Δημήτρης Τζιαντζής
Μία από τις πιο επικίνδυνες και αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις στην ιστορία του ελληνικού κράτους επιχειρεί να περάσει «στο χαλαρό» η κυβέρνηση της ΝΔ, την ώρα που η συστημική αντιπολίτευση σφυρίζει αδιάφορα και ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με το ταξίδι του πρωθυπουργού στην Άγκυρα την Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου. Τη Δευτέρα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε επισήμως την έναρξη της διαδικασίας για συνταγματική αναθεώρηση, με πρώτη επιδίωξη τη συνταγματική κατοχύρωση της αέναης λιτότητας, δηλαδή να απαγορεύεται ένας προϋπολογισμός να παράγει ελλείμματα, με μόνη εξαίρεση τις πολεμικές δαπάνες.
Πρόκειται για ένα μέτρο που ζητούσαν επιμόνως οι δανειστές και η «τρόικα» από το 2010, την επιβολή δηλαδή ενός συνταγματικού κόφτη που περιορίζει και στην πράξη θα λειτουργεί ως μπαμπούλας και θα απαγορεύει την εφαρμογή ουσιαστικών κοινωνικών παροχών και φιλολαϊκών πολιτικών, με τη δικαιολογία ότι θα «εκτροχιαστεί η οικονομία». Στην πράξη, η αντιδημοκρατική αυτή αλλαγή αποτελεί εφαρμογή της απαίτησης οι κυβερνήσεις να δεσμεύονται πριν από τις εκλογές ότι θα εφαρμόσουν πολιτικές κομμένες και ραμμένες στα μέτρα της «προκρούστειας κλίνης» του Δημοσιονομικού Συμφώνου Σταθερότητας. Πρόκειται για μια μεθόδευση νόθευσης της «λαϊκής εντολής» και περαιτέρω υποβάθμισης της εκλογικής διαδικασίας, που θα έμοιαζε αδιανόητη πριν το 2010. Με τα λόγια του ίδιου του Κ. Μητσοτάκη: «Αυτό που θεωρώ το πιο σημαντικό είναι να μην επιτρέψουμε ξανά η χώρα μας να βρεθεί στα βράχια από τους επόμενους λαϊκιστές, τους επόμενους θιασώτες του “λεφτά υπάρχουν”, τους επόμενους εμπόρους ελπίδας, τους επόμενους μαξιμαλιστές. Να μην επιτρέπεται, δηλαδή, να ψηφίζονται προϋπολογισμοί που εκτρέπουν τα δημόσια οικονομικά, παράγουν υπερβολικά ελλείμματα».
Στη συνέχεια, μάλιστα, υποστήριξε ότι οι…. σπατάλες του Ανδρέα Παπανδρέου με το «Τσοβόλα δώσ’ τα όλα» της δεκαετίας του ’80 οδήγησε στη φυγή 650.000 νέων ανθρώπων στο εξωτερικό τα τελευταία χρόνια, και όχι οι πολιτικές κοινωνικής κατεδάφισης που προκάλεσαν τη μεγαλύτερη επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου μεταπολεμικά. Ο αρχηγός της ΝΔ κάλεσε τα κόμματα «πέριξ του κέντρου» -ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ- να «αναμετρηθούν με την ιστορία» και να συναινέσουν: «Είτε θα το στηρίξουν και θα δείξουν ότι το κακό τους παρελθόν το απέβαλαν είτε δεν θα το στηρίξουν πετώντας την μπάλα στην εξέδρα και θα δείξουν ότι δεν έχουν αλλάξει». Τι επιπλέον -κρυφές- διατάξεις σχεδιάζουν να συμπεριλάβουν στα μουλωχτά και την τελευταία στιγμή δεν μπορούμε να ξέρουμε. Καμία εμπιστοσύνη δεν μπορεί να υπάρξει σε αυτή την κυβέρνηση και φυσικά είναι αυταπάτη να περιμένει κανείς από τον Ανδρουλάκη και τον Τσίπρα να βάλουν χαλινάρι και να μετριάσουν τις αρνητικές συνέπειες αυτών των σχεδιασμών, ειδικά όταν κανείς από αυτούς δεν αμφισβητεί το θέσφατο της δημοσιονομικής πειθαρχίας της ΕΕ, τον περιορισμό των κοινωνικών δαπανών και τη στροφή στην πολεμική οικονομία.
Με άλλα λόγια, στο -έτσι κι αλλιώς ανεπαρκές- ερώτημα «κανόνια ή βούτυρο», θα απαγορεύεται σε μια κυβέρνηση να επιλέγει το δεύτερο, σε μια περίοδο που το κόστος διαβίωσης και στέγασης εκτινάσσεται.
Μάλιστα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, δύο μέρες αφότου το Λιμενικό έπνιξε 15 πρόσφυγες στη Χίο, πανηγυρίζει ότι πηγαίνει στις διαπραγματεύσεις στην Άγκυρα από… θέση ισχύος λόγω Belharra, Rafale και αντιπυραυλικών. Όπως σημείωσε: «Η Ελλάδα είναι σε πολύ πιο ισχυρή θέση από ό,τι ήταν πριν από πέντε χρόνια, καθώς έχουν ενισχυθεί σε σημαντικό βαθμό οι ένοπλες δυνάμεις», αφήνοντας να εννοηθεί — εντελώς ψευδώς — ότι οι εξοπλισμοί μαμούθ φέρνουν… ηρεμία στο Αιγαίο, ενώ συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο.
Οι εξωφρενικές δαπάνες για φρεγάτες και πυραύλους που μαζί ψήφισαν ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ, συνδυάζονται με την προκλητική αλαζονεία των εκπροσώπων της κυβέρνησης. Σε αυτό το πλαίσιο, βουλευτές της ΝΔ όπως η Χριστίνα Αλεξοπούλου των 20 ακινήτων, απευθυνόμενη στους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς που δίνουν τον μισό μισθό τους στο νοίκι, είπε τη φράση «το τζάμπα τελείωσε», ζητώντας ουσιαστικά να… το βουλώσουν και να πάψουν να διεκδικούν. Η συγκεκριμένη μπορεί να μαζεύτηκε μετά την κατακραυγή, ωστόσο οι συμπεριφορές αυτές πληθαίνουν.
Ανάλογης έπαρσης και εκτός πραγματικότητας ήταν η δήλωση του υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας Κώστα Σκρέκα, που επανέλαβε την καραμέλα ότι ο πληθωρισμός είναι… εισαγόμενος, αποκλιμακώνεται (!) και ότι τα μέτρα αποδίδουν. Πολύ σύντομα, όμως, τα νέα στοιχεία της Eurostat για τον ετήσιο πληθωρισμό στην Ελλάδα ήρθαν να καταρρίψουν τα κυβερνητικά επιχειρήματα ότι όλα πάνε καλά. Ο ετήσιος πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 2,8% τον Ιανουάριο του 2026, παραμένοντας πολύ πάνω από τον μέσο όρο της ευρωζώνης (1,7%), και κατατάσσοντας τη χώρα στην τρίτη θέση με τις υψηλότερες αυξήσεις τιμών στην ΕΕ.
Την ίδια ώρα, η καθημερινότητα που βιώνουμε απέχει πολύ από την παραμορφωτική εικόνα που παρουσιάζουν κυβέρνηση και κανάλια που προβάλουν διαρκώς μηνύματα περί «εθνικής αφύπνισης» και κινδύνων. Πάνω από τα μισά λαϊκά νοικοκυριά δεν βγάζουν ούτε τις πρώτες 20 μέρες του μήνα με τον μισθό τους, αναγκάζονται σε περικοπές για βασικές ανάγκες και αδυνατούν να αντιμετωπίσουν απρόβλεπτα έξοδα. Όπως όλα δείχνουν, η ανάπτυξη δεν είναι για όλους.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να περάσει στην αντεπίθεση θεωρώντας ότι έχει κερδίσει πολιτικό χρόνο μετά τη λήξη των μπλόκων των αγροτών. Ωστόσο η λαϊκή οργή και δυσαρέσκεια διαρκώς μεγαλώνει και γίνεται φανερό πως δεν μπορεί πλέον να εκτονωθεί με συστημικές συναινέσεις και ενέσεις αισιοδοξίας, πατριωτισμού και ξενοφοβίας. Η μεγάλη πρόκληση είναι το πώς η υπαρκτή αυτή δυσαρέσκεια θα προσλάβει ουσιαστικό ανατρεπτικό χαρακτήρα και δεν θα την καρπωθεί η Ακροδεξιά στις ποικίλες παραλλαγές της.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 7-8 Φεβρουαρίου 2026
















