Γιώργος Πισίνας*
Η συμβολή του Ευτύχη Μπιτσάκη έγκειται κυρίως στη φιλοσοφική και πολιτική θεμελίωση μιας αντικαπιταλιστικής οικολογικής κριτικής, που αρνείται τόσο τον τεχνολογικό μεσσιανισμό όσο και τον αντιεπιστημονικό πεσιμισμό. Σήμερα, η πρόκληση είναι ακόμη μεγαλύτερη. Απαιτείται η συγκρότηση ενός νέου, τρίτου κύματος οικολογικού μαρξισμού.
Η οικολογική κρίση αποτελεί σήμερα ένα από τα κεντρικά ιστορικά προβλήματα της ανθρωπότητας. Δεν πρόκειται για μια συγκυριακή δυσλειτουργία της ανάπτυξης, ούτε για μια απλή περιβαλλοντική «παρενέργεια», αλλά για κρίση που αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα του σύγχρονου κοινωνικού και οικονομικού συστήματος. Σε αυτό το πλαίσιο, το έργο του Ευτύχη Μπιτσάκη αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς επιχειρεί να επανατοποθετήσει το οικολογικό ζήτημα στο εσωτερικό της μαρξιστικής θεωρίας και της πολιτικής της προοπτικής.
Ο Μπιτσάκης αντιμετωπίζει το οικολογικό πρόβλημα όχι ως τεχνικό ζήτημα διαχείρισης, αλλά ως βαθύτατα πολιτικό και κοινωνικό πρόβλημα. Η βασική του συμβολή έγκειται στην κριτική της αστικής ιδεολογίας της προόδου και της ανάπτυξης — μιας ιδεολογίας που ταυτίζει την κοινωνική πρόοδο με τη συνεχή επέκταση της παραγωγής και την όλο και μεγαλύτερη κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στη φύση. Αυτή η αντίληψη, που συγκροτείται ήδη από τις απαρχές της νεωτερικότητας, παραμένει μέχρι σήμερα θεμέλιο της καπιταλιστικής κανονικότητας.
Στο έργο Οι Θύελλες της Προόδου, ο Μπιτσάκης επιστρέφει σε κλασικά ουτοπικά κείμενα της πρώιμης αστικής εποχής, όπου διαμορφώνεται το πρότυπο ενός ανθρώπου που, με τη δύναμη της επιστήμης και της τεχνολογίας, δαμάζει τη φύση και εξασφαλίζει μια κοινωνία αφθονίας. Πρόκειται για μια «προμηθεϊκή» σύλληψη της ιστορίας, η οποία διαπερνά τόσο την αστική σκέψη όσο και μεγάλα τμήματα του 20ού αιώνα, επηρεάζοντας ακόμη και ρεύματα του μαρξισμού.
Απέναντι σε αυτή την παράδοση, ο Μπιτσάκης υπερασπίζεται μια διαφορετική ανάγνωση του Μαρξ. Ο Μαρξ -και μαζί του ο Ένγκελς- δεν υπήρξαν ούτε αφελείς τεχνοκρατικοί αισιόδοξοι ούτε εχθροί της επιστήμης. Αντιθέτως, ανέλυσαν τις αντιφάσεις της τεχνολογικής προόδου μέσα στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Για τον μαρξισμό, το μέτρο της προόδου δεν είναι η συσσώρευση πραγμάτων, αλλά η διεύρυνση της ανθρώπινης ελευθερίας. Και αυτή η ελευθερία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς συνειδητό έλεγχο τόσο της κοινωνικής όσο και της φυσικής αναγκαιότητας.
Η μαρξική κριτική της καπιταλιστικής γεωργίας, όπου κάθε «πρόοδος» ισοδυναμεί με καταστροφή της γης και του εργάτη, προαναγγέλλει ήδη μια βαθιά οικολογική προβληματική. Ωστόσο, αυτή η διάσταση του έργου του Μαρξ υποβαθμίστηκε για δεκαετίες. Ο Δυτικός Μαρξισμός απέκλεισε τη φύση και τις φυσικές επιστήμες από την κοινωνική θεωρία, ενώ ο σοβιετικός «ορθόδοξος» μαρξισμός υιοθέτησε έναν ωμό παραγωγισμό, ταυτίζοντας την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων με τον σοσιαλισμό.
Μέσα σε αυτό το θεωρητικό κενό αναπτύχθηκε το πρώτο κύμα οικοσοσιαλισμού, το οποίο συχνά αντιμετώπισε την οικολογία ως εξωτερική προσθήκη στον μαρξισμό. Η πραγματική τομή, όμως, συντελείται με το δεύτερο κύμα οικολόγων μαρξιστών, το οποίο επιστρέφει στα ίδια τα κείμενα του Μαρξ και αναδεικνύει τον εγγενή οικολογικό χαρακτήρα της θεωρίας του και της μεταβολικής του προσέγγισης.
Η θεωρία αυτή υποστηρίζει ότι ο καπιταλισμός διαρρηγνύει τον κοινωνικό μεταβολισμό ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση. Η ρήξη αυτή εκδηλώνεται τόσο υλικά —μέσα από την εξάντληση των φυσικών κύκλων— όσο και χωρικά και χρονικά, καθώς ο ρυθμός της κεφαλαιακής συσσώρευσης συγκρούεται με τους ρυθμούς της φυσικής αναπαραγωγής. Η οικολογική κρίση δεν είναι, επομένως, ατύχημα, αλλά δομικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού.
Η οικολογική κρίση δεν είναι, επομένως, ατύχημα, αλλά δομικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού
Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, το έργο του Μπιτσάκη μπορεί να ιδωθεί ως συγγενές με το δεύτερο κύμα οικολογικού μαρξισμού, ακόμη κι αν δεν συνομιλεί άμεσα με όλες τις σύγχρονες θεωρητικές του επεξεργασίες. Η συμβολή του έγκειται κυρίως στη φιλοσοφική και πολιτική θεμελίωση μιας αντικαπιταλιστικής οικολογικής κριτικής, που αρνείται τόσο τον τεχνολογικό μεσσιανισμό όσο και τον αντιεπιστημονικό πεσιμισμό.
Σήμερα, όμως, η πρόκληση είναι ακόμη μεγαλύτερη. Η κλιματική κρίση, η απώλεια βιοποικιλότητας και η παγκόσμια οικολογική αποσταθεροποίηση καθιστούν αναγκαία τη συγκρότηση ενός νέου, τρίτου κύματος οικολογικού μαρξισμού. Ένα ρεύμα που δεν θα περιορίζεται στη γενική θεωρία, αλλά θα παρεμβαίνει στα συγκεκριμένα πολιτικά και κοινωνικά διακυβεύματα της εποχής και θα παρέχει σαφείς προγραμματικές απαντήσεις. Ένα μαχητικό οικολογικό κίνημα, διεθνές στον ορίζοντά του, ικανό να συνδέσει την κοινωνική απελευθέρωση με την οικολογική επιβίωση.
Η οικολογική κρίση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί χωρίς ρήξη με την καπιταλιστική λογική της αέναης ανάπτυξης. Και αυτή η ρήξη δεν μπορεί να είναι μόνο τεχνική ή ηθική· είναι βαθύτατα πολιτική. Σε αυτή την κατεύθυνση, η σκέψη του Ευτύχη Μπιτσάκη παραμένει όχι μόνο επίκαιρη, αλλά αναγκαία.
*Εντεταλμένος διδάσκων οικονομικής πολιτικής, ΑΠΘ
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 3-4 Ιανουαρίου 2026















