Παναγιώτης Μαυροειδής
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο πρόεδρός τους γνωρίζουν ότι χάνουν έδαφος στο στερέωμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας και βιάζονται να αξιοποιήσουν τη στρατιωτική τους υπεροπλία πριν να είναι αργά. Η βία – στρατιωτική, οικονομική, πολιτική – είναι κοινός παρονομαστής όσων πράττουν σήμερα. Πολεμικά μέτωπα και οικονομικά μέτρα ουσιαστικά αλληλο-συμπληρώνονται.
Ο Τραμπ πολέμαρχος, αντί για ειρηνοποιός
Ήταν ο Τραμπ που το 2023 καυχιόταν πως «είμαι ο μόνος πρόεδρος που δεν ξεκίνησα έναν νέο μεγάλο πόλεμο». Ήταν ο ίδιος που είχε κάνει κεντρικό θέμα στην προεκλογική του εκστρατεία την «απόσυρση των ΗΠΑ από τους πολέμους», τους οποίους χρέωνε στους Δημοκρατικούς, διεκδικώντας το φωτοστέφανο του «ειρηνοποιού». Δεν κύλησε πολύς χρόνος και η κυβέρνησή του ανέπτυξε μια αλυσίδα πολεμικών πρωτοβουλιών, με κορυφαία την απρόκλητη επίθεση στο Ιράν, από κοινού με το Ισραήλ. Τι «συνέβη»;
Πρώτα απ’ όλα, τον υπερέβησαν οι βαθύτερες δυναμικές των οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων του σύγχρονου ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Η στροφή προς την πολεμική οικονομία, αλλά και ο ίδιος ο πόλεμος, είναι «υποχρεωτικά» στοιχεία μιας (αδιέξοδης) διεξόδου από το τέλμα της παγκόσμιας οικονομίας και της παρόξυνσης των ανταγωνισμών. Ο πόλεμος είναι δρόμος καπιταλιστικής συσσώρευσης. Αφενός, διότι μέσω αυτού υπάρχουν «πελάτες» μιας νέου τύπου παραγωγής, όλο και πιο πολεμικής, που θα απορροφήσει επενδύσεις αδιάθετων κεφαλαίων: τα κράτη που θα αγοράσουν αεροπλάνα, drones, πυραύλους και άλλα φονικά όπλα. Αφετέρου, εξασφαλίζεται η καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων. Κράτη και εταιρείες τρίβουν τα χέρια τους, ατενίζοντας τα ερείπια της Γάζας, της Συρίας ή της Ουκρανίας, δήθεν για την «ανοικοδόμησή» τους.
Δεύτερον, ο αμερικάνικος καπιταλισμός έχει τα δικά του ξεχωριστά προβλήματα. Η παγκόσμια κυριαρχία των ΗΠΑ, παρότι ακόμη υπαρκτή, απειλείται σοβαρά (κυρίως από την άνοδο της Κίνας) και πρέπει επειγόντως να οικοδομηθεί με νέους όρους. Η απώλεια «ιδιοκτησίας» του κόσμου πρέπει να αποφευχθεί. Βενεζουέλα και Ιράν βρέθηκαν στο μάτι του κυκλώνα…
Τα αίτια της πολεμικής εκστρατείας των ΗΠΑ
Η διατήρηση της παγκόσμιας κυριαρχίας από μεριάς των ΗΠΑ, με τους παλιούς όρους, είναι αδύνατη. Στο στίβο της καπιταλιστικής διεθνοποίησης, οι δυναμικές της αγοράς ευνοούν περισσότερο τις νέες «φυτείες» καπιταλιστικής παραγωγής σε Ανατολή και Νότο, όπου οι ΗΠΑ και η Δύση αναζήτησαν φτηνό εργατικό δυναμικό, παρά τα «κέντρα». Υπάρχει έλλειψη οικονομικών θεμελίων στον «δυτικό» καπιταλισμό και πιο ειδικά στις ΗΠΑ, για να αντέξουν κάποια «ειρηνική συνύπαρξη», απέναντι σε μια ανερχόμενη Κίνα αλλά και άλλες καπιταλιστικές χώρες/οικονομίες, όπως Ινδία, Σαουδική Αραβία, Ινδονησία, Βιετνάμ, Βραζιλία – και φυσικά τη Ρωσία, που έχει άλλα μεγάλα πλεονεκτήματα (άφθονοι φυσικοί πόροι, πολεμική τεχνολογία). Όσο εμφανής, όμως, είναι η υποχώρηση των ΗΠΑ στο στερέωμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, άλλο τόσο είναι αλήθεια ότι διατηρούν μια σοβαρή στρατιωτική υπεροπλία. Βιάζονται δε να την αξιοποιήσουν, πριν να είναι αργά.
Η βία – στρατιωτική, οικονομική, πολιτική – είναι κοινός παρονομαστής όσων πράττουν σήμερα ΗΠΑ και Τραμπ. Πολεμικά μέτωπα και οικονομικά μέτρα ουσιαστικά αλληλο-συμπληρώνονται.
Η πολεμική πρωτοβουλία στοχεύει να ανασχέσει την τάση ανόδου της Κίνας και άλλων. Τα μέτρα των δασμών είναι μια όψη αυτής της προσπάθειας. Όπως με σαφήνεια περιγράφεται και στο Δόγμα Εθνικής Ασφάλειας, η ενέργεια αποτελεί κλειδί για τις εξελίξεις. Μέχρι τώρα είχαμε την επιχείρηση αποκλεισμού της Ρωσίας από την ενεργειακή αγορά της Ευρώπης και τη μετατροπή της τελευταίας σε πελάτη των ΗΠΑ με αυξημένες τιμές. H γκανγκστερική επέμβαση στη Βενεζουέλα, με τα μεγαλύτερα αποθέματα παγκοσμίως, ήταν το επόμενο επεισόδιο, που επέφερε και σημαντικό πλήγμα στην παρουσία της Κίνας στη Λατινική Αμερική. Οι ΗΠΑ δεν χρειάζονται για την οικονομία τους το πετρέλαιο της Βενεζουέλας, όντας υπερ-παραγωγοί οι ίδιες. Ο έλεγχος όμως παραγωγής και διακίνησης, ποσοτήτων και τιμών είναι τεράστιο όπλο, διπλής χρήσης: αυτοπροστασίας από ενεργειακές κρίσεις και υπονόμευσης των αντιπάλων.
Το ριψοκίνδυνο βήμα της φονικής, μεγάλης κλίμακας επίθεσης στο Ιράν θα αποτελούσε σχεδόν αυτοκτονία αν δεν είχε προηγηθεί ο έλεγχος της Βενεζουέλας (παρ’ ότι χωρίς «αλλαγή καθεστώτος»). Το Ιράν είναι, άλλωστε, ο τρίτος μεγάλος προμηθευτής της Κίνας, η οποία από το σύνολο των χωρών του Κόλπου λαμβάνει το μισό σχεδόν των εισαγωγών της.
Δεν πρόκειται όμως απλά για πόλεμο για το πετρέλαιο του Ιράν. Οι ΗΠΑ επιδιώκουν, επίσης, απόσπαση σημερινών ή δυνητικών συνεταίρων της Κίνας από πρωτοβουλίες όπως τη «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» (ΒRI ή ο νέος Δρόμος του Μεταξιού), καθώς και από έτσι και αλλιώς ασταθείς και ετερογενείς – οικονομικές κυρίως – συμμαχίες, όπως οι BRICS. Μια ομάδα στην οποία από τη Μέση Ανατολή πρόσφατα έχουν ενταχθεί τόσο το Ιράν όσο και τα ΗΑΕ, ενώ το διαπραγματεύεται και η Σαουδική Αραβία.
Ρωσία και Κίνα δεν είναι φυσικά αδιάφορες για την τύχη του Ιράν. Είναι βέβαιο ότι, πέραν της πολιτικής καταδίκης της απροσχημάτιστης επίθεσης των ΗΠΑ, με κάποιο τρόπο βοηθούν στην άμυνά του, τουλάχιστον στο κρίσιμο πεδίο των πληροφοριών, επικοινωνιών, τεχνολογίας, αλλά και κάποιου εξοπλισμού. Θα αποφύγουν, όμως, την άμεση πολεμική εμπλοκή, καθώς προτάσσουν μακροπρόθεσμους και ευρύτερους στόχους, που έχουν κέντρο τα δικά τους κρατικά συμφέροντα. Εξάλλου, έχουν περιορισμένες στρατιωτικές δυνατότητες εκτός της «γειτονιάς» τους και δεν θα τις ξοδέψουν – σε αντίθεση με το Ιράν, που δεν έχει την πολυτέλεια της αποχής από τις μάχες.
Η Κίνα προμηθεύεται το 12% του πετρελαίου της από το Ιράν, όμως ο πρώτος προμηθευτής της είναι η Σ. Αραβία (18%), ενώ ένα επιπλέον ποσοστό 14% το λαμβάνει από άλλες αραβικές χώρες του Κόλπου. Έχει πολύ περισσότερα να χάσει από μια διάλυση όλου του μηχανισμού σχέσεων (με Άραβες αλλά και Ισραήλ), μέσα από μια απόλυτη και στρατιωτική ταύτιση με το Ιράν. Το ίδιο ισχύει και για τη Ρωσία. Είναι και η ίδια πετρελαιοπαραγωγός χώρα και φυλάσσει ως κόρη οφθαλμού τη συνεννόηση με τις χώρες του Κόλπου και ειδικά το Ριάντ, διατηρώντας παράλληλα πάντα ανοιχτούς τους διαύλους και με το Ισραήλ. Δίνει προτεραιότητα στο θέμα της Ουκρανίας και δεν θέλει να κλείσει βιαστικά την πιθανότητα μιας ξεχωριστής συμφωνίας με ΗΠΑ για τον τερματισμό του πολέμου. Άλλωστε, η εμπλοκή των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, απέναντι σε ένα Ιράν που αντιστέκεται πολύ σοβαρά, απαιτεί όπλα και δυναμικό και αυτό διευκολύνει τη Ρωσία στο «δικό της» μέτωπο.
Κίνα και Ρωσία εκτιμούν ότι μακροπρόθεσμα η εμπλοκή των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, ακόμη και αν υποταχθεί το Ιράν, όχι μόνο δεν θα είναι περίπατος, αλλά θα μετατραπεί σε πληγή αβεβαιότητας για τις ίδιες, ακόμη περισσότερο από ό,τι έγινε σε Ιράκ, Λιβύη, Συρία, Αφγανιστάν. Η Κίνα ειδικά, με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, επιλέγει τον ρόλο του «ενήλικα στο δωμάτιο», προβάλλοντας την πλήρη ανικανότητα των ΗΠΑ να εγγυηθούν το ελεύθερο εμπόριο και τη διεθνή σταθερότητα με όρους δικαίου, ενώ η Ρωσία διεκδικεί ρόλο μεσολάβησης μεταξύ πετρομοναρχιών και Ιράν.
Δεν πρέπει να συγχέονται ο προλεταριακός διεθνισμός με τα γυμνά κρατικά συμφέροντα και τις αντιθέσεις των καπιταλιστικών χωρών
Σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει να συγχέονται ο προλεταριακός διεθνισμός μεταξύ λαών, κινημάτων ή επαναστατημένων/σοσιαλιστικών κρατών με τα γυμνά κρατικά συμφέροντα καπιταλιστικών χωρών. Οι ΗΠΑ αξιοποιούν αυτές τις αντιφάσεις, στοχεύοντας να πλήξουν την αξιοπιστία συνεργασίας οποιασδήποτε χώρας με τους αντιπάλους της. Με την επίθεση στο Ιράν υπερβαίνουν όλα τα ως τώρα όρια. Πετούν το γάντι της άμεσης πολεμικής αναμέτρησης, ελπίζοντας να μετακινήσουν το συσχετισμό υπέρ τους.
Παράλληλα, η στρατηγική τους στον Κόλπο «κοιτάζει» και προς τους ως τώρα συμμάχους των ΗΠΑ στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στέλνουν ηχηρό μήνυμα πλήρους αγνόησής τους στο πλαίσιο της ανασυγκρότησης του «Δυτικού στρατοπέδου», με ασφυκτική κυριαρχία τους, χωρίς κανενός είδους σταθερές δεσμεύσεις. Προωθούν είτε εντελώς νέους θεσμούς, όπως το λεγόμενο Συμβούλιο Ειρήνης (ιδιοκτησίας Τραμπ) είτε ad hoc διμερείς συνεργασίες.
Καθοριστική από αυτή την άποψη είναι η «συμμαχία αίματος» που οικοδομείται με το σιωνιστικό Ισραήλ. Πέρα από την προφανή υπερβολή που έχει ο ισχυρισμός ότι ο Τραμπ αντικατέστησε το «Πρώτα η Αμερική» με το «Πρώτα το Ισραήλ» ή, πολύ περισσότερο, με την σκόπιμα περιρρέουσα φήμη ότι «παρασύρθηκε από τον Νετανιάχου» (βολική σε περίπτωση αποτυχίας), είναι βέβαιο ότι η Νέα Μέση Ανατολή επιδιώκεται να έχει στο κέντρο της το Ισραήλ ως ισχυρή περιφερειακή δύναμη. Αυτό, βέβαια, προϋποθέτει την ενεργή παρουσία και συμμαχία τους με ΗΠΑ, την αναβάθμιση της ήδη υπαρκτής ανοιχτής συνεργασίας των αραβικών αστικών τάξεων μαζί τους, καθώς και την συντριβή του Ιράν.
Το τελευταίο πράγμα που ενδιαφέρει όλους αυτούς είναι οι ελευθερίες ή τα δικαιώματα των γυναικών του Ιράν έναντι του θεοκρατικού καθεστώτος.

Απρόβλεπτες εξελίξεις με τραγικές συνέπειες
Η επέκταση του πολέμου στις γύρω χώρες και η απειλή της γενίκευσης
Οι μεγάλοι πόλεμοι εξελίσσονται με τρόπο που ξεπερνά τους σχεδιασμούς αυτών που είχαν την πρωτοβουλία των κινήσεων. Ο παροξυσμός των αντιθέσεων δεν αφήνει περιθώρια για συμβιβασμούς. Αυτή την προοπτική την κουρέλιασαν οι ΗΠΑ με τις δήθεν διαπραγματεύσεις με το Ιράν που ήταν απλό προκάλυμμα και την δολοφονία του Χαμενεΐ. Το μόνο που είναι προβλέψιμο είναι οι θάνατοι, φτώχεια και προσφυγιά του Ιρανικού λαού, όπως και οι βαριές συνέπειες για όλους τους λαούς, σε όλο τον κόσμο.
Κατά τα άλλα, οι εξελίξεις μπορεί να έχουν απρόβλεπτη δυναμική. Δεν γνωρίζουμε ποιες θα είναι οι αλυσιδωτές αντιδράσεις σε ένα κύκλο ενεργειακής κρίσης, με συνέπειες στις πληθωριστικές πιέσεις σε όλες τις οικονομίες του κόσμου και επίταση των κρισιακών φαινομένων ειδικά σε Ευρώπη και ΗΠΑ, κυρίως αν ο πόλεμος δεν είναι σύντομος. Στο πλαίσιο αυτό, οι αντιθέσεις ΗΠΑ και Ευρώπης δυναμώνουν, όπως δείχνουν και οι αντιδράσεις της Ισπανίας και λιγότερο της Γαλλίας.
Προς το παρόν, η αντίδρασή του Ιράν είναι εντυπωσιακή. Η επίθεσή του στις γειτονικές αραβικές χώρες που φιλοξενούν βάσεις των ΗΠΑ είναι στρατιωτικά δικαιολογημένη και αμυντική κατά βάση κίνηση. Από μια άποψη, ρισκάρει και τη δική τους άμεση συμμετοχή στην επίθεση ΗΠΑ-Ισραήλ. Από την άλλη, πλήττει σοβαρά την εικόνα της παντοδυναμίας και αλαζονείας των ΗΠΑ (δεν είναι και συνηθισμένες εικόνες να καίγονται αμερικάνικες βάσεις και πρεσβείες!), ενώ και οι υποτελείς σε αυτές μοναρχίες του Κόλπου δυσαρεστούνται πολύ περισσότερο με τις ΗΠΑ παρά με το Ιράν, καθώς υφίστανται σοβαρές οικονομικές ζημιές (κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, τουρισμός, κόμβος αεροπορικών μεταφορών), από ένα πόλεμο που ήθελαν να τον αποφύγουν, ενώ η παροχή ακλόνητης ασφάλειας από τις ΗΠΑ πάει περίπατο.
Μία, δύο, τρεις, πολλές Κούβες!
Ο κόσμος μοιάζει με την περίοδο που προηγήθηκε του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Το σημαντικότερο στοιχείο είναι ότι λείπει το απαιτούμενο εργατικό, λαϊκό και διεθνιστικό «στρατόπεδο» για την ανατροπή της θανάσιμης προοπτικής πολέμου και καπιταλιστικής βαρβαρότητας.
Το αντίπαλο μπλοκ απέναντι στις ΗΠΑ, από Κίνα και Ρωσία, δεν συνιστά μια πολιτική και κοινωνική εναλλακτική. Αντίθετα, αναζητά την ισχυροποίησή του, πέρα από την εμβάθυνση τυπικών στοιχείων καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, στα ιδιαίτερα «πλεονεκτήματα» του συγκεντρωτικού κράτους, του χαμηλού εργατικού κόστους αλλά και της ακραίας περιστολής των εργατικών και λαϊκών ελευθεριών. Ο στόχος για ήττα του μπλοκ ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ δεν υπηρετείται, αντιθέτως υπονομεύεται, από τη λογική ρευμάτων της αριστεράς του τύπου «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου». Δεν πρόκειται κυρίως για προϊόν άγνοιας όσο για εκδήλωση πολιτικής αδυναμίας και υπεκφυγής απέναντι στα καθήκοντα που συνεπάγεται ο αγώνας για ήττα των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της αντιδραστικής πολεμικής στρατηγικής του ολοκληρωτικού καπιταλισμού και ιμπεριαλισμού από τα εργατικά κινήματα των «δυτικών» χωρών. Παλιότερα, αυτό εκφραζόταν με την αυταπάτη ότι η ΕΕ θα μας έσωζε από τις ΗΠΑ…
Ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός ωθεί ταχύτατα και «αντικειμενικά» προς τον πόλεμο. Την αποτροπή της αλληλοσφαγής μπορούν να την εξασφαλίσουν μόνο αυτοί που δεν έχουν να μοιράσουν τίποτα και που τώρα μοιράζονται πόνο, νεκρούς, καταστροφή, φτώχεια, προσφυγιά – δηλαδή, οι εργατικές τάξεις και οι λαοί όλου του κόσμου. Ένα σύγχρονο διεθνιστικό κομμουνιστικό κίνημα πρέπει να αντιπροσωπεύσει αυτή την πεποίθηση και δυνατότητα επαναστατικής ανατροπής. Εκεί που ο Τραμπ θέλει να κλείσει λογαριασμούς 86 χρόνων με συντριβή της Κουβανέζικης Επανάστασης, χρειαζόμαστε ένα νέο κύμα που θα γράφει στις σημαίες του «Μία, δύο, τρείς, πολλές Κούβες!».
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 7-8 Μαρτίου 2026












