Κώστας Μπουγιούκος, Κωνσταντίνα Νταλιάνη, ανταπόκριση από το Παρίσι
Πώς ο αγώνας των Ευρωπαίων αγροτών έβαλε φρένο στη συμφωνία ΕΕ Mercosur και πώς οι πολυεθνικές και η ΚΑΠ φέρνουν αντιδραστικές αλλαγές και τα νέα μεταλλαγμένα. Ο αγώνας αυτός δεν είναι συντεχνιακός και η τροφή δεν είναι εμπόρευμα – είναι βασική συνθήκη επιβίωσης του λαού. Συνεπώς, πρόκειται για αγώνα βαθιά κοινωνικό, που αφορά όλη την εργατική τάξη.
Το βάθος και η ένταση των αγροτικών κινητοποιήσεων στην Ελλάδα και συνολικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι ούτε συγκυριακό φαινόμενο ούτε μια απλή αντίδραση σε επιμέρους μέτρα. Οι ίδιοι οι αγρότες της ΕΕ έχουν κατανοήσει ότι πρόκειται για έναν αγώνα υπαρξιακό: έναν αγώνα για το αν θα συνεχίσουν να υπάρχουν ως κοινωνικό και παραγωγικό υποκείμενο ή αν, τελικά, θα εξαφανιστούν.
Η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ), οι εμπορικές συμφωνίες τύπου Mercosur και η θεσμοθέτηση των νέων Γενετικά Τροποποιημένων Οργανισμών (νΓΤΟ) συγκροτούν ένα ενιαίο πλέγμα πολιτικών. Είναι η «εποχή της πληροφορίας» και της τεχνολογίας για την αγροτική παραγωγή, όπου οι έχοντες και κατέχοντες την τεχνογνωσία αποκτούν κάθετο και καθολικό έλεγχο: από το τι και πως καλλιεργείται στο χωράφι μέχρι το τι φτάνει στο πιάτο μας. Ο έλεγχος της τροφής, που ήδη βρίσκεται στα χέρια λίγων πολυεθνικών πολυκλαδικών μονοπωλίων, βαθαίνει και αναβαθμίζεται τεχνολογικά, ενώ ταυτόχρονα υποβαθμίζονται οι περιβαλλοντικές συνθήκες, η ποιότητα και η ανεξαρτησία και αυτονομία κάθε χώρας για την τροφή της.
Οι αγροτικοί αγώνες έχουν κοινή γενεσιουργό αιτία όλα τα παραπάνω. Δεν περιορίζονται σε μία χώρα, όπως Ελλάδα, Γαλλία, Βέλγιο και αλλού. Τα τελευταία χρόνια ειδικά, καταγράφεται ένα διαρκές κύμα κινητοποιήσεων, με διαφορετικές μορφές, αλλά κοινό υπόβαθρο: την εναντίωση στην επιθετική καπιταλιστική αναδιάρθρωση της αγροτικής παραγωγής.
Στη Γαλλία, η αναδιάρθρωση αυτή έχει ξεκινήσει εδώ και δεκαετίες. Συνέπεια είναι ο αγροτικός πληθυσμός, από 2,4 εκατομμύρια που ήταν το 1970, να έχει συρρικνωθεί σήμερα σε μόλις 619.000. Κι όμως, η νέα ΚΑΠ προβλέπει ακόμη μεγαλύτερη συρρίκνωση και έχει σαν στόχο την εξώθηση εκτός παραγωγής 100.000 επιπλέον αγροτών μέχρι το 2030.
Ακόμη κι έτσι, οι φετινές κινητοποιήσεις δεν αποτελούν απλώς συνέχεια των προηγούμενων. Συνδέονται και με συγκεκριμένα γεγονότα, όπως η εμφάνιση της οζώδους δερματοπάθειας στα βοοειδή, που οδήγησε στη σφαγή άνω των 5.000 αγελάδων. Πρόκειται για ένα νούμερο που είναι μεν μικρότερο σε σχέση με τις απώλειες που προκάλεσε η ευλογιά των προβάτων στην Ελλάδα, όπου οδηγήθηκαν στη σφαγή μισό εκατομμύριο ζώα, οικονομικά όμως είναι πλήρως συγκρίσιμο. Πίσω από τις «υγειονομικές κρίσεις», άλλωστε, κρύβεται ένα μοντέλο εντατικής, βιομηχανικής κτηνοτροφίας, εξαιρετικά ευάλωτο και πλήρως εξαρτημένο από φαρμακοβιομηχανικά και τεχνολογικά μονοπώλια.
Ταυτόχρονα, οι Γάλλοι αγρότες βγήκαν μαζικά στους δρόμους με αφορμή τη συμφωνία με τις χώρες της Mercosur και τις τεράστιες ανισορροπίες που αυτή θα επιφέρει. Όπως είναι γνωστό, η συγκεκριμένη συμφωνία ευνοεί την αθρόα εισαγωγή φθηνών αγροτικών προϊόντων ευρείας και εντατικής καλλιέργειας από τη Λατινική Αμερική, τα οποία παράγονται με φυτοφάρμακα και καλλιεργητικές πρακτικές που απαγορεύονται στην ΕΕ. Πρόκειται για άμεσο ανταγωνισμό εις βάρος της ευρωπαϊκής αγροτικής παραγωγής, με όρους που οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι αγρότες δεν μπορούν να ακολουθήσουν.
Το «πάγωμα» της συμφωνίας με τη Mercosur από την Ευρωβουλή είναι συνέπεια των αγώνων και δίνει μια παράταση χρόνου
Υπενθυμίζεται πως η συμφωνία υπεγράφη στις 17 Ιανουαρίου και θα εφαρμόζονταν προσωρινά, αν μέσα στην εβδομάδα που μας πέρασε το Ευρωκοινοβούλιο – με οριακή πλειοψηφία 10 ψήφων – δεν πάγωνε την διαδικασία, ζητώντας να εξεταστεί η νομιμότητα από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Ειδικά στη Γαλλία, η Εθνοσυνέλευση είχε λάβει πολιτική απόφαση ενάντια στη συμφωνία, ύστερα από πίεση κυρίως της Ανυπότακτης Γαλλίας, αναγκάζοντας τον Μακρόν να εμφανιστεί ως αντίθετος στην γενικότερη στρατηγική της ΕΕ.
Σε κάθε περίπτωση, ο στόχος της συμφωνίας με τη Mercosur είναι διπλός. Από τη μία, η ΕΕ επιδιώκει να εισάγει φθηνά και μαζικά προϊόντα φυτών μεγάλης καλλιέργειας ώστε να μειώσει το κόστος παραγωγής στις βιομηχανοποιημένες εγχώριες αλυσίδες παραγωγής τροφής και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα του ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Από την άλλη, στοχεύει να εξάγει στη Λατινική Αμερική αγροτική τεχνολογία, εφόδια και πολλαπλασιαστικό υλικό υψηλής προστιθέμενης αξίας, μεγιστοποιώντας τα κέρδη των ευρωπαϊκών αγροδιατροφικών μονοπωλίων.
Αυτό συνδέεται στρατηγικά με την προώθηση των νέων ΓΤΟ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ανοίξει τον δρόμο για την απορρύθμιση του υπάρχοντος – ήδη ασθενικού – πλαισίου σήμανσης και ιχνηλάτησης. Οι εταιρείες που κατέχουν τις τεχνολογίες γονιδιακής επεξεργασίας πιέζουν για πλήρη απελευθέρωση, ώστε οι νΓΤΟ να εισέλθουν μαζικά στην παραγωγή χωρίς την υποχρέωση σήμανσης και ιχνηλάτησης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι νΓΤΟ αποτελούν την αιχμή του τεχνολογικού δόρατος του ευρωπαϊκού πολυεθνικού αγροτοδιατροφικού κεφαλαίου, μέσω του οποίου επιχειρεί να διαπραγματευτεί νέες αγορές απέναντι στην κυριαρχία των αμερικανικών πολυεθνικών στη Λατινική Αμερική. Δεν πρόκειται για «επιστημονική πρόοδο», αλλά για γεωπολιτικό και ταξικό εργαλείο.
Ο αγώνας των Ευρωπαίων αγροτών δεν είναι συντεχνιακός και η τροφή δεν είναι εμπόρευμα – είναι βασική συνθήκη επιβίωσης του λαού. Συνεπώς, πρόκειται για αγώνα βαθιά κοινωνικό, που αφορά όλη την εργατική τάξη. Όσο η παραγωγή τροφής παραμένει στα νύχια του κεφαλαίου τόσο θα εντείνεται ο κοινωνικός έλεγχος, η εξάρτηση, η φτωχοποίηση και η οικολογική καταστροφή. Ο κοινός αγώνας αγροτών και εργατών είναι αγώνας για την ανάκτηση του ελέγχου πάνω στην ίδια τη ζωή: στο τι παράγεται, πώς παράγεται και για ποιον. Γιατί χωρίς αγρότες, χωρίς γη, χωρίς κοινωνικό έλεγχο της τροφής, δεν υπάρχει ούτε διατροφική ασφάλεια ούτε ελευθερία.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 24-25 Ιανουαρίου 2026
















