Γιώτα Ιωαννίδου
Οι ήρωες δεν είναι πλάσματα υπερφυσικά που οι απλοί άνθρωποι δεν μπορούν να φτάσουν. Αλλά απλοί άνθρωποι που δείχνουν ακριβώς το μεγαλείο του ελεύθερου ανθρώπου. Και εκείνη την ώρα το πιο εκπληκτικό και πιο μεγάλο είναι ακριβώς ότι δεν παύουν όλα τα παραπάνω να ανασαίνουν μέσα τους.
Και ξαφνικά η ιστορία αποκτά πρόσωπα… Ό,τι έζησε μέσα μας από τους στίχους, τα χαρακτικά και τις αφηγήσεις στέκεται μπροστά στα μάτια μας. Γίνεται εικόνα πραγματικών ανθρώπων. Των διακοσίων κομμουνιστών που εκείνο το χάραμα της Πρωτομαγιάς του 1944, συνάντησαν στη μάντρα της Καισαριανής το «σύνορο του κόσμου». Ατράνταχτο παράδειγμα, αδιάψευστη μαρτυρία του μεγαλείου του ανθρώπου.
Ήταν η εποχή που γεννούσε την ίδια στιγμή ήρωες και αποβράσματα δωσίλογων και προσκυνημένων. Οι δεύτεροι παρέδιδαν τους πρώτους στους εκτελεστές τους. Αυτοί που πάντα επικαλούνταν την εθνική ταυτότητα σαν αδιαπραγμάτευτο κριτήριο τοποθέτησης. Χάρις στους πρώτους η ανθρωπότητα κατάφερε να ζει μέχρι σήμερα με την ελπίδα για κάτι καλύτερο.
Αντικρύζεις πρόσωπα στις φωτογραφίες που ηλεκτρίζουν τη συλλογική μνήμη και την ατομική αναζήτηση. Προσπαθείς να ακουμπήσεις στις ρυτίδες τους που κρύβονται πίσω από την αποφασιστικότητα. Βαθαίνεις στο βλέμμα που η περηφάνια κρύβει τη λύπη και τη λαχτάρα για ένα ελεύθερο και δίκαιο κόσμο, που μπορεί οι άλλοι να ζήσουν. Είναι Άνοιξη… σίγουρα οι μυρωδιές των λουλουδιών και οι αχτίδες του ήλιου θα προκαλούν τις αισθήσεις και τη δίψα για ζωή. Κι αυτό κάνει το θάνατο να βαραίνει πολύ περισσότερο. Μα τα πρόσωπα μοιάζουν να χαμογελούν και τα χείλη να σιγοτραγουδούν. Λάμπει στο βλέμμα αυτό που οι κάθε λογής τύραννοι και εκτελεστές δεν μπορούν να λεηλατήσουν. Αυτό που γονάτιζε την πεποίθηση των βασανιστών μπροστά στα ματωμένα σώματα. «Ό,τι έχουμε μπορείτε να το πάρετε. Τη νιότη μας, τη ζωή μας. Ό,τι είμαστε θα ανήκει πάντα σε εμάς και στην απελευθερωμένη ανθρωπότητα». Όλοι κοιτούν ευθεία, μακριά. Πάνω από τους ώμους των συντρόφων τους και την αρχή της μέρας. Περιγελούν τον φακό που θα αποθανατίσει τον θάνατό τους.
Αυτές οι φωτογραφίες συντάραξαν πολύ κόσμο. Γιατί στη δική μας εποχή πάλι αναζητά τις σημαίες του
Ή μήπως δεν είναι έτσι; Μήπως εμείς θέλουμε να τα βλέπουμε έτσι; Γιατί οι ήρωες πρέπει να έχουν πάντα ακέραια την εικόνα του αλύγιστου; Μήπως τα χείλη που σιγοτραγουδούν φωνάζουν σιωπηλά το όνομα, της αγαπημένης ή της μάνας ή του μικρού παιδιού που θα ορφανέψει; Μήπως τα βλέμματα στο βάθος έχουν μια ελπίδα ότι η ζωή δεν θα κοπεί τούτο το πρωινό; Μήπως βαθιά στη σκέψη τριβελίζει κάποια επιθυμία ή κάποια υπόσχεση; Μήπως στο στόμα υπάρχει ακόμη η πίκρα από τα λάθη που δε διορθώθηκαν; Από τους συντρόφους και τις συντρόφισσες που δεν άκουσαν; Και η αμφιβολία ότι όλα δεν έγιναν όπως είχαν σχεδιαστεί;
Σίγουρα υπήρξαν όλα αυτά τα ανθρώπινα. Γιατί οι ήρωες δεν είναι πλάσματα υπερφυσικά που οι απλοί άνθρωποι δεν μπορούν να φτάσουν. Αλλά απλοί άνθρωποι που δείχνουν ακριβώς το μεγαλείο του ελεύθερου ανθρώπου. Και εκείνη την ώρα το πιο εκπληκτικό και πιο μεγάλο είναι ακριβώς ότι δεν παύουν όλα τα παραπάνω να ανασαίνουν μέσα τους. Και η στάση τους είναι τελικά ηρωική γιατί ακριβώς με όλα αυτά και παρόλα αυτά, επιλέγουν να μη γονατίσουν. Και στέκουν ακέραιοι απέναντι στον θάνατο και θέλουν το αποτύπωμα που θα αφήσουν με αυτόν να γεννήσει μέρες ηλιόλουστες και ευτυχισμένες που άλλοι θα ζήσουν. Και υψώνουν τη γροθιά και το μπόι τους για να συναντήσουν τις σφαίρες.
«Πάνω στα ματωμένα πουκάμισα των σκοτωμένων εμείς καθόμασταν τα βράδια και ζωγραφίζαμε σκηνές από την αυριανή ευτυχία του κόσμου. Έτσι γεννήθηκαν οι σημαίες μας…» (Τάσος Λειβαδίτης).
Αυτές οι φωτογραφίες συντάραξαν πολύ κόσμο. Γιατί στη δική μας εποχή πάλι αναζητά τις σημαίες του. Ψάχνει να βρει οδηγό και να γεννήσει προσδοκίες. Μετράει το μπόι του και τις αντοχές του. Αμφιβάλλει και αντιστέκεται. Και πάλι αμφιβάλλει και περιμένει. Και ξεκινά και σταματά και αναρωτιέται για τον δρόμο και ξαναζυγίζει τον στόχο. Κι αναρωτιέται πώς μπόρεσαν εκείνοι; Και απογοητεύεται. Άξιζε η θυσία ή η ήττα είναι αξεπέραστη; Και τραγουδάει τα ίδια τραγούδια μήπως βρει ξανά τον ρυθμό της ιστορίας. Και είναι ώρες που ονειρεύεται μια φωτιά κι ας είναι να τον κάψει. Αρκεί να βγάζει πάλι στα ανθρώπινα πρόσωπα, το χαμόγελο και την αυτοπεποίθηση. Ότι όσο ζήσει ο καθένας και η καθεμία θα αξίζει. Και άλλοι θα φροντίσουν τα βήματα του να μην σκεπαστούν από την καθημερινότητα και τη συνήθεια. Και να έρθει εκείνη η ημέρα που η ζωή θα σέβεται ζώντες και τεθνεώτες…
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 21-22 Φεβρουαρίου 2026
















