος σε συνδυασμό με τη μείωση των μελών των συμβουλίων, οδηγεί σε αποκλεισμό δυνάμεων από τα συμβούλια και πρακτικά ανεβάζει το όριο εισόδου σε μια σειρά δήμους. Διατηρείται η πενταετής θητεία που ενισχύει τις δημοτικές και περιφερειακές αρχές έναντι της λαϊκής βούλησης. Αποκλείονται οι συνδυασμοί με μικρό αριθμό υποψηφίων αφού απαιτείται τουλάχιστον ίσος των εδρών και θεσπίζονται εξοντωτικά παράβολα συμμετοχής π.χ. 7.000 ευρώ για τον δήμο Αθήνας, τα οποία μάλιστα είναι ενιαία και ανεξάρτητα από τον αριθμό των υποψηφίων συμβούλων. Καθιερώνεται η δυνατότητα του συνδυασμού να προσθέτει στο ψηφοδέλτιο 1-3 συμβούλους στους δήμους και 2-5 στις περιφέρειες, που εκλέγονται χωρίς σταυρό προτίμησης, κατά προτεραιότητα και πριν την εκλογή οποιουδήποτε συμβούλου με σταυρό.
Στην πράξη, καταργείται κάθε έννοια αντιπροσωπευτικότητας με στόχο την ακόμα ισχυρότερη σταθεροποίηση των πλειοψηφιών στα συμβούλια και την αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος στο τοπικό επίπεδο σε αντιδραστική κατεύθυνση. Εισάγονται μεγάλα εμπόδια για κάθε διαφορετική φωνή και κάθε ανατρεπτική-κινηματική παρέμβαση, διευκολύνεται ο αποκλεισμός συνδυασμών ειδικά για τις ανεξάρτητες, ριζοσπαστικές και αντικαπιταλιστικές αριστερές παρατάξεις, που στηρίζονται μόνο στις δυνάμεις μελών και φίλων τους και όχι σε οικονομικά συμφέροντα και καθεστωτικά κόμματα. Έτσι, ομολογείται ο στόχος για πλήρως αποστειρωμένα από τον λαϊκό παράγοντα δημοτικά και περιφερειακά συμβούλια, αποκαλύπτεται ο φόβος του συστήματος για την ενίσχυση του ρεύματος αμφισβήτησης της κυρίαρχης πολιτικής.













